Νίκος Καπαντζάκης

1 + 0 = ∞. Περί βινυλίων και άλλων εμμονών

10 μικρές ιστορίες της εφηβείας μου

1. To Low του David Bowie. Ήταν ο δίσκος που ξεκαθάρισε το τοπίο των εφηβικών μου μουσικών αναζητήσεων και ταυτόχρονα ανέβασε τον πήχη πολύ ψηλά κι αυτό γιατί, ζώντας σ’ ένα χωριό στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο μόνος τρόπος ν’ ανακαλύψεις μουσικές ήταν το κρατικό ραδιόφωνο ή το να κάνεις παρέα με μεγαλύτερους, οι οποίοι είχαν ήδη ταξιδέψει, δει κι ακούσει πράγματα πέρα από τα σύνορα του εφηβικού σου κόσμου. Ένας τέτοιος φίλος, γυρνώντας από ένα ταξίδι του –κι ενώ του είχα δώσει χρήματα για να μου φέρει έναν άλλο δίσκο– μου έφερε το Low και μου είπε (ακόμη το θυμάμαι): «Έλα, έλα, άσ’ τα αυτά και πάρε ν’ ακούσεις τίποτα της προκοπής!». Και για να μπω στην ουσία του πράγματος, το Low είναι το άλμπουμ που κουβαλά το φορτίο μιας από τις πιο επιδραστικές Β’ πλευρές δίσκου. Η επαφή μου μαζί του ήταν νομίζω γονιδιακού επιπέδου, αν σκεφτώ πού οδήγησε τελικά τα μουσικά μου ακούσματα…

 

2. Το Secondhand Daylight των Magazine. Σ’ ένα κασετοφωνάκι που η θύρα του άνοιγε από πάνω, άκουσα το πρώτο μου κομμάτι από Magazine. Ήταν το Feed the enemy και κρυβόταν σε μια παλιά κόκκινη κασέτα χωρίς εξώφυλλο και ετικέτα. Το βινύλιο το αγόρασα τέσσερις φορές στη ζωή μου. Δεν ξέρω, ίσως έφταιγε το καταιγιστικό μπάσο του Adamson, η καφκική φυσιογνωμία του Devoto που σχεδόν έφτυνε τις λέξεις πάνω στα μινιμαλιστικά σκαλίσματα του McGeoch, οι progressive ονειρώξεις του Formula στα πλήκτρα, το πυκνό γυαλί στις μπαγκέτες του Doyle… Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια παραμένει ο δίσκος που σφυρηλατεί την άγνοιά μου απέναντι στην πιο άμεση τέχνη, τη μουσική.

 

3. Το Ege Bamyasi των CAN. Είναι αστείο το πώς άκουσα πρώτη φορά τους CAN. Μεγαλώνοντας σε ένα χωριό έξω από τη Δράμα, μάζευα από μικρό παιδί μπάμιες στα χωράφια των γονιών μου. Δύσκολα πράγματα, ο παιδικός μου πράσινος εφιάλτης ντυμένος με αφόρητη ζέστη και φαγούρα. Ένα πρωί, καθώς περνούσα έξω από ένα δισκοπωλείο στη Δράμα, είδα στη βιτρίνα το Ege Bamyasi, τις «Μπάμιες του Αιγαίου». Το πήρα χωρίς δεύτερη σκέψη, σχεδόν δεν ρώτησα περί τίνος πρόκειται. Θυμάμαι ότι ο δίσκος γυρνοβολούσε για μέρες μέσα στην κοιλιά ενός ξύλινου Grundig που είχαν φέρει οι γονείς μου από τη Γερμανία. Ένα άλμπουμ που σχεδόν το ένιωθα να χορεύει σαν σκιά πίσω από την πλάτη μου με ακούμπησε στον ώμο και, με τη δεινότητα της απογυμνωμένης απλότητάς του, μου έδειξε τον απέραντο και παράξενο κόσμο του KRAUTROCK.

 

4. To The Least We Can Do Is Wave to Each Other των Van Der Graaf Generator. Λένε πως τα αρώματα ξεκλειδώνουν τη μνήμη. Ο λόγος, οπλισμένος με τη βελούδινη λεπίδα της φωνής του Hammill, ορθώνεται απέναντι στη μουσική και το αντίθετο. Οι Van Der Graaf Generator είναι το άρωμα της παιδικότητάς μου που χτυπούσε πρόωρα την πόρτα της ενηλικίωσης. Το The Least We Can Do Is Wave to Each Other  είναι το νύχι του χρόνου που σκαλίζει τον τοίχο της μνήμης. Αριστουργηματικό και πάντα καλά κρυμμένο στο σάκο των περιπλανήσεών μου.

 

5. To Not Available των Residents ήρθε για να ντύσει με μουσική το πάθος μου για τους Ντανταϊστές. Το άκουσμά του είναι σαν να σε οδηγεί κάθε φορά μπροστά σ’ έναν καθρέφτη και να σε προκαλεί ν’ ανακαλύψεις όλες τις γκριμάτσες που μπορείς να κάνεις με το πρόσωπό σου. Το υποσυνείδητο χτύπημά του μου δημιούργησε την ψευδαίσθηση πως, αν ακουμπήσω το αυτί μου στο χώμα, θ’ αφουγκραστώ τα πάντα. Από τότε, τους λάτρεψα.

 

6. Το Trout Mask Replica του Captain Beefheart. Απενοχοποιημένο, ευφυέστατα αποδομημένο κι ο Captain να μετατρέπει τις λέξεις σε πυγολαμπίδες που με τον αυθορμητισμό τους ξεφτίζουν τον καμβά της γλώσσας. Με συνέτριψε την πρώτη φορά που το άκουσα. Έκτοτε… συνεχίζει να το κάνει.
“That’s right, the Mascara Snake. Fast and bulbous!”.

 

7. To Another Green World του Brian Eno. Είναι ο δίσκος που με οδήγησε στην άγνωστη πλευρά του new wave. Καθοριστικός, λιτός, με ασύγκριτες μελωδίες, το τελευταίο σκαλοπάτι για όλες εκείνες τις μουσικές που ήρθαν μετά.

 

8. To Fireside Favourites του Fad Gadget. Ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα που ακούει στο όνομα Frank Tovey. Η σκηνική του παρουσία, σε αντίθεση με το ευγενικό της φυσιογνωμίας του, άγγιζε τα όρια της αυτοκαταστροφής. Αυθεντικός, πρωτοπόρος, ένας χαρισματικός κλόουν. Το Fireside Favourites, το πρώτο του άλμπουμ και το πρώτο της Mute, είναι για μένα ένα από τα πιο σημαντικά άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής.

 

9. To ομώνυμο των Ultravox. Με το μπάσο να έχει τον πρώτο λόγο, όπως αρμόζει σε κάθε καλή new wave/post punk μπάντα, ο δίσκος των Ultravox ήρθε για να γεφυρώσει πράγματα και καταστάσεις. Με τον John Foxx να τραγουδά χωρίς κανέναν ενδοιασμό “I want to be a machine” και τον Brian Eno με το ένα χέρι στην παραγωγή και το άλλο στα πλήκτρα του “my sex”, ο δίσκος αυτός αποτελεί για μένα την αρχή του post punk.

 

10. To Desire των Tuxedo Moon. Πολίτες του κόσμου, καινοτόμοι, περιπλανώμενοι μουσικοί μ’ ένα παράξενο όνομα στις βαλίτσες τους, έφτασαν για πρώτη φορά στ’ αυτιά μου με το “East/Jinx/…/Music #1”. Είναι ο μαγικός τρόπος με τον οποίο ανοίγει το Desire. Από τότε και έπειτα δήλωσα στον εαυτό μου ότι θα τους ακούω για πάντα.

 

(Ο Νίκος Καπαντζάκης ήταν ιδρυτικό μέλος των Human Puppets, οι οποίοι ξεκίνησαν στις αρχές του 2000 παίζοντας minimal synth wave αποκλειστικά με αναλογικά συνθεσάιζερ. Το 2017 ίδρυσε τους Convex Model, οι οποίοι κινούνται σε πιο new wave και ψυχεδελικές φόρμες, διατηρώντας τον αναλογικό ήχο, όπως αυτός εκφράστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80. Επίσης εργάστηκε για πολλά χρόνια σε δισκοπωλεία στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σήμερα, πέρα από τους Convex Model, ασχολείται περιστασιακά με το ραδιόφωνο και τα dj sets.)

Φωτό: Μάρκος Χουζούρης