Στα @ρχίδ#@ μας οι έξυπνοι που πάνε πιο ψηλά
Το λέει και ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά, τα χαμένα... κορμιά τα παίρνουν όλα. Του Αντώνη Ξαγά
«Οι Σάβειροι ήταν μια φυλή την οποία σήμερα δεν θυμούνται ούτε οι ιστορικοί, γιατί ενώ ήταν έτοιμοι να ιδρύσουν μια μεγάλη ασιατική αυτοκρατορία, όλοι άρχισαν να φοράνε τα ρούχα και τα στολίδια των Σαρματών και να απαγγέλλουν τα ποιήματά τους σαν να έπεσαν θύματα μιας μεταδοτικής αρρώστιας˙ και έτσι όχι μόνο έχασαν τη μνήμη τους, αλλά ξέχασαν και το μυστήριο που τους έδινε την ταυτότητά τους» γράφει κάπου ο Ορχάν Παμούκ στο περίφημο «Μαύρο βιβλίο» του αναφερόμενος σε λαούς και φυλές που εξαφανίστηκαν και ξεχάστηκαν επειδή «μιμούνταν άλλες φυλές (…), επειδή δεν ζούσαν τη δική τους ζωή».
Σε πιο κλασικά ιστορική αναφορά θα μπορούσαμε να πιάσουμε τον Τάκιτο και το «Περί της ζωής και του ήθους του Ιουλίου Αγρικόλα», που είναι η ιστορία του… πεθερού του κατά βάση, ο οποίος ήταν στρατιωτικός με δράση κυρίως στην Βρετανία, και στο οποίο έργο ενσωματώνει κάμποσες παρατηρήσεις για τους αρχαίους «Βρετανούς» (πολλά τα εισαγωγικά εδώ) και τον τρόπο που οι ντόπιες ελίτ μιμούνταν τους Ρωμαίους στα πάντα, από το ντύσιμο μέχρι χμμμ τις τέχνες.
Σε ένα συνειρμικό άλμα σκέψης, έχω μια υποψία ότι η περίφημη ιστορικός του μέλλοντος ίσως ερμηνεύσει και υπό ένα τέτοιο ευρύτερα ‘μετα-αποικιακό’ πρίσμα την πολιτισμική αγγλοσαξονική (κατά βάση και κυριολεκτικά κατ’ επέκταση, αμερικάνικη) κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο του 20ου αιώνα, για το πώς διαδόθηκε και επιβλήθηκε η λαϊκή ουσιαστικά μουσική (και όχι μόνο) της υπερδύναμης-μητρόπολης στην άμεσα ή έμμεσα εξαρτημένη περιφέρεια.
Και για να το μεταφέρουμε, έστω και απλουστευτικά, αυτό το ερμηνευτικό σχήμα, στις «δικές μας ζωές», και στον τρόπο που εμείς τις βιώνουμε μουσικά… Κι αν κατά καιρούς (κι ακόμη δηλαδή…) αγαπήσαμε πολλά σχήματα από την λεγόμενη «αγγλόφωνη» πτέρυγα του ελληνικού ροκ, της ελληνικής σκηνής ευρύτερα (αγνοώντας το ήδη εγγενώς οξύμωρο της έκφρασης), κι αν συμμεριστήκαμε τους λόγους που έκανε ένα μέρος της ελληνικής νεολαίας να στραφεί για τον αυτοπροσδιορισμό και την ιδιοπροσωπική της διακριτότητα (και… ορατότητα) σε μακρινούς ξένους αστέρες, είναι ωστόσο καιρός να απο(παρα)δεχτούμε ότι τελικά η ουσιαστική κοινωνική τους απεύθυνση και επίδραση (και δεν το αναφέρουμε αυτό απλά και μόνο στη βάση μιας αναγνωρισιμότητας και της όποιας «επιτυχίας») υπήρξε ιστορικά πολύ περιορισμένη. Με κύρια αιτία φρονώ το εμπόδιο της γλώσσας, που όσα lower και proficiency κι αν κατέχει κανείς, όση τριβή μαθητείας και να αποκτήσει καμιά, τούτο είναι τελικά εν ζωή ανυπέρβλητο. Γιατί η γλώσσα είναι κάτι παραπάνω από λέξεις στα λεξικά και γραμματικοί κανόνες, είναι ένας ολόκληρος κόσμος, τον ορίζει ή μπορεί και να τον περιορίζει, ας αφήσουμε τους γλωσσολόγους να ερίζουν περί αυτού, υπέρ ή κατά του θείου Βιτγκενστάιν. Σίγουρα όμως τον προσδιορίζει και εν τέλει τον καθορίζει.
