Πάμε στη Χονολουλού – Κώστας Μπέζος 1905-1943
Ένα βιβλίο το οποίο εξιστορεί και μελετά τη ζωή μιας μποέμ περσόνας της περιόδου του Μεσοπολέμου. Και μια συνέντευξη με τον συγγραφέα του. Του Νικόλα Μαλεβίτση
Το όνομα του Κώστα Μπέζου (αλλά και «Άσπρα Πουλιά», «Κωστής», χαβάγιες κ.ά). το άκουσα για πρώτη φορά από τον Γιάννη Ιασωνίδη (Orila) πριν από μια δεκαετία όταν ο Gordon Asworth (*1) ήταν στην Ελλάδα για μια σειρά συναυλιών με τον Πάνο Αλεξιάδη και έμαθα για τις εταιρείες του, αλλά και το υλικό που συνέλεγε για μελλοντικές εκδόσεις.
Έτσι, όταν είδα πριν από μερικούς μήνες την ανάρτηση των εκδόσεων Αίολος για το βιβλίο «Πάμε στη Χονολουλού» το οποίο θα αφορούσε τη ζωή του Μπέζου, περίμενα πώς και πώς να το πιάσω στα χέρια μου. Ιδίως όταν είδα ότι συγγραφέας (θα έλεγα και επιμελητής όλου του υλικού) ήταν ο Δημήτρης Κούρτης, τον οποίο είχα γνωρίσει πριν μία δεκαετία χάρη στον Γιάννη Ιασωνίδη (με αφορμή τη συλλογή και αφήγηση παραμυθιών). Ο Κούρτης, λοιπόν, είχε επιμεληθεί και βοηθήσει στη συλλογή υλικού των δύο δίσκων του Μπέζου που είχε κυκλοφορήσει ο Ashworth.
Δεν θα ξεχάσω την καύλα που ένοιωσα όταν ήρθε το τούβλο από τον Αίολο που περιλαμβάνει το τρομερό κείμενο του Δημήτρη Κούρτη, το οποίο δεν είναι μια στείρα βιογραφία του Κωστή Μπέζου, αλλά σχεδόν κοινωνιολογική μελέτη μιας ολόκληρης εποχής, αυτής του Μεσοπολέμου. Αναφέρεται στα διάφορα μουσικά είδη και επιρροές της εποχής, στις χαβάγιες, πως γεννήθηκε το είδος, πως εισήχθη στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Γίνονται πλείστες αναφορές σε διάφορα ανάλογα γκρουπ της εποχής εκτός από τα «Άσπρα Πουλιά» του Μπέζου.
Μου άρεσε πολύ που (ευτυχώς) οι διάφορες υποσημειώσεις δεν βρίσκονται στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου αλλά στο πλάι κάθε σελίδας κάνοντας την ανάγνωση πολύ πιο εύκολη. Ομολογώ ότι ξεδιπλώνεται μια πολυσχιδής προσωπικότητα ενός μποέμ τύπου, και οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν είχα δώσει την πρέπουσα προσοχή στα ένθετα που συνόδευαν τους δίσκους που βγήκαν στην Olvido και στην Mississippi, αλλά χάρη σε αυτή την έκδοση αποτυπώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η σκιαγράφηση της προσωπικότητας όπως και του έργου του Μπέζου.
Η μέγιστη έκπληξη βέβαια δεν ήταν μόνο τα σκίτσα του Μπέζου από εφημερίδες, το CD που συνόδευε το βιβλίο, ο όποιος εξωτισμός (δεν το λέω δηκτικά, εξάλλου πρόσφατα κυκλοφόρησε μια πολύ ωραία μελέτη για τον εξωτισμό στην ελληνική δισκογραφία στις εκδόσεις Fagotto, που προτείνεται επίσης ανεπιφύλακτα (*2)), αλλά η παράθεση του ταξιδιωτικού του ημερολογίου. Κατ΄ εμέ ήταν μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις του βιβλίου που κυριολεκτικά με έκαναν να το λατρέψω, και να το θεωρώ ως μια από τις πιο φανταστικές εκδόσεις που έχουν βγει τον τελευταίο καιρό. Δεν μένει μόνο σε μια παράθεση, όπως προανέφερα, βιογραφίας, και μιας εμπεριστατωμένης μελέτης γραμμένης από τον συγγραφέα, αλλά έχει και σωσμένο αρχείο καταγεγραμμένο από ένα άνθρωπο που έζησε την εποχή του από μια θέση που του επέτρεπε να έχει μια, όσο αυτό ήταν εφικτό, πιο αντικειμενική ματιά, επειδή οι καταγραφές δεν είναι μόνο αναμνήσεις ή γεγονότα περιοδειών, αλλά και περιγραφές της χώρας, συνθηκών και καταστάσεων που έβλεπε. Πιστεύω ότι μπορούσε να κρίνει και να καταγράψει σε μεγάλο βαθμό αντικειμενικά έχοντας και το φίλτρο της δημοσιογραφίας λόγω του επαγγέλματός του.
