Κτίρια τη νύχτα - 10 δρόμοι που γυρίζουν


01. λένορμαν 1
Λένορμαν:
Γεννήθηκα σε μια κλινική στο Περιστέρι, κοντά στον Κηφισό. Οι γονείς μου το προηγούμενο βράδυ είχαν πάει μια βόλτα, απ' αυτές που έκαναν συχνά τότε, στο Θησείο και στο Μεταξουργείο, το πρωί σηκώθηκαν, πήραν ένα ταξί από τη Λένορμαν και πήγαν στην κλινική. Δεν τους πολυπαίδεψα.

Σε κάτι δρόμους εκεί τριγύρω πρωτοπερπάτησα, από εκεί μου αγόρασαν τα πρώτα παιχνίδια, εκεί είδα την πρώτη μου ταινία στο σινεμά αργότερα.


02. αλαμάνας 2
Αλαμάνας:
Οι γονείς μου γνωρίστηκαν όταν ζούσαν σε γειτονικά δωμάτια σ' αυτό το σπίτι, στο τέλος ενός παράδρομου, όπου όλοι μοιράζονταν την κουζίνα και την τουαλέτα. Ήταν από τα πιο όμορφα ζευγάρια που έχω δει, εργάτες από παιδιά, ξεκίνησαν από κάτι υπόγεια που πλημμύριζαν, αλλά περνάγανε ωραία παρά τις δυσκολίες.


03. αλεξανδρείας 3
Αλεξανδρείας:
Το πρώτο μου σπίτι ήταν ένα δρόμο κάτω από τη Λένορμαν, δίπλα στην πλατεία του Κολωνού. Μπορώ να το σχεδιάσω με κάθε λεπτομέρεια, αν και φύγαμε από εκεί όταν ήμουν μόλις 3 χρόνων.

Τι θυμάμαι από τότε; Τους γονείς μου, νέους, να χορεύουν σε ένα υπόγειο στη Κουμουνδούρου, να τρώμε λουκουμάδες από ένα στενό μαγαζάκι στην Αγίου Κωνσταντίνου, να είμαι μικρός και κρεμασμένος απ' τον ώμο του πατέρα μου, προσπαθώντας να βαρέσω ένα μικρό ταμπούρλο δεμένο στη ζώνη του.

Έχω ακόμα την αίσθηση από το φως που έμπαινε στα δωμάτια. Μου έχουν μείνει οι αναλογίες των αντικειμένων και του χώρου, όπως τις αντιλαμβανόμουν τότε, έτσι το σπίτι αυτό ακόμα το φαντάζομαι μεγάλο, αν και ήταν μικρότερο απ' το επόμενο που μείναμε, που ήταν 50 τετραγωνικά.


04. ευρίπου 4
Ευρίπου:
Το καλοκαίρι του '79, μετακομίσαμε σε αυτό το άλλο σπίτι, στο οποίο έζησα μέχρι τα 19 μου. Ο δρόμος ξεκινούσε από το λόφο Σκουζέ και κατέληγε σε κάτι χωματόδρομους και χωράφια με τσουκνίδες, πέρα από τα οποία έβλεπες τον Κηφισό και τα Δυτικά Προάστια. Πολλά χρόνια αργότερα, αφού είχα φύγει, εκεί φτιάχτηκε ένας σταθμός του Μετρό. Είχαν φυτρώσει πολλές πολυκατοικίες ήδη.

Δίπλα μας ήταν μια υπόγεια αποθήκη που έγραφε "παιγνίδια", αυτό μου έφερνε για κάποιο λόγο μια απροσδιόριστη μελαγχολία, ο αέρας εκεί πάντα μύριζε διαλυμένα χαρτόκουτα. Χρησιμοποίησα έτσι γραμμένη τη λέξη στο "άχρονο στενό". Εκεί ήταν το άχρονο στενό, αυτός ο δρόμος, με χαμηλά σπίτια, ένα ψιλικατζίδικο, λίγα αυτοκίνητα και πολλά παιδιά.

Μια φίλη μου στη σχολή όταν είχε ακούσει αυτά που έγραφα ήθελε να δει το μέρος που ζούσα, το πεζοδρόμιο που έβλεπα καθημερινά, γιατί όπως έλεγε "ακόμα κι αυτό παίζει το ρόλο του". Νομίζω ότι τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε. Το ξέρω ότι δε σημαίνει κατά βάθος τίποτα για κανένα, αλλά αυτή η εικόνα με συγκινεί πολύ.


05. διστόμου 5
Διστόμου:
Στο σχολείο ήταν άγρια τα πράγματα, σίγουρα πιο πολύ απ' ό,τι άντεχα. Στο δημοτικό, οι περισσότεροι δάσκαλοι ήταν αδιάφοροι, κάποιοι είχαν ροπή στο φασισμό. Οι καθηγητές, τα επόμενα χρόνια, δεν πίστευαν σε εμάς, ήμαστε κάτι σαν αναγκαίο κακό ή ένας σάκος του μποξ. Αρκετοί από αυτούς αντιμετώπιζαν το σχολείο μου ως δυσμενή μετάθεση. Τέλος πάντων, μεγαλώσαμε σε σπίτια και αίθουσες με την ιδέα ότι είμαστε αναλώσιμοι.