Γα να το δούμε από την αντίστροφη όψη, φαντάζεται κανείς τους Lost Bodies και την ιδιότυπη στιχουργική τους… στ’ αγγλικά π.χ.; (what the hell are we going to do with the pipes? are we going to carry the sea with the pipes? θα θύμιζε αντίστοιχες κωμικές μεταφράσεις που όλοι οι μαθητές κάναμε στους Στρατηγάκηδες της εποχής). Θα είχε την ίδια απήχηση και κυρίως απεύθυνση και ευθυβολία και αμεσότητα; Θα έφτανε μέσα μας, θα μας τα ‘έσκαγε’ συναισθηματικά, θα μας φόρτιζε, θα μας τσιγκλούσε, θα μας συν-κινούσε το ίδιο; Θα μιλούσε το ίδιο για τις ζωές μας, για τις συνθήκες του δικού μας (μικρο)κόσμου μας; Enough, you assholes, enough;
Μιλώντας για απεύθυνση, μέχρι να στρωθώ να γράψω το κειμενάκι για το βιβλίο αυτό, η πρώτη έκδοσή του εξαντλήθηκε, μέσα σε λίγες μάλιστα εβδομάδες. Ένα βιβλίο το οποίο είναι εγχείρημα συλλογικό, με όσα de facto θετικά και αρνητικά κουβαλά αυτό, ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση φαντάζει να είναι ο πλέον ενδεδειγμένος και λειτουργικός τρόπος προσέγγισης ενός σχήματος το οποίο είναι το ίδιο τόσο συλλογικό, πολυπρισματικό και πολύπλευρο και δύσκολο να μπει σε καλούπια, που πραγματικά δεν χωρά πουθενά, πουθενά (πολύ περισσότερο από τον… ερμηνευτή του ιδίου του κομματιού αυτού, ο οποίος πάντως να σημειωθεί υπήρξε καθοριστικός παράγοντας στο να βρουν τον δισκογραφικό τους δρόμο τότε στα μέσα των 90s). Είτε τα καλούπια αυτά είναι ειδολογικά (ναι, και ιδεολογικά, δεν είναι τυπογραφικό) και ταξινομικά (μα τι είναι; είναι πανκ; αρτ πανκ, που λέει και ο ντράμερ τους ο Λέανδρος Φράτνικ; μα αυτό ακούγεται σαν τζαζ! κι αυτό το ηλεκτρονικό μπιτ; κι εδώ δεν είναι μπλουζ η κιθάρα;) είτε και του τρόπου δράσης, είναι λίαν αξιοσημείωτο πως ένα σχήμα το οποίο ξεκίνησε στην μικροαστική ερημιά της Καλλιθέας με διατομική διάδραση (Θάνος Κόης και Αντώνης Παπασπύρου τότε) diy πνεύματος που απέφευγε, αν δεν αρνούνταν κιόλας τη δημόσια εμφάνιση, μετατράπηκε με τα χρόνια σε ένα πολυπρόσωπο σχήμα ορθάνοιχτο σε συνεργασίες το οποίο ζει και αναπνέει στη σκηνή. Δεν μπορείς να κατανοήσεις (αν κιόλας…) τους Lost Bodies αν δεν βρεθείς σε κάποια από τις συναυλίες τους, στις οποίες σχνά ελλοχεύει και η έκπληξη και το απρόοπτο. Που δεν είναι και λίγες, και κατά κανόνα στο πλευρό και στη στήριξη συλλογικοτήτων και κινημάτων και κοινοτήτων ‘εκτός’, αντί»’, άλλων ‘χαμένων κορμιών’. Και ας σημειωθεί, για συναυλίες σχήματος που έχει τις ρίζες του στα ‘ηρωικά’ 80s, το κοινό εμφανίζει μια εντυπωσιακή διαγενεακότητα, δεν κυριαρχείται δηλαδή κατά τα ειωθότα από άντρες μεσόκοπης και βάλε ηλικίας που ήρθαν να νοσταλγήσουν και να ανταλλάξουν πρωτεία απόκτησης, ερμηνείας και μήκη… δισκοθήκης. Εδώ δεν υπάρχει άσυλο για νοσταλγία και ρετρό.
