100 χρόνια ελληνική τζαζ
Ένα μοναδικό βιβλίο για την ελληνική τζαζ, για την εκατονταετή της πορεία και κυρίως για τους ανθρώπους της. Του Αναστάσιου Μπαμπατζιά
Το τέταρτο στη σειρά βιβλίο που κυκλοφόρησε μέσα σε ενάμισι χρόνο με την υπογραφή του Φώντα Τρούσα. Και ελπίζω όχι το τελευταίο, γιατί αυτά τα βιβλία είναι λίγο σαν δώρα για τους μουσικόφιλους. Ο Φώντας Τρούσας αν και γνωστός πια στον χώρο, πρέπει να πω ότι είναι ένας από τους πιο ανοιχτούς και πολυπράγμονες μουσικογραφιάδες των τελευταίων δεκαετιών με γνώσεις βαθιές και πλατιές. Και σίγουρα είναι από τους ελάχιστους που θα μπορούσαν να γράψουν μια σοβαρή «ιστορία» σχετικά με την περιπέτεια της τζαζ στην Ελλάδα. Ούτως ή άλλως ήταν από τις βασικές και φλογερές πένες του καλύτερου μουσικού περιοδικού στην Ελλάδα, του Jazz και Τζαζ! Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν που το έκανε.
Το «100 χρόνια ελληνική τζαζ» είναι ένα βιβλίο ιδιαίτερα σημαντικό και πολύ ενδιαφέρον το οποίο δεν αφορά μόνο τους τζαζόφιλους αλλά όλους όσους ασχολούνται λίγο πιο πολύ από το σύνηθες με τη μουσική και σίγουρα όσους ενδιαφέρονται για τη μουσική εν Ελλάδι. Από όσο μπορώ να ξέρω, μια τέτοια παρουσίαση για την τζαζ στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει στο παρελθόν, τόσο εμπεριστατωμένη, συνολική και συμπυκνωμένη σε ένα βιβλίο. Η αξία του διαφαίνεται ήδη από αυτό. Καταγράφονται σχεδόν όλες οι περιπτώσεις καλλιτεχνών, καταστάσεων και γεγονότων που έχουν σχέση με τη τζαζ, από πάρα πολύ νωρίς, από μια εποχή που ελάχιστοι μπορούν ακόμα και να φανταστούν ότι υπήρχε στη χώρα τζαζ δραστηριότητα. Κι όμως η τζαζ ήταν μπροστά στα μάτια όλων ήδη από τον Μεσοπόλεμο μέσα στο θέατρο. Από κει ξεκινά η περιήγηση τούτου του βιβλίου. Μαθαίνουμε για πράγματα και γεγονότα πολύ σημαντικά που έχουν σχέση με τη τζαζ αλλά που ελάχιστα (έως καθόλου) έχουν έστω αναφερθεί ή που δεν θεωρούνταν μέχρι τώρα σημαντικά.
Ένα από τα σημαντικά πράγματα που ο συγγραφέας θεωρεί πρωτεύοντα και τα διατυπώνει με σαφήνεια είναι ότι η τζαζ, και στη χώρα μας, υπήρξε καταρχήν μια τέχνη λαϊκή. Αντίθετα με την πεποίθηση πολλών που αντιμετώπισαν το φαινόμενο τζαζ σαν να είναι μια μουσική για λίγους και κυρίως για πλούσιους, ο Τρούσας προσπαθεί με επιτυχία να προβάλει κυρίως τις λαϊκές της εκφάνσεις, έτσι όπως αυτές αστράφτουν στις μεγάλες μουσικές του Γεράσιμου Λαβράνου και του Μίμη Πλέσσα για παράδειγμα, αλλά φυσικά όχι μόνο εκεί. Δηλαδή η τζαζ στην Ελλάδα (και αλλού) δεν είναι μια φάση ελιτίστικη που μπορεί να ακούγεται σε σάλες ξενοδοχείων ή κρουαζιερόπλοια μόνο, αλλά μουσική πλήρης, νέα και ζωντανή. Οι μουσικοί που την παίζουν δεν βγαίνουν από το εργοστάσιο έχοντας όλοι τα ίδια εχέγγυα, τις ίδιες προδιαγραφές και τις ίδιες εμπειρίες, δεν έμαθαν μια μανιέρα και την παπαγαλίζουν. Μπορεί να προέρχονται από οπουδήποτε, από όλα τα περιβάλλοντα, από τα «σκυλάδικα» μέχρι τα πανεπιστήμια και τα μέγαρα μουσικής.
Πολλές φορές και συχνά, όταν πρόκειται για τη τζαζ, διάφοροι λάτρεις της μπορεί να έχουν μια άποψη κάπως στριφνή και δυστυχώς απόλυτη. Δηλαδή θεωρούν ότι η μουσική αυτή πρέπει να έχει κάποια πάρα πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μια απόλυτα αυστηρή φόρμα, αλλιώς δεν είναι κατά τη γνώμη τους τζαζ. Εκφράζουν μια ιδέα περί καθαρότητας. Όμως (και) στην τέχνη αυτή, η καθαρότητα είναι στείρα και οδηγεί τα πράγματα σε τέλμα. Ένας μονόδρομος που δεν συνδέεται με τίποτα και καταλήγει σε αδιέξοδο και τελικά ότι κάποτε ζούσε, γερνάει και πεθαίνει. Σε τούτο το βιβλίο ο αναγνώστης θα διακρίνει ακριβώς το αντίθετο. Μια αντιμετώπιση της μουσικής πιο ανοιχτή και κοινωνική που δεν αποστρέφεται, αντίθετα χειροκροτεί τα ευγενή και δημιουργικά μπασταρδέματα και τελικά δεν δίνει δεκάρα για την καθαρότητα. Ο συγγραφέας σκάβει παντού, και εκεί που φαινομενικά είναι αδύνατον να υπάρχουν τζαζ ευρήματα και όμως τελικά όχι απλώς υπάρχουν αλλά εμπλουτίζουν την εμπειρία μας. Ουσιαστικά αν ήταν αληθές αυτό που πρεσβεύουν αυτοί οι καθαρολόγοι δεν θα υπήρχε ελληνική τζαζ. Τζαζ θα ήταν μόνο αυτό που έκαναν οι μαύροι στην Αμερική (που και αυτοί όμως ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για την καθαρότητα αλλά κυρίως για την εκφραστικότητα). Ευτυχώς που έχουν άδικο λοιπόν οι κύριοι αυτοί και μπορεί οποιοσδήποτε να αντλήσει έμπνευση, να επηρεαστεί, να θαυμάσει οτιδήποτε και να δουλέψει όπως αυτός νομίζει επιλέγοντας ότι τον αφορά και μπολιάζοντάς το με το δικό του ειδικό και προσωπικό φορτίο, απ’ όπου κι αν κατάγεται και όπου κι αν ζει. Έτσι κι αλλιώς όλη η τέχνη είναι μια ιστορία συνεχούς μπασταρδέματος που μεταλλάσσει και εμπλουτίζει.
Από το θέατρο του μεσοπολέμου λοιπόν μέχρι και σήμερα στα άπατα της avant garde και του αυτοσχεδιασμού, όλα αυτά τα σοβαρά και σημαντικά γεγονότα, ονόματα, καταστάσεις, βιβλία, περιοδικά, φεστιβάλ που παρελαύνουν στο βιβλίο και που έχουν σχέση με αυτό το παγκόσμιο τελικά φαινόμενο της τζαζ, μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα τη θέση του και τη μορφή του στα καθ’ ημάς.



