Γιώργος Βαρουτάς

Ένας δίσκος για διαλογιστική ακρόαση (και όχι μόνο)

Ο μουσικός που γνωρίζουμε από σχήματα όπως οι Vault of Blossomed Ropes και οι Skraut μας συστήνει έναν όχι πολυακουσμένο δίσκο του David Sylvian

Ένας δίσκος που με έχει επηρεάσει σε πολλά επίπεδα, και μπορώ να σκεφτώ εύκολα τρεις λόγους που το εξηγούν. Ο πρώτος είναι ότι πάντα βρίσκω ενδιαφέρον πεδίο ακρόασης και δημιουργίας στις υβριδικές φόρμες, όταν αυτές λειτουργούν συνεκτικά και οργανικά, και όχι απλώς με την παράθεση της μίας πάνω στην άλλη. Ο δεύτερος είναι ότι στο άλμπουμ συμμετέχουν μερικοί από τους πιο αγαπημένους μου μουσικούς και σημαντικοί εκπρόσωποι των τριών σχολών ήχου και αυτοσχεδιασμού που με έχουν επηρεάσει: ο ηλεκτροακουστικός αυτοσχεδιασμός της αγγλικής και της ιαπωνικής σκηνής, καθώς και η νορβηγική σκηνή γύρω από το Punkt Festival. Ο τρίτος λόγος είναι η μοναδική αίσθηση ρευστού χώρου και διαλογιστικής ακρόασης που προσφέρει το έργο, μια εμπειρία όπου ο ακροατής καλείται να συνυπάρξει με τη μουσική και να την βιώσει σε βάθος.

Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου από τον δίσκο συνδέονται με την οδήγηση τη νύχτα, Παρασκευή βράδυ προς το χωριό, στο τελευταίο κομμάτι της διαδρομής, περνώντας ανάμεσα από βουνά και κοιλάδες, ενώ η θερμοκρασία άρχιζε να πέφτει αισθητά.

Παρακάτω ακολουθούν κάποια λόγια για τον δίσκο, που ίσως δώσουν κίνητρο και σε όσους το διαβάσουν να τον ακούσουν.

Died in the Wool – Manafon Variations (2011, Samadhi Sound)

Το Died in the Wool (2011, Samadhi Sound) - πλήρης τίτλος Died in the Wool – Manafon Variations -είναι ένα άλμπουμ του David Sylvian που ενσωματώνει αρκετές ιδιαιτερότητες. Ο τίτλος παραπέμπει στο αγγλικό ιδίωμα dyed-in-the-wool, που σημαίνει «βαθιά ριζωμένος» ή «αμετακίνητος», και προέρχεται από την πρακτική βαφής των νημάτων πριν την κλώση τους, δημιουργώντας ένα μόνιμο χρώμα που δεν ξεθωριάζει.

Το άλμπουμ δεν αποτελεί πρωτότυπο έργο, αλλά επανασύνθεση/remix ενός προηγούμενου, ιδιαίτερα σημαντικού αλμπουμ του Sylvian, του Manafon (2009, Samadhi Sound). Το Manafon, που αποτέλεσε την κύρια πρώτη ύλη για το 'Died in the Wool', δανείστηκε το όνομά του από ένα τοπωνύμιο, συνδεδεμένο από τον ίδιο τον Sylvian με τη ζωή και το έργο του ποιητή R. S. Thomas. Όπως δηλώνει ο ίδιος:

«Η λέξη αυτή συνδέθηκε για μένα με τη ζωή και το έργο του R. S. Thomas - το χωριό όπου υπηρέτησε στην πρώτη του ενορία και έγραψε τους τρεις πρώτους τόμους ποίησής του. Σταδιακά, έγινε μεταφορά για την ποιητική φαντασία και το δημιουργικό πνεύμα - ένα μέρος όπου o διαισθητικός νους αντλεί από τα ρεύματα του ασυνείδητου - όπως αποτυπώνεται και στο εξώφυλλο του Manafon, που απεικονίζει, αν θέλετε, ένα σχεδόν απίθανο ειδύλλιο.»

Το Manafon σηματοδότησε μία στροφή προς την avant-garde και την πειραματική σύνθεση, όπου ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός συνυφάνθηκε με μια λιτή, αποσπασματική λυρική αφήγηση. Στην ηχογράφηση συμμετείχε μια εκλεκτή ομάδα μουσικών της πειραματικής σκηνής: Christian Fennesz (laptop, κιθάρα), John Tilbury (πιάνο), Keith Rowe (κιθάρα), Otomo Yoshihide (turntables, ακουστική κιθάρα), Tetuzi Akiyama (κιθάρα), Evan Parker (σαξόφωνο), Toshimaru Nakamura (no-input mixer), Sachiko M. (sine waves), καθώς και οι Werner Dafeldecker, Michael Moser κ.α.

Το ‘Died in the wool’ έρχεται να ανασυνθέσει έξι κομμάτια του Manafon, μέσα από νέες δομικές, ενορχηστρωτικές και ηχητικές στρατηγικές που προσδίδουν στο αρχικό υλικό νέα μορφή και αφηγηματική προοπτική. Η έννοια του remix εδώ απογυμνώνεται από τη λειτουργία της παραλλαγής και προσεγγίζει τη λογική της μετασύνθεσης (recomposition). Παράλληλα, επεκτείνει ουσιαστικά το αρχικό υλικό, προσθέτοντας νέα έργα: τις μελοποιήσεις δύο ποιημάτων της Emily Dickinson - I Should Not Dare (for N.O.) και A Certain Slant of Light (for M.K.) - καθώς και δύο νέες συνθέσεις. Ο δίσκος ολοκληρώνεται με το When We Return You Wont Recognise Us, ένα εκτεταμένο έργο διάρκειας περίπου 18 λεπτών, που προέκυψε από ηχητική εγκατάσταση-έργο που ανατέθηκε στον Sylvian για την Biennale των Κανάριων Νήσων (2008–09).