«Οι Lost Bodies ήταν και είναι μια ανορθογραφία, μια λάθος φάλτσα νότα, μια λοξή ματιά. Λίγο απ’ όλα και τίποτα απ’ όλα. (…) Κοντολογίς και λιανά: οι Lost Bodies είναι αυτό που είναι», σημειώνει ο υποφαινόμενος (και… συμφωνώ μαζί του) σε παλιότερο κειμενάκι του το οποίο και φιλοξενείται στο βιβλίο αυτό. Μια ίσως κι εύκολη ταυτολογία που αναζητά ωστόσο ερμηνεία. Ένα ‘γιατί’. Ένα ‘πώς’; Είναι μια προφανής επιλογή η καταφυγή στις κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις και συσχετίσεις, οι οποίες ωστόσο φέρουν κι έναν περιορισμό. Πέραν του ότι και αυτές είναι γεννήματα της εποχής τους, με ότι αυτό συνεπάγεται, κυριαρχούνται συχνά κι από μια γραμμικότητα, έναν -εκ των υστέρων φυσικά!- ντετερμινισμό και μια αίσθηση αναπόφευκτου. Κι ενίοτε προσπαθούν μέσα από το τετριμμένο και το κοινότοπο να εξηγήσουν το ιδιαίτερο, ως αντίστιξη. Διαβλέπει την παγίδα αυτή ο Θανάσης Αντωνίου όταν σημειώνει στην δική του ερμηνευτική απόπειρα «η διαμόρφωση της αισθητικής των Lost Bodies δεν είναι το ευθύγραμμο αποτέλεσμα των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών». Πως θα μπορούσε άλλωστε; Γιατί μια αναγωγή εν προκειμένω στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, θα έπρεπε να εξηγήσει το γιατί δεν έχουμε… δυο, τρεις, πολλούς Lost Bodies και μείναμε με μια… ανορθογραφία. Το γενικό πλαίσιο των καιρών είναι άλλωστε σαν το χώμα. Σε αυτό μπορούν να ανθίσουν κάθε λογής λουλούδια και αγκάθια. Όπως κι αν τους δεις, οι Lost Bodies άνθισαν κάπου σε μια ρωγμή της ελληνικής μεταπολιτευτικής κοινωνίας αλλά και του ελληνικού underground επίσης. Παρολ’ αυτά, όχι γι’ αυτά…
Μέρος ειδοποιό μιας απάντησης θα ήταν σίγουρα το χιούμορ τους. Κι αν στη χώρα μας υπάρχει μια μακρά παράδοση (και δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε τόσο πίσω μέχρι τον Αριστοφάνη, ας θυμηθούμε την δεκαετία του ’70 όπου υπήρχε ολόκληρη θάλλουσα σκηνή με ονόματα όπως ο Γιώργος Μαρίνος, ο ΛοΓό, ο Θέμης Ανδρεάδης και άλλοι, σε ένα εύρος που έπιανε από τον ανέξοδο χαβαλέ μέχρι την ιοβόλο σάτιρα), ο χώρος του underground σε όλες τις εκφάνσεις του, ξεκινώντας από το πολιτικό φτάνοντας μέχρι το μουσικό, έπασχε κατά κανόνα από βαρεία σοβαροφάνεια, μουρτζουφλίαση, χιουμοριστική αναιμία και δυσανεξία («Μα αναρόφηση με ένα ρο;;!» μια αντίδραση στην κυκλοφορία της πρώτης τους κασέτας «Αναρόφηση τροφής» το 1988, από τις πολλές αμήχανες της εποχής, πολλοί βραχυκύκλωσαν τότε, συμπληρωματικά αξίζει να ακούσει κάποιος μερικές σπαρταριστές αφηγήσεις του ιδίου του Κόη σε παλιότερη MiC Label εκπομπή μας). Από την άλλη μεριά, «Γελάστε, γελάστε πολύ (κι αν είναι οι μισθοί χαμηλοί)», είναι το σύνθημα των Lost Bodies, το γέλιο μπορεί να είναι αυτό το σαρδόνιο γέλιο του Θάνου, που είναι σαν να το ακούω, μπορεί να είναι γάργαρο και βροντερό, να έχει σουρεαλιστικές και ντανταϊστικές αναφορές (π.χ. ακούγοντας το «Στην υγειά σου μαέστρο» αναφερόμαστε κατευθείαν στον Kurt Schwitters), μπορεί να είναι χαβαλετζίδικο και χονδροειδές ακόμη, ηθογραφικό (ουχί όμως ηθικολογικό), σκωπτικό, πικρό, στοχαστικό… Μια στην πράξη συνειδητοποίηση ότι η τέχνη είναι η ίδια είναι εκ φύσεως ένα παιχνίδι, με όλη την σοβαρότητα του όρου (να επικαλεστούμε για να δώσουμε και φιλοσοφικό βάρος τον homo ludens του Χουιζίνγκα) που αψηφά στρατεύσεις και φανατισμούς. «Ελάχιστα ανάλογα σχήματα μπορώ να θυμηθώ στην ελληνική μουσική. Το Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ. Ίσως και κανά δύο ακόμη. Αυτά.»