Έτσι δεν έχει μόνο αναφορά στην Αθήνα του Μεσοπολέμου, σε σκηνές ή θέατρα (βλέπε μάντρα του Αττίκ, κ.ά.) αλλά έχει και μια εικόνα της υπόλοιπης Ελλάδας το μεγαλύτερο μέρος της οποίας είχε δεν είχε 20 χρόνια που είχε απελευθερωθεί από τους Τούρκους, με περιγραφές διαφόρων πόλεων και σημείων με τα υπέρ και τα κατά τους.
Μου έκανε εντύπωση η αναφορά στη μυθική ιστορία για τη ληστεία της Πέτρας (*3), τη μεγαλύτερη ληστεία που έγινε στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα στη χώρα από τους λήσταρχους Ρετζαίους, η λεία της οποίας δεν βρέθηκε ποτέ, η αναφορά στο Μεγάλο Καφενείο στην Άμφισσα (λόγω καταγωγής κάθε αναφορά σε αυτό το μαγαζί πάντα με τραβάει, μπορεί κανείς να δει ένα μικρό ντοκιμαντέρ για αυτό εδώ), αλλά και για την πόλη μου τη Θεσσαλονίκη, αναφορές και φωτογραφίες της μυθικής Μπάρας (περιοχή μετά τον Βαρδάρη), αναφορές για την οποία μπορεί να βρει κανείς σε διάφορα βιβλία, ιδίως του Ηλία Πετρόπουλου (π.χ. Το Μπουρδέλο)
Αλλά αρκετά μακρηγόρησα. Έχοντας ξετρελαθεί με αυτό το βιβλίο ζήτησα από τον Δημήτρη Κούρτη να κάνουμε τη μικρή συνέντευξη που ακολουθεί.
Θα ήθελα να τον ευχαριστήσω (όπως και τους αγαπημένους Κάτια και Χρήστο Κουτσαφτή των εκδόσεων Αίολος).
- Με ποια αφορμή ασχολήθηκες με το έργο του Κώστα Μπέζου; Mήπως ξεκίνησε επειδή ο Gordon Asworth ενδιαφερόταν να κυκλοφορήσει υλικό του στην Olvidο ή μήπως είχες κάποιο έναυσμα για μια τέτοιου είδους μελέτη και παλιότερα;
Τον Κώστα Μπέζο τον ήξερα, όπως οι περισσότεροι ως «Κωστή», όταν είχα ακούσει το «Ήσουνα Ξυπόλητη» στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 σε κάποια συλλογή με ρεμπέτικα από εκείνες που έβαζαν τότε οι εφημερίδες. Εκείνη την εποχή, εγώ κι ένας φίλος ήδη παίζαμε ρεμπέτικα και διαβάζαμε όλη την τότε υπάρχουσα ρεμπέτικη βιβλιογραφία, αλλά δεν υπήρχε κάποια ευρύτερη πληροφόρηση ποιος είναι αυτός ο τύπος με αυτή τη βαριά μάγκικη φωνή που ερμηνεύει ρεμπέτικα με κιθάρα. Μας φαινόταν αρκετά παράξενο, ιδιαίτερα επειδή γνωρίζαμε τα ρεμπέτικα με κιθάρα του Γιώργου Κατσαρού, αλλά ποιος ήταν αυτός ο Κωστής; Θυμάμαι έτσι αυθόρμητα και αυθαίρετα θεωρήσαμε ότι ο Κωστής ήταν από τους άγνωστους ρεμπέτες της Αμερικής. Τα χρόνια πέρασαν και το 2014 ο φίλος μου Γιάννης Ιασωνίδης - Orila Records μου γνώρισε τον Gordon Ashworth που είχε έρθει τότε από το Portland, Oregon στην Αθήνα να παίξει μουσική με τον Πάνο Αλεξιάδη. Θυμάμαι του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση οι ηχογραφήσεις με τα ρεμπέτικα του Μπέζου και σκέφτηκε να τα κυκλοφορήσει στο label που τότε ξεκινούσε, την Olvido Records. Φεύγοντας από Αθήνα ο Gordon είχε στουμπώσει μία μεγάλη βαλίτσα με βινύλια από διάφορα δισκάδικα στην Αθήνα, την ξέχασε έξω από το ταξί φεύγοντας για αεροδρόμιο και