πρόσφατα σινεμά / θέατρο
Ζωντανό Σινεμά από τον Peter Greenaway στη Σάνη
Οικογένεια σε παράνοια
του Raymond De Felitta
Ξέστρωτα κρεβάτια
του Alexis Dos Santos
Ανδρέας Βουτσινάς, αιώνιο παιδί της Θεατρικής Τέχνης
Dennis Hopper: ξένοιαστος παλαβιάρης [1936-2010]
Lena Horne, η Κυρία και η Μουσική
12ο Πανόραμα για την Ομοφυλοφιλία - Διαφυλικότητα
Βραβεία 2010 της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου
Ποιος να ξέρει άραγε τον Jacques Rivette;
Παρότι ο Φρανσουά Τρυφώ φέρεται δηλώσας πως το γαλλικό νέο κύμα ξεκίνησε 'χάρη στον Ριβέτ', οι ταινίες του τελευταίου δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές. Μπορεί να έθεσε σωστά τις θεωρητικές του βάσεις, μαζί με την υπόλοιπη παλιοπαρέα των Cahiers du Cinema, Τρυφώ, Γκοντάρ, Σαμπρόλ και Ρομέρ, αλλά σκόνταψε πολλές φορές ως σκηνοθέτης. Ξεκίνησε δειλά με δυο μικρού μήκους (Aux quatre coins του 1949 και Le quadrille το 1950, με πρωταγωνιστή τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ). Στα μέσα του '50 μαθήτευσε ως βοηθός σκηνοθέτη στο πλευρό των Ζαν Ρενουάρ και Ζακ Μπεκέρ. Αυτός κι ο Σαμπρόλ ήταν οι δυο πρώτοι της πεντάδας των Καγιέ, που άρχισαν εκ του απολύτου μηδενός την παραγωγή μιας μεγάλου μήκους ταινίας. Χωρίς καμιά υποστήριξη από κάποιον παραγωγό και έχοντας άφθονη ορμή, ο Ριβέτ πήρε τους δρόμους μαζί με τους φίλους του, μια δεκαεξάρα μηχανή και φιλμ αγορασμένο με δανεικά.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα περιρρέον και διανοουμενίστικο φιλμ, διάρκειας 135 λεπτών, με τον προφητικό τίτλο "Paris nous appartient" (Το Παρίσι μας ανήκει). Συμμετέχουν σ' αυτό πάνω από τριάντα ηθοποιοί (μεταξύ των οποίων και οι σκηνοθέτες Σαμπρόλ, Ντεμύ και Γκοντάρ) και διαθέτει λαβυρινθώδη αφηγηματική δομή. Σήμερα θεωρείται ως η μνημειώδης απαρχή του νέου κύματος, αλλά τότε δεν βρήκε αμέσως την πρέπουσα ανταπόκριση. Στο δρόμο τον έφτασαν και τον πέρασαν σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι. Η ταινία του προβλήθηκε και βρήκε διανομή μόλις το 1960, αφότου είχαν γίνει επιτυχίες τα "400 χτυπήματα" του Τρυφώ, η "Χιροσίμα, αγάπη μου" του Αλαίν Ρεναί και το "Χωρίς ανάσα" του Γκοντάρ (όλα μέσα στο 1959).
Βέβαια με την πρώτη του αυτή δουλειά, ο Ριβέτ χάραξε αδρά την πορεία που θα ακολουθούσε εφεξής. Φάνηκε πόσο λατρεύει τις χαλαρές μακροσκελείς ιστορίες και την αφήγηση σε πραγματικό χρόνο. Η δεύτερη ταινία του "La religieuse" ήταν αρκετά εμπορικότερη και προβλήθηκε πέντε χρόνια αργότερα (1965). Ήταν μια διασκευή της νουβέλας "Η θρησκευόμενη" του Ντιντερό, την οποία ο Ριβέτ είχε ανεβάσει ως θεατρική παράσταση το 1963. Αν και θεωρείται η λιγότερο αντιπροσωπευτική του δουλειά, εντούτοις ήταν η μεγάλη εμπορική του επιτυχία. Μια σκανδαλώδης επιτυχία, που οφείλεται κυρίως στο ετήσιο αποκλεισμό της από τις αίθουσες, που της επέβαλε η κυβερνητική λογοκρισία.
Το ταλέντο του φανερώθηκε πλήρως στην πρώτη γόνιμη περίοδο, από το 1968 ως το 1974. Αρχικά με τον "Τρελό έρωτα" (L'amour fou, 1968), που διαρκεί τέσσερις ώρες κι ένα τέταρτο. Έπειτα με την θρυλική τηλεοπτική παραγωγή "Out 1: Noli me tangere" (1971), διάρκειας δεκατριών ωρών, που δεν προβλήθηκε ποτέ. Την οποία όμως ξαναμοντάρισε στην τετράωρη εκδοχή "Out 1: spectre" (1972). Και τέλος με την τρίωρη "Celine and Julie vont en bateau" (Η Σελίν και η Ζυλί πάνε βαρκάδα, 1973), την πιο διασκεδαστική και πολυιδωμένη ταινία του. Με αυτές τις τρεις παραγωγές έθεσε τα θεμέλια ενός προσωπικού στιλ κινηματογράφησης που ονομάστηκε "House of Fiction", ένα στιλ αρκετά αινιγματικό, επηρεασμένο από τον Louis Feuillade, που περιλαμβάνει αυτοσχεδιασμούς, ελλειπτικές εικόνες και μπόλικους αφηγηματικούς πειραματισμούς.
Δυστυχώς, δουλεύοντας κατ' αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο, βρέθηκε μετέωρος στο σύγχρονο κινηματογραφικό στερέωμα. Αφενός, το έργο του θεωρήθηκε απρόσιτο και ακατάλληλο να βρει μαζική διανομή και έθεσε εαυτόν εκτός του εμπορικού κυκλώματος. Κι αφετέρου, παρά το ότι οι ριζοσπαστικές του θεωρίες επηρέασαν έναν Jean-Marie Straub κι έναν Danielle Huillet ή μια Chantal Akerman, θεωρήθηκε υπερβολικά 'εμπορικός' για να γίνει δεκτός στο αντεργκράουντ σινεμά. Είναι αφηγηματικός και χρησιμοποιεί γνωστούς ηθοποιούς σαν τον Ζαν-Πιέρ Λεό, την Ζυλιέτ Μπερτό, την Άννα Καρίνα και την Μαρία Σνάιντερ.
Έκτοτε η καριέρα του ήταν τόσο μυστήρια όσο τουλάχιστον και τα σενάριά του. Το 1976 αποδέχθηκε μια πρόταση για μια σειρά τεσσάρων ταινιών, με τον γενικό θεματικό τίτλο "Les Filles du Feu". Πρώτος καρπός η "Duelle" που έλαθε αρνητικής υποδοχής, τόσης ώστε η δεύτερη της σειράς "Noroit" να καθυστερήσει υπερβολικά να βγει στις αίθουσες, αν και θεωρείται από κάποιους κριτικούς η καλύτερή του ταινία. Όσο για τις δύο επόμενες ταινίες της τετραλογίας (στη μια εκ των οποίων θα πρωταγωνιστούσαν η Λεσλί Καρόν και ο Άλμπερτ Φίνεϊ), απλά δεν έγιναν ποτέ. Στην δεκαετία του '80 έκανε πέντε ταινίες, αλλά δεν έφτασε ποτέ την διεθνή αναγνώριση των άλλων νεοκυματικών. Ακόμη χειρότερα, το "L'amour par terre" (1984), η μόνη ταινία που είχε παγκόσμια διανομή, έλαβε καταστροφικές κριτικές.
Στις αρχές του '90 μας φιλοδώρησε με μια σπάνια δημιουργία, την "Ωραία καβγατζού" (La belle noiseuse, 1991). Η τετράωρη διάρκειά της θεωρήθηκε άκρως αντιεμπορική και περικόπηκε σε μια δίωρη παραλλαγή (divertimento), πιο 'εύπεπτη' και πιο βατή στον μέσο θεατή. Παρόλα αυτά η αρχική εκδοχή, διατηρεί μια αξεπέραστη αρχοντιά και δίνει σε πραγματικό χρόνο, την ατέρμονη προσπάθεια του καλλιτέχνη να επιτύχει την τελείωση του έργου του. Το σχόλιο αυτό αφορά σε πρώτο επίπεδο τον ζωγράφο (Μισέλ Πικολί) και το μοντέλο του (την αποκαλυπτική και αινιγματική Εμανουέλ Μπεάρ), και σε ένα δεύτερο επίπεδο τον σκηνοθέτη και την ταινία του, που προχωράει το ίδιο βασανιστικά και αγωνιωδώς προς την περάτωσή της. Δίκαια θεωρήθηκε μια άμεση ανταπάντηση στις πεσιμιστικές προβλέψεις που μιλούσαν για το 'τέλος του κινηματογράφου ως τέχνη'.
Ακολούθησε η διλογία "Jeanne la Pucelle" (1994), που ήρθε να προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των βιογραφικών ταινιών για το φαινόμενο Ζαν Ντ'Αρκ. Η Σαντρίν Μπονέρ είναι έξοχη στο ρόλο της μεγάλης ηρωίδας αλλά μάλλον λίγο σιτεμένη για δεκαεννιάχρονη παρθένα. Οι παρεξηγήσεις έφεραν κατακλυσμό σε κοινό και κριτικούς. Οι μεγάλες αναμονές ανάμεσα στις σκηνές δράσης εκφράζουν τις πραγματικές συνθήκες στα πεδία των μαχών, αλλά οι θεατές κουράζονται πιο πολύ απ' τους πολεμιστές περιμένοντας τις λιγοστές αψιμαχίες. Η δεκαετία θα κλείσει με το "Secret defense" (1998), άλλο ένα αριστούργημα, σύμφωνα με αρκετούς ριβετολόγους. Εδώ ο 'σκηνοθέτης της αναμονής' φλερτάρει με τον Χίτσκοκ, το αρχαίο δράμα και στο τελικό πλάνο θυμάται πάλι τις θεατρικές του εμμονές. Η Sandrine Bonnaire θριαμβεύει εκ νέου.
Η νέα χιλιετία τον βρίσκει ιδιαίτερα κεφάτο, παρά τα 73 του χρόνια. Η ταινία του "Ποιός να ξέρει;" (Va Savoir, 2001) είναι μια ευρηματική κωμωδία χαρακτήρων, θεατροκεντρική, όπου το ερωτικό Παρίσι παίζει ένα υπόγειο ρόλο σε όλα τα πρόσωπα και υποβάλλει συνωμοτικά τις διαθέσεις τους. Η πρωταγωνίστρια Ζαν Μπαλιμπάρ κινείται με χάρη σε ένα παριζιάνικο θεατρικό τοπίο, ανάμεσα στον σκηνοθέτη εραστή της (πόσες γλώσσες μιλάει πια ο Σέρτζιο Καστελίτο), το "Όπως με επιθυμείς" του Λουίτζι Πιραντέλο, τον εκκεντρικό πρώην σύζυγό της, την ερωμένη του, το χαμένο θεατρικό έργο (Festino Veneziano) του ανατροπέα Γκολντόνι και διάφορες τραγελαφικές περιπλοκές των σχέσεών της/των με όλα τα παραπάνω. Το φινάλε είναι 'ανυψωτικό' και λόγω 'μονομαχίας' αλλά και λόγω του άσματος "Senza Fine" που ερμηνεύει η Peggy Lee. Φυσικά στο σενάριο και στους διαλόγους έχει βάλει το χεράκι του ο δαιμόνιος Πασκάλ Μπονιτσέρ. Αν σας γοητεύει πάντα το καλό γαλλικό σινεμά, τα 154 λεπτά της διαδρομής μην σας πτοήσουν διόλου, αξίζει τον κόπο.
Ριβετ-ογραφία
Aux quatre coins (1949) μικρού μήκους, σκηνοθεσία
Le chateau de verre (1950) μικρού μήκους, ερμηνεία
Le quadrille (1950) μικρού μήκους, σκηνοθεσία
Le divertissement (1952) σκηνοθεσία
Berenice (1954) διεύθυνση φωτογραφίας
Une visite (1955) διεύθυνση φωτογραφίας
Le coup du berger (1956) μικρού μήκους, σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνεία
Paris nous appartient (1960) σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνεία
La religieuse (Suzanne Simonin, la religieuse de Denis Diderot, 1966) σκηνοθεσία, σενάριο, διασκευή
Jean Renoir, le patron (1966) σκηνοθεσία, εμφάνιση
L' amour fou (1968) σκηνοθεσία, σενάριο
Out 1: Noli me tangere (1970) σκηνοθεσία, σενάριο
Out 1: Spectre (1972) σκηνοθεσία, σενάριο
Essai sur l'agression (1974) σκηνοθεσία
Naissance et mont de Promethee (1974) σκηνοθεσία
Celine et Julie vont en bateau (1974) σκηνοθεσία, σενάριο
Les filles de feu/Duelle/La vengeresse (1976) σκηνοθεσία, σενάριο
Les filles de feu/Noroit (1976) σκηνοθεσία, σενάριο, διάλογοι
La memoire courte (1979) ερμηνεία
Le Pont du Nord (1981) σκηνοθεσία, σενάριο
Paris s'en va (1981) σκηνοθεσία
Merry-Go-Round (1983) σκηνοθεσία, σενάριο
L' Amour par terre (1984) σκηνοθεσία, σενάριο
Hurlevent (Ανεμοδαρμένα ύψη, 1985) σκηνοθεσία, σενάριο
La bande des quatre (Η συμμορία των τεσσάρων, 1988) σκηνοθεσία, σενάριο
Jacques Rivette, le veilleur (1990) ντοκιμαντέρ για τον ίδιο
La belle noiseuse (Η ωραία καβγατζού, 1991) σκηνοθεσία, σενάριο
La belle noiseuse, divertimento (1991) σκηνοθεσία, σενάριο
Jeanne la Pucelle 1. Les batailles (1994) σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνεία
Jeanne la Pucelle 2. Les prisons (1994) σκηνοθεσία, σενάριο
Lumiere et compagnie (1995) σκηνοθεσία, εμφλανιση
Haut bas fragile (1995) σκηνοθεσία, σενάριο
Secret defense (1998) σκηνοθεσία, σενάριο
Va savoir (Ποιος να ξέρει; 2001) σκηνοθεσία, σενάριο.
Παραπομπές
A riveting filmmaker
Επίσημη σελίδα Va savoir στη Sony Classics
Ο Jacques Rivette από τον James Travers
Va savoir από τον James Travers
Ξέρω κι άλλο Va savoir
Ζακ Ριβέτ, ο αναχωρητής
Κλέφτης εικόνων