Για την ανασύνθεση και διεύρυνση του 'Manafon', επιστρατεύονται από τον Sylvian τρεις νέες δημιουργικές δυνάμεις (εκτός του Christian Fennesz που συμμετείχε και στο 'Manafon'), στενοί συνεργάτες του, που γνώριζαν ήδη σε βάθος το μέχρι τότε έργο του. Ο Ιάπωνας συνθέτης Dai Fujikura, με έδρα το Λονδίνο, ανέλαβε τις νέες συνθέσεις και ενορχηστρώσεις των κομματιών, καθώς και τη διεύθυνση του κουαρτέτου εγχόρδων, συμβάλλοντας καθοριστικά στον ήχο του άλμπουμ. Οι Νορβηγοί Jan Bang και Erik Honoré, ηλεκτρονικοί μουσικοί και συνιδρυτές του Punkt Festival στο Kristiansand, εφαρμόζουν την προσέγγιση του live sampling/remix, αναδομώντας φωνητικά και μουσικά μοτίβα σε νέες ηλεκτρο‑ηχητικές αρχιτεκτονικές και προσθέτοντας νέα layers με ιδαιέτερη μαεστρία και διακριτικότητα και πάντα διατηρώντας τον πυρήνα και την ουσία της αφήγησης των κομματιών. Στο ήδη εξέχον σύνολο μουσικών προστίθενται επιμέρους συμμετοχές μιας ομάδας κορυφαίων αυτοσχεδιαστών: Arve Henriksen (τρομπέτα), Hildur Guðnadóttir (τσέλο), John Butcher (σαξόφωνο), Günter Müller (effects/ηλεκτρονικά) και Eddie Prévost (κρουστά).

Η πλειονότητα των στίχων, πρωτότυποι του Sylvian, αγγίζει θέματα όπως απομόνωση, παρατήρηση, ταυτότητα, γήρανση, θάνατος, κοινωνική και διαπροσωπική αποξένωση, ενοχή, αποδοχή, ηθική ευθύνη, χρόνος και μνήμη, συχνά πλαισιωμένα από το φυσικό τοπίο που αντανακλά εσωτερικές καταστάσεις, ενώ η φωνή και οι στίχοι του προσδίδουν μια διακριτική ποιητική διάσταση, συνδέοντας το προσωπικό με το καθολικό και ενισχύοντας τη διαλογιστική ατμόσφαιρα του έργου.

Υπό την εποπτεία του Sylvian, ο οποίος λειτουργεί και συνθετικά ως γλύπτης του ήχου, το σύνολο του παραπάνω υλικού αποκτά νέα δυναμική εξυπηρετώντας το όραμα και τη χειρονομία του. Ο Sylvian αποσύρει εξ'αρχής από τον ακροατή το προνόμιο της αποκρυπτογράφησης καθώς η γλώσσα δεν εξηγεί, απλώς στέκεται. Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι σε παραδίδει στο χάος και στην παθητικότητα αλλά αντίθετα ότι σε προσκαλεί να συνυπάρξεις σε μία ασαφή σαφήνεια. Μέσα σε αυτό το ρευστό πεδίο, η φωνή του παραμένει σε πρώτο πλάνο, όχι για να καθοδηγήσει, αλλά ως σημείο βαρύτητας. Το 'Died in the wool' είναι ένα έργο στο οποίο λειτουργούν διαλεκτικά και οργανικά το ακουστικό και το ηλεκτρονικό στοιχείο, η σύνθεση και ο αυτοσχεδιασμός, η αφήγηση και το τραγούδι, ο εξωτερικός (φυσικός) και ο εσωτερικός κόσμος, αποτελώντας μια βιωματική εμπειρία ακρόασης στην οποία αξίζει κανείς να αφεθεί.

 
Ο Γιώργος Βαρουτάς ζει και δραστηριοποιείται κυρίως στην Αθήνα. Το έργο του κινείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στον ακουστικό και τον ηλεκτρονικό ήχο. Η μεθοδολογία του βασίζεται στη ζωντανή επεξεργασία ήχου- κυρίως ακουστικών οργάνων και φωνής-με τη χρήση αναλογικών και ψηφιακών μέσων. Κατά καιρούς ενσωματώνει την κιθάρα ως βασικό όργανο, αντιμετωπίζοντάς την ως πρώτη ύλη για ηχητικούς μετασχηματισμούς και νέες μορφές. Είναι ιδρυτικό μέλος των σχημάτων Vault of Blossomed Ropes και Skraut. Το 2018 κυκλοφόρησε τον πρώτο προσωπικό του δίσκο ''Chronostasis'' από τη βρετανική δισκογραφική εταιρεία ReR Megacorp.Από τα τέλη του 2023 επιμελείται τα Ostomachion Sessions, μια σειρά συναυλιών αφιερωμένη στην εξερεύνηση της ζωντανής αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε ακουστικά και ψηφιακά όργανα, με τη συμμετοχή σημαντικών αυτοσχεδιαστών από την εγχώρια και τη διεθνή σκηνή. Συνεργάζεται με ένα ευρύ φάσμα διακεκριμένων καλλιτεχνών, ανάμεσα στους οποίους οι Steve Jansen, Ko Ishikawa, Chris Cutler, Jan Bang, Arve Henriksen, Kraig Grady, Gareth Davis, Biliana Voutchkova, Άννα Λινάρδου, Βάσω Δημητρίου, Χάρης Λαμπράκης, Νίκος Σιδηροκαστρίτης κ.ά.