γύρισε πίσω Αμερική. Στις αρχικές συνομιλίες μας για την έκδοση μιας κυκλοφορίας σε βινύλιο με τα 12 ρεμπέτικα που ηχογράφησε ο Μπέζος ως Α. Κωστής, ο Gordon σκέφτηκε να υπάρχει μέσα και μία σελίδα με μεταφρασμένους τους στίχους από τα ελληνικά στα αγγλικά, για το αμερικάνικο κοινό. Όμως ο Μπέζος θεωρούνταν ακόμα και τότε, το 2014, ένας μουσικός θρύλος για τον οποίο πολύ λίγα πράγματα γνωρίζαμε. Υπήρχαν ακόμα και χρόνιες διαμάχες σε φόρουμ για το αν ο Κώστας Μπέζος από το συγκρότημα «Άσπρα Πουλιά» και ο ρεμπέτης Κωστής είναι το ίδιο πρόσωπο. Επιπλέον, μόνο μία φωτογραφία του υπήρχε διαθέσιμη. Στις αρχικές μας συνομιλίες ο Gordon, ο Γιάννης Ιασωνίδης και εγώ προσπαθούσαμε να μεταφράσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα τους στίχους από τα ρεμπέτικα στα αγγλικά. Εμένα όμως μου ενεργοποιήθηκε το μικρόβιο της έρευνας, που υπήρχε ήδη από τις επιτόπιες έρευνες που είχα κάνει στο πλαίσιο κάποιων ντοκιμαντέρ, όπως για τους Ζεϊμπέκους της Μικράς Ασίας στην Τουρκία (*4) και άλλα. Έτσι, είπα να προσπαθήσω κι εγώ να ρίξω λίγο φως στη ζωή αυτού του μουσικού και, καθώς δεν υπήρχε πολύ διαθέσιμο υλικό τότε στο ίντερνετ, άρχισα να ψάχνω σε βιβλία και τότε βρήκα κάποια σκίτσα του σε κάποιες εκδόσεις για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, αλλά το πιο σημαντικό εύρημα ήταν ο επικήδειος του Κώστα Βάρναλη την επόμενη μέρα θανάτου του Μπέζου που είδα δημοσιευμένο στο βιβλίο «Τα φέιγ βολάν της Κατοχής», Καστανιώτης 2007, που με συγκλόνισε. Ήταν η πρώτη φορά που διάβαζα κάτι από κάποιον που πραγματικά τον είχε γνωρίσει. Ο Gordon παράλληλα προσέγγισε τον Tony Klein για να γράψει κάποιο μικρό κείμενο και η ιδέα ενός μικρού booklet άρχισε να γεννιέται. Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε mail καθημερινά οι τρεις μας κι εγώ είχα ήδη κοσκινίσει ό,τι υπήρχε στο διαδίκτυο, ακόμα και το άρθρο του Μπέζου για τον Μάρκο Βαμβακάρη που συμπτωματικά είχε ανέβει επίσης τότε στην ιστοσελίδα “Λαϊκό Τραγούδι”. Υπήρχαν ήδη αρκετά ευρήματα για να γράψει ο Tony κάποιες σημειώσεις. Όλα αυτά όμως δεν ήταν τίποτα μπροστά στην ανακάλυψη ενός κουτιού με φωτογραφίες που μου έδωσαν οι εναπομείναντες συγγενείς του Μπέζου, ο τραγουδοποιός Θάνος Καλλίρης και η αδερφή του, Κατερίνα Καλλίρη. Θυμάμαι ακόμα την ανατριχίλα που ένιωθα επί πολλές ώρες κοιτάζοντας και σκανάροντας ένα φωτογραφικό υλικό στο οποίο εκτός από τον Μπέζο, μπορούσα να αναγνωρίσω τον Αττίκ, τη Δανάη Στρατηγοπούλου και τον Ορέστη Λάσκο, ενώ έβλεπα εκτός από τον Μπέζο κι άλλους άγνωστους μουσικούς να κρατούν την κιθάρα ξαπλωμένη στα γόνατα με slide, κάτι πρωτόγνωρο για εμένα τότε, ότι δηλαδή υπήρχε στην Ελλάδα μουσική σκηνή με κιθάρες σλάιντ που έπαιζαν μουσικές επηρεασμένες από τη χαβανέζικη μουσική σκηνή. Όταν επικοινώνησα τα νέα στην ομάδα, θυμάμαι να απαντάει ο Tony ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχαμε πρόσβαση σε έναν κρυμμένο θησαυρό, τον Ιασωνίδη να με λέει “λαγωνικό Κ9” και τον Gordon να απαντάει το εξής: “MALAKA!!! AX BAX!!! Oof, I can't breathe.. me pianoune zaladhes!” Με αυτό τον τρόπο η μία σελίδα που θα συνόδευε την κυκλοφορία έγινε ένα όμορφο booklet 28 σελίδων και το κοινό μπόρεσε επιτέλους για πρώτη φορά να δει φωτογραφίες αυτού του μύθου της ελληνικής προπολεμικής μουσικής, να ταυτιστεί ο Κώστας Μπέζος με τον Κωστή και να αποκτήσει μεγάλη αξία η μουσική κυκλοφορία: A.Kostis, The Jail's a Fine School, released September 17, 2015. Co-released by Olvido Records and Mississippi Records. Produced by Gordon Ashworth, Tony Klein and Dimitris Kourtis
- Που με οδηγεί να ρωτήσω πως γεννήθηκε η ιδέα για τη δημιουργία του βιβλίου;
Όταν κυκλοφόρησαν τα 12 ρεμπέτικα, σχεδόν αυτόματα ξεκίνησαν και οι συνομιλίες για μια δεύτερη έκδοση με μουσική του Μπέζου, αυτή τη φορά με το μουσικό είδος το οποίο πραγματικά έπαιζε, τις χαβάγιες. Αυτή τη φορά άρχισα να κάνω έρευνα σε ψηφιοποιημένα αρχεία, καθώς ο Μπέζος εκτός από μουσικός εργαζόταν και σε εφημερίδες. Σε αυτή την έρευνα άνοιξε μια άλλη βεντάλια ευρημάτων, καθώς ακολούθησα ένα ερευνητικό μοτίβο που μου έδωσε τέτοια αποτελέσματα, ώστε γνωρίζω πια με μεγάλη βεβαιότητα, ακόμη και τώρα, πού βρισκόταν ο Μπέζος οποιαδήποτε στιγμή από το 1929 ως το 1943, σε ποια εφημερίδα εργαζόταν, εάν βρισκόταν στην Καλαμάτα, στην Κωνσταντινούπολη, στο Κάιρο, στο Ζάγκρεμπ, στην Καρδίτσα, στο Βελιγράδι, στην Άρτα, στην Τήνο, τη Βηρυτό και δεκάδες άλλα μέρη στα οποία περιόδευσε ως αρχηγός της μπάντας Άσπρα Πουλιά παίζοντας χαβάγιες, ένα ελληνικό υβριδικό μουσικό είδος με επιρροή από τη Χαβάη, το οποίο άνθισε στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1930 και έσβησε σιγά σιγά μετά την Κατοχή. Όλη αυτή η έρευνά μου χρησιμοποιήθηκε κατά μέρος για το επίσης 28σέλιδο booklet της δεύτερης κυκλοφορίας με χαβάγιες, υλικό που παραχώρησε ο συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου Μάνθος Μανιός και ο Σταύρος Κουρούσης, και έπειτα από εκ νέου ανταλλαγή εκατοντάδων mail με Gordon και Tony: Kostas Bezos & the White Birds Co-released by Olvido Records (OLV-002) and Mississippi Records (MRP-098) on January 30th, 2017. Produced by Gordon Ashworth, Tony Klein and Dimitris Kourtis. Όταν βγήκε αυτή η μουσική κυκλοφορία και καθώς ξεφύλλιζα για πολλοστή φορά το βιβλιαράκι που είχαμε φτιάξει για αυτήν, ένιωσα ότι δεν είναι αρκετό για να αποτυπώσει την εποχή και πως τη βίωσε ο Μπέζος. Τότε ήταν που σκέφτηκα για πρώτη φορά ότι ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν ένα βιβλίο.
- Αντιμετώπισες κάποιο πρόβλημα κατά την επικοινωνία με τους συγγενείς; Έχω την απορία γιατί κατά καιρούς κάποιοι δεν επιθυμούν (όχι απαραίτητα κακόβουλα) να μιλήσουν για το έργο ενός εκλιπόντα όταν κάποιος διεξάγει έρευνα για τη δουλειά του.
Δεν αντιμετώπισα κανένα πρόβλημα στην επικοινωνία με συγγενείς, με βοήθησαν όσο μπορούσαν με όσα γνώριζαν και είμαστε σε συχνή επαφή τα τελευταία 10 χρόνια. Όμως τα υλικά που περιέχει το βιβλίο δεν προέρχονται μόνο από συγγενείς του Μπέζου. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 χρόνων έχω έρθει σε επαφή και με άλλους συγγενείς συνεργατών του Μπέζου οι οποίοι πραγματικά με βοήθησαν και μου έδωσαν φωτογραφικό υλικό και έχω κάνει δεκάδες συνεντεύξεις με ανθρώπους που είχαν κάτι να μου πουν για την εποχή. Ένας φίλος μου μετέφερε ακόμα και τη μαρτυρία της γιαγιάς του προσφύγισσας από τη Σμύρνη «παιδάκι μου εμείς δεν ακούγαμε μικρασιάτικα στην Αθήνα που ήρθαμε, χαβάγιες ακούγαμε». Ωστόσο, κάποιοι άλλοι δεν επιθυμούσαν να συνεργαστούν, δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν ακόμα και να αφιερώσουν 5 λεπτά να κοιτάξουν το αρχείο τους. Δεν τους κατηγορώ, κάποιος μου είπε ότι το φωτογραφικό αρχείο της οικογένειας το έχει ένας θείος που δεν μιλάνε πια και του είναι αδύνατον να κάνει επαφή μαζί του, κάποιος άλλος δεν είχε τη διάθεση να ασχοληθεί με τα παλιά γιατί του προκαλούν θλίψη, όσο κι αν προσπάθησα επί μήνες. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε υπάρχει μια αποθήκη σε μια πόλη της Ελλάδας που δεν θέλω να αναφέρω με δίσκους γραμμοφώνου και πολλές φωτογραφίες ενός συνεργάτη του Μπέζου, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν επιθυμεί για τους δικούς του λόγους να δώσει το υλικό παρόλο που τον έφερα σε επαφή με τον πρώτο ξάδερφό του που τον έψαχνε 30 χρόνια. Αυτό το υλικό θα χαθεί για πάντα, θα καταλήξει στα σκουπίδια ή στην καλύτερη περίπτωση σε κάποια αγορά μεταχειρισμένων που κανείς δεν θα γνωρίζει ποιοι είναι οι άνθρωποι που απεικονίζονται στις φωτογραφίες. Είμαι εξοικειωμένος με αυτή την τροπή πολλά χρόνια τώρα. Η λήθη είναι παρούσα, δεν μπορούμε να σώσουμε τα πάντα. Δεν είναι εύκολη η βουτιά στο παρελθόν, πρέπει να είσαι εξοπλισμένος με εργαλεία και ερευνητικές μεθόδους, αλλιώς θα σε συνθλίψει το παρελθόν, η νοσταλγία και η ματαιότητα του χρόνου που πέρασε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση άντεξα γιατί είχα στόχο να φτιάξω μια ιστορία με την οποία ο αναγνώστης θα περιηγηθεί στη δεκαετία του 1930 μέσα από τα μάτια ενός περιοδεύοντος μουσικού και καλλιτέχνη, ενώ θα γνωρίσει και τον ίδιο τον ήρωα, μια ανείδωτη βιωμένη πραγματικότητα που ξεδιπλώνεται ως μια διαφορετική αφήγηση από αυτήν που η επίσημη ιστορία έχει καταγράψει για την εποχή του Μεσοπολέμου.
- Πώς αποφάσισες τη δομή του βιβλίου; Είναι ίσως κάτι που εξαρχής δημιουργήθηκε σαν ιδέα μέσα σου ή κατά την πορεία της επεξεργασίας των στοιχείων θεώρησες ότι πρέπει να παρουσιαστεί όλο το υλικό, εννοώ και των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ώστε αφενός να δημοσιευθεί όλο το υλικό που βρέθηκε και αφετέρου να παρουσιαστεί όσο το δυνατό πληρέστερα η πολυσχιδής προσωπικότητα του Μπέζου;
Στην αρχή το ερευνητικό υλικό παραλίγο να με καταπιεί, δεν μπορούσα να βρω τον τρόπο παράθεσης ενός τόσο μεγάλου όγκου που αποτελούνταν από φωτογραφίες, κείμενα, συνεντεύξεις, βιβλία, περιοδικά και ηχογραφήσεις. Ο μόνος τρόπος που μπορούσα να το κάνω θα ήταν με ένα ντοκιμαντέρ στο οποίο υπάρχουν περιορισμοί, δεν υπάρχει ο χρόνος να παραθέσεις αυτά που πραγματικά θέλεις. Αναρωτήθηκα επίσης αν έπρεπε να ακολουθήσω μια γραμμική εξιστόρηση ή αν έπρεπε να τα εμπλέκω όλα μαζί, δηλαδή να γράφω εγώ και να αναφέρω κάτι για τον Μπέζο σε ένα ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη το 1937, μετά να διαβάζουμε ένα κείμενο του ίδιου του Μπέζου που βρισκόταν τότε εκεί, αυτό να μας πάει κάπου αλλού όπως μιλάω εγώ, μετά να βλέπουμε και μια φωτογραφία και γενικά το απόλυτο χάος. Όταν όμως έκανα την ερώτηση στον εαυτό μου ποιος θέλω να μιλήσει σε αυτό το βιβλίο τότε η απάντηση ήρθε αβίαστα: εγώ, ο Μπέζος και άνθρωποι που τον γνώρισαν από κοντά. Έτσι κράτησα αυτή τη δομή όπου στο πρώτο μέρος του βιβλίου γράφω εγώ για τον Μπέζο, το Μεσοπόλεμο και τις χαβάγιες, ενώ παραθέτω και 80 περίπου σελίδες φωτογραφικού υλικού και υλικού τεκμηρίωσης, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου γράφει ο Μπέζος μέσα από τα ταξιδιωτικά του κείμενα και περιηγήσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ στο τρίτο μέρος του βιβλίου γράφουν άνθρωποι που τον γνώρισαν και ήταν φίλοι ή συνεργάτες του. Με αυτό τον τρόπο μπορεί εύκολα ο αναγνώστης να διαβάσει το βιβλίο και ανάποδα, από το τρίτο μέρος προς το πρώτο ή ακόμα και να κάνει επιλογές.
- Καθώς θεωρώ την έκδοση ειλικρινά αξιολογότατη δουλειά απ’ όλες τις απόψεις, υπάρχει μήπως ιδέα για μια αγγλική (ή γενικότερα ξενόγλωσση έκδοσή της); Δεν είναι μόνο μια βιογραφία αλλά ως ένα βαθμό σχεδόν κοινωνιολογική μελέτη μιας εποχής, ενός μουσικού είδους (χαβάγιες), κλπ.
Θεωρώ ότι η έκδοση έχει μεγάλη αξία για μια αγγλική εκδοχή της, καθώς μεγάλο μέρος της είναι μια ερευνητική προσέγγιση για ένα μουσικό είδος που ξεκίνησε από τη Χαβάη, έγινε μόδα στην Αμερική και στη συνέχεια στην Αγγλία, πριν τελικά κυριαρχήσει ως μουσική τάση και στην Ελλάδα, η οποία είναι η τρίτη χώρα σε αριθμό ηχογραφήσεων με χαβάγια μετά την Αμερική και την Αγγλία. Άξιο μετάφρασης είναι και το υπόλοιπο μέρος του βιβλίου, όπου ο αναγνώστης περιηγείται μέσα από τη γραφή του Μπέζου στην ελληνική επαρχία και βλέπει οπτικές της υπαίθρου και του κόσμου που κατοικεί σε αυτήν: έναν παππού που γνέθει μαλλί στο γεφύρι της Άρτας σε μια καλύβα το 1936 και δηλώνει θαυμαστής του Χίτλερ προμηνύοντας το κακό που έρχεται, την κακοποίηση των εκδιδόμενων γυναικών της κακόφημης συνοικίας της Μπάρας στη Θεσσαλονίκη το 1933 και άλλα πολλά που διαδραματίζονται στην Αθήνα, μια πόλη που από εκείνη την εποχή ήδη προσπαθεί να βρει την ταυτότητά της ανάμεσα σε ανατολίτικες επιρροές, τα Βαλκάνια και τη Δύση. Μια μεταμεσονύχτια περιπέτεια σε ένα καμπαρέ της οδού Πατησίων με χορεύτριες από τη Γερμανία και τζαζ μουσική, μια επίσκεψη σε ένα υπόγειο που τραγουδά η Ρόζα Εσκενάζυ το 1933, μια βραδιά σε νυχτερινό κέντρο με τον Μάρκο Βαμβακάρη ή μια επίσκεψη σε παράσταση με Καραγκιόζη δίνουν μια αρκετά καλή εικόνα της πρωτεύουσας την εποχή του Μεσοπολέμου.
- Η απόφαση για το συνοδευτικό CD πώς πάρθηκε; Σίγουρα βολεύει για να μπορεί κάποιος να έχει μια πλήρη εικόνα του έργου του. Αλλά μήπως υπήρξε το δίλημμα ψηφιακή ή φυσική κυκλοφορία;
Το βιβλίο είναι μια συρραφή κειμένων και πρωτογενούς υλικού με το οποίο ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να ταξιδέψει σε μια εποχή διαβάζοντας κείμενα και βλέποντας φωτογραφίες. Δεν θα μπορούσε να λείπει και η μουσική από αυτό το ταξίδι, ηχογραφήσεις που μπορείς να ακούσεις τη φωνή του Μπέζου ή να ταξιδέψεις με τις χαβάγιες. Το δίλημμα ψηφιακή ή φυσική κυκλοφορία υπήρχε για χρόνια, οπότε τελικά λύθηκε βάζοντας στη θήκη του cd ένα youtube link.
- Πως προέκυψε η συνεργασία με τον Αίολο; Αντιμετωπίσατε με την Κάτια (Κουτσαφτή) και τον Χρήστο (Κουτσαφτή) τίποτα προβλήματα μέχρι την υλοποίηση του βιβλίου;
Η συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Αίολο προέκυψε φυσικά για μια ακόμη φορά μέσα από την παρότρυνση του Γιάννη Ιασωνίδη ο οποίος είναι ο άνθρωπος κλειδί και τον εμπιστεύομαι απόλυτα. Με σύστησε στον εκδοτικό, έστειλα την πρότασή μου για την έκδοση αυτού του βιβλίου και τελικά μια χιονισμένη μέρα του Ιανουαρίου του 2022 που η Αθήνα ήταν αποκλεισμένη και δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα έβαλα τις ορειβατικές μου μπότες περπάτησα 30 λεπτά μέχρι τον εκδοτικό οίκο Αίολος και εκεί με περίμεναν η Κάτια Κουτσαφτή, ο Χρήστος Κουτσαφτής και ο κύριος Γιάννης Κουτσαφτής. Το ραντεβού μετατράπηκε σε συζήτηση 4 ωρών, ένιωσα ότι βρίσκομαι στην αγκαλιά μιας εκδοτικής οικογένειας που είναι και πραγματική οικογένεια και τελικά σε συνεργασία με το γραφείο Typical Organization for Standards & Order που δούλεψα συστηματικά μαζί τους για χρόνια και με την πολύτιμη βοήθεια του Δημήτρη Λυμπερόπουλου στη γλωσσική επιμέλεια, γεννήθηκε αυτό το βιβλίο μετά από τρεισήμισι χρόνια εντατικής δουλειάς και συνολικά δέκα χρόνια έρευνας. Φυσικά και υπήρχαν προβλήματα σε όλη αυτή τη διαδικασία, ειδικά όταν εμπλέκονται πολλοί άνθρωποι για την παραγωγή ενός τόσο ιδιαίτερου βιβλίου, τα οποία όμως λύναμε κάθε φορά με συζήτηση και κοινές αποφάσεις. Ενδεικτικά αναφέρω τους ανθρώπους με τους οποίους είχα συχνή επαφή και κάποιες φορές έπρεπε να μιλάμε και όλοι μαζί ή κατά ομάδες: Χρήστος Κουτσαφτής, Κάτια Κουτσαφτή και Γιάννης Κουτσαφτής των εκδόσεων Αίολος, Joshua Olsthoorn και Κώστας Βλαχάκης του γραφείου Typical Organization, Δημήτρης Λυμπερόπουλος στη γλωσσική επιμέλεια, Μάνθος Μανιός επιμέλεια μουσικής έκδοσης, Σταύρος Κουρούσης τεχνική επεξεργασία ήχου και αν προστεθούν οι άνθρωποι της Βιβλιοτεχνίας που το τύπωσε, οι άνθρωποι της εταιρείας που τύπωσαν το cd, οι παραγγελίες χαρτιών που μπορεί να βρίσκονταν σε έλλειψη και πολλά άλλα που τρομάζω μόνο που τα σκέφτομαι και δεν θέλω να αναφέρω, μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς ότι η ένταση παραμονεύει, αλλά το πνεύμα του Μπέζου μας προστάτευσε γιατί ένιωσε ότι αυτό το βιβλίο έγινε με πραγματικό μεράκι.
(*1) Αναφέρομαι στις εταιρείες Olvido και Mississippi (η πρώτη είναι εταιρεία του Gordon Asworth, στη δεύτερη ήταν συνιδρυτής αλλά αποχώρησε στις αρχές αυτής της δεκαετίας) που ανέσυραν από τη λήθη, όχι μόνο μια σειρά καταπληκτικών ηχογραφήσεων, αλλά και ένα ολόκληρο κόσμο που λόγω της παρέλευσης του χρόνου είχε είτε ξεχαστεί ή ζούσε περισσότερο μέσω αναφορών σε βιβλία (λογοτεχνικά, μελέτες), θρύλους, ή άρθρα και επιβίωνε χάρη στην αγάπη διάφορων ρεκτών. Αυτές οι εταιρείες έβγαλαν τις ηχογραφήσεις του Κωστή (τα ρεμπέτικα τραγούδια του) και το δίσκο με τα κομμάτια των Άσπρων Πουλιών και τις χαβάγιες.
(*2) Εξωτισμός στην ελληνική δισκογραφία, Γιώργος Ευαγγέλου (Fagotto Books)
(*3) Για τους Ρετζαίους έχουν γραφεί διάφορα βιβλία, κάποια είτε ως ιδιωτικές εκδόσεις, άλλα βρίσκονται και στο εμπόριο, μια σύντομη αναφορά μπορεί να βρει κανείς το καταπληκτικό «Οι λήσταρχοι, Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» του Βασίλη Τζανακάρη. Για τη ληστεία της Πέτρας αλλά και άλλες ιστορίες από τη ζωή των Ρετζαίων μπορεί να βρει κανείς επίσης σε ένα μικρό βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο που έχει επιμεληθεί ο Τάσος Θεοφίλου στις εκδόσεις Red'n'noir.
(*4) Γι όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τους Ζεϊμπέκους, προτείνω το εξαιρετικό βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη 'Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας' στις εκδόσεις Άγρα.