Και πρόκειται επιπλέον για ένα χιούμορ το οποίο εκδηλώνεται και αποτυπώνεται και στην ίδια τη μουσική, όχι μόνο στον λόγο. Και πως να γινόταν αλλιώς; Φόρμα και περιεχόμενο δεν μπορούν παρά να βρίσκονται σε μια διαρκή διαλεκτική σχέση. Με αρωγό και μια στάση βαθιά ακομπλεξάριστη (δεν μ’ αρέσει καθόλου το επίθετο αυτό και η ισοπεδωτική αμπελοψυχολογική του χρήση, ωστόσο εδώ βρίσκει στόχο) που ανοίγεται σε έναν πλατύ ορίζοντα μουσικών αναφορών, δεν είναι μόνο που τα μέλη του συγκροτήματος κουβαλούν έκαστο την δική του ηχητική σκευή, αλλά βασίζεται και στην βιωματική (ερημοσπιτική και πολυτεχνίτικη επίσης) πορεία του Θάνου Κόη. Είπαμε, συλλογικό πια το εγχείρημα, ωστόσο ο Κόης είναι ο συνδετικός ιστορικός κρίκος, η καρδιά και το συκώτι των Lost Bodies, ως προσωπικότητα και οντότητα. Κουβαλώντας μια παιδεία που τον έφερε αρχικά κοντά στην ελληνική παραδοσιακή μουσική και δημοτική και ρεμπέτικη (δίπλα στον μεγάλο Σίμωνα Καρά και τον πνευστό Πέτρο Καλύβα) για να φτάσει μέχρι την rave και την gabba ακόμη, και το progressive, και το κλασικό ροκ, και την κλασική μουσική και άλλα κατά καιρούς …αλλεργιογόνα για τον ‘χώρο’ ακούσματα, χωρίς όμως να πέφτει και στην εστέτ χιψτερο-συμπερίληψη ‘ακούω τα πάντα’. Όλα τούτα περνάνε στην μουσική, ευθέως ή υποδορίως, με έναν πειραματικό τρόπο (αν και ο Cage έλεγε ότι δεν υπάρχει πειραματική μουσική αλλά μόνο διαδικασία προς αυτή) που κι αν δεν πετυχαίνει πάντα, σε πείθει για την αυθεντικότητα και το ήθος του. Και είναι αυτό το ήθος που τους επέτρεψε να περάσουν αβρόχοις ποσί την περιπέτεια με την πολυεθνική εταιρεία (Virgin), όπου είχε βγει ο δίσκος τους «Γεννετικά καθαροί» (μα… γενετικά με δύο νι;;) (κι εδώ, προς επίρρωσιν, ας επικαλεστούμε τον ‘θεό’ του underground Michael Gira να λέει σε συνέντευξή του, σοκάροντας ίσως διάφορους όψιμους θαυμαστές του: «δεν ενδιαφέρομαι για την εναλλακτική κουλτούρα, για μένα είναι ένας ακόμη τρόπος οι άνθρωποι να προσαρμοστούν. Δεν ενδιαφέρομαι ούτε για την ανεξάρτητη δισκογραφική σκηνή (…) Μ’ ενδιαφέρουν οι ξεχωριστοί άνθρωποι που κάνουν δυνατό έργο και δεν μ’ ενδιαφέρει αν είναι σε μεγάλη εταιρεία ή όχι». Είναι το ίδιο ήθος και το ίδιο φύσει και θέσει αντιεξουσιαστικό πνεύμα που τους έχει βοηθήσει να αντιμετωπίσουν ακόμη και τις μικρές εξουσίες που αναδεικνύονται και αναπαράγονται στον ‘αντιεξουσιαστικό’ χώρο, που στην μικρή ακτίνα τους γίνονται μεγάλες, κάτι σαν την ισχυρή πυρηνική δύναμη