Εκείνα τα χρόνια, βαριόμουν και ασφυκτιούσα. Ήταν και κάπως δύσκολο να εντοπίσει ο ένας τον άλλο, μέσα στη σκληρότητα της ηλικίας. Με τον καιρό, οι άνθρωποι μαθαίνουν ότι είναι κοινωνικώς άκομψο το να κατακρίνεις τη διαφορετικότητα κι έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι δίνεται περισσότερος χώρος ν' αναπνεύσεις. Ακόμα κι έτσι, με την επίπλαστη ελευθερία που δημιουργούν οι συμβάσεις, είναι κάπως καλύτερα σε σχέση με την παιδική ηλικία, όπου ο άνθρωπος είναι πιο κοντά στα άγρια ένστικτά του. Απ' την άλλη, μπορεί και όχι.


06. ιωαννίνων 6
Ιωαννίνων:
Στο Γυμνάσιο ήθελα να γίνω ντράμερ. Ελλείψει χρημάτων, πήρα με δέκα χιλιάρικα μια κλασική κιθάρα από ένα μαγαζί στην Πλατεία Βάθης, της έβαλα συρμάτινες χορδές κι άρχισα να παίζω στα τυφλά. Με βοηθούσε κάπως ένας φίλος μου, ο Αλέξης, που ήταν πιο προχωρημένος, όχι πολύ, διότι και οι δύο βγάζαμε τις συγχορδίες με το αυτί, δεν ξέραμε ακριβώς πού να βάλουμε τα δάχτυλά μας κι έτσι συνέβαιναν διάφορες παρανοήσεις. Για παράδειγμα, για πολλούς μήνες πίστευα ότι η μι μινόρε είναι η σι ματζόρε. Δεν ξέραμε νότες, βαφτίζαμε τις συγχορδίες κάπως διαισθητικά. Δεν έκανα ποτέ μαθήματα κιθάρας ή θεωρητικών, αλλά δε μετάνιωσα ποτέ γι' αυτή την κάπως ανορθόδοξη σχέση που ανέπτυξα με τη μουσική παίζοντας.

Σε αυτή την πρώτη κιθάρα έχω γράψει όλα μου τα τραγούδια μέχρι και το "ωεμ", τον προηγούμενο δίσκο μου.

Στην Ιωαννίνων έχω αλλεπάλληλα επίπεδα αναμνήσεων από πολλές ηλικίες, αλλά θα θυμάμαι πάντα τη διαδρομή που έκανα με την κιθάρα για να καταλήξω στην Πύλου, στο σπίτι του φίλου μου.


07. πύλου 7
Πύλου:
Εκεί, λοιπόν, περνάγαμε πολλά απογεύματα, ακούγαμε δίσκους και συνήθως πάνω σε αυτές τις μουσικές σκαλίζαμε διάφορα με τις κιθάρες μας. Είχαμε κι ένα γκρουπ μαζί, στις αρχές των '90s, λεγόμασταν "mucky noise", κλεινόμασταν σε ένα μικρό δωμάτιο, αυτός ούρλιαζε χωρίς μικρόφωνο, εγώ έπαιζα κάτι ηλεκτρονικά κρουστά. Ήταν φουλ εκτόνωση, θυμάμαι ένα κομμάτι που λεγόταν "σχολείο (γαμιέστε)" -είχαμε βάλει κι επεξήγηση, βλέπεις.

Κατά τ' άλλα, κανείς δεν ήθελε να παίζει τις μουσικές μου, επειδή "δεν έστεκαν", όπως μου λέγανε. Κάποια στιγμή, τυχαία, βρήκα το sonix, ένα απλοϊκό πρόγραμμα μουσικής για την amiga 500, και πάνω σε αυτό, για να μπορώ να ακούω αυτά που γράφω, ψιλοέμαθα νότες κι άρχισα σιγά σιγά να διαισθάνομαι τι μου αρέσει αρμονικά και τι όχι.

Τις μουσικές μου τις κατέγραφα στα τέλη των κασετών, τέλειωνε δηλαδή η πλευρά του κανονικού δίσκου και στο κενό που ακολουθούσε σημείωνα διάφορες μελωδίες και στίχους. Όλες οι ιδέες που 'χα είναι ακόμα σκόρπιες μέσα στις κασέτες μου.


08. πρεβέζης 8
Πρεβέζης:
Τα πρώτα μου κομμάτια τα ενορχήστρωνα στο δρόμο, σε διάφορες διαδρομές. Είχα στο νου μου μια μπάντα κι έγραφα μελωδίες, υποθέτοντας τον ήχο που θα βγάλει το κάθε όργανο. Τα τραγούδια αυτά δεν κατάφερα ποτέ να τα ακούσω, δεν υπήρχαν και πολλοί μουσικοί σ' εκείνη τη γειτονιά.

Στα τέλη του Λυκείου, κάναμε παρέα τέσσερα αγόρια, ξενυχτάγαμε συχνά μαζί, γελάγαμε, παίζαμε μουσική, ανταλλάσσαμε κείμενα που γράφαμε, πίναμε πολύ και προσπαθούσαμε να την πούμε ο ένας στον άλλο καφροειδώς, αλλά με ιντελεξουέλ τρόπο. Τις βραδιές που βρισκόμασταν τις ονομάζαμε "Σ.Α.Ψ.Η." που σήμαινε "σωματική αποχαύνωση / ψυχική ηρεμία". Ήταν ωραία εκείνη η περίοδος, διότι κάπως ένιωθα ότι η ζωή μου πλέον θα άλλαζε γρήγορα. Αυτές ήταν οι "μέρες του '94". Δε θα 'θελα να τις ξαναζήσω, αλλά τις θυμάμαι χαμογελώντας.

Στο "οι δρόμοι γυρίζουν" υπάρχει ο στίχος "μόνο στο δρόμο θα ανταλλάζω τα δίκαια δώρα". Αυτό αναφέρεται σ' ένα κείμενο που είχα γράψει το '97, για ένα στενό σε αυτόν το δρόμο:
"Τους τελευταίους μήνες που περνούσα από εκεί, παρατηρούσα πως αυθόρμητα σφύριζα μια μελωδία -την ίδια κάθε φορά- και το κατάλαβα ότι σιγά σιγά λάμβανα το μερίδιο από εκείνα τα παλιά δώρα που έκανα."


09. καπανέως 9
Καπανέως:
Στα 17 μου άρχισα να αλληλογραφώ με ένα κορίτσι με το οποίο παραθέριζα τα καλοκαίρια. Έγραφα πολλές σελίδες, σχεδόν καθημερινά. Ήταν μια κατάδυση σε ό,τι δεν είχα πει όλα τα χρόνια, ένιωθα ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω εκεί. Μέσα από αυτό το παιχνίδι, άρχισα να προσδιορίζω τη σχέση μου με τις λέξεις και να σπάω τις δομές στο λόγο, από ένα σημείο και μετά έγραφα χωρίς γραμμές ή κάποια λογική συνέχεια, με αποτέλεσμα, κάθε ανάγνωση να είναι διαφορετική. Τα πρώτα μου κείμενα ήταν τμήματα αυτών των γραμμάτων. Αν δεν ήταν αυτό το κορίτσι με την τόσο έντονη αλληλογραφία που είχαμε, ίσως να μην έγραφα ποτέ κείμενα και, μετέπειτα, τραγούδια.

Νομίζω ότι ειδωθήκαμε μόνο μια φορά στην Αθήνα τότε. Κάναμε μια μεγάλη βόλτα, καταλήξαμε εδώ, δίπλα στο λόφο και είπαμε ότι θα τα ξαναπούμε, αποχαιρετώντας την ανήλικη ζωή μας. Μετά πέρασαν χρόνια.


10. λόφος 10
Λόφος:
Τα τελευταία πράγματα που έγραψα στον Κολωνό ήταν ουσιαστικά τα πρώτα τραγούδια μου. Τότε ένιωσα πως ό,τι είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια ήταν κάτι σαν ασκήσεις γι' αυτό που θα ακολουθούσε. Εκείνα τα τραγούδια αποτέλεσαν το πρώτο μου άλμπουμ με τίτλο "οι 1000 ιστορίες", δεν κατάφερα να τα ηχογραφήσω ποτέ "κανονικά", έχω ακόμα λεπτομερείς σημειώσεις για αυτά και κάποια προσχέδιά τους, σκόρπια σε κασέτες. Όταν τα σκέφτομαι, μου 'ρχεται στο νου αυτή η εικόνα. Κάτι τέτοιο σκόπευα να τραβήξω για εξώφυλλο.

Μετακομίσαμε κάτω από δύσκολες συνθήκες, μέσα σε ένα πρωινό βρέθηκα σε μια νέα συνοικία, έφυγα με κάποια πράγματα πιστεύοντας ότι θα γυρίσω, τελικά δεν πρόλαβα. Κάποτε έλεγα ότι θα επιστρέψω να μείνω εκεί κοντά. Τώρα μάλλον δε με πολυνοιάζει.

Το 2007, ένα βράδυ έκανα μια βόλτα σ' αυτούς τους δρόμους, ένιωσα όλες τις παλιές ιστορίες και τους διαλόγους να έρχονται καταπάνω μου. Τις επόμενες μέρες κυκλοφορούσα με ένα χαρτί στην τσέπη στύβοντας όσο μπορούσα αυτή την αίσθηση και κάπως έτσι έγραψα το τραγούδι που λέγεται "στα τέλη των κασετών", ένα κολάζ εικόνων, ήχων και περιστατικών από τότε.

Καμιά φορά τα σκέφτομαι όλα μέσα από ένα φίλτρο που στρογγυλεύει τις αιχμηρές γωνίες εκείνων των χρόνων, αλλά πλέον το ξέρω ότι η νοσταλγία, τις σπάνιες φορές που έρχεται πια, είναι επειδή τότε απλώς ήμουν νεότερος και οι δρόμοι έμοιαζαν να είχαν περισσότερες διασταυρώσεις.

buildingsatnight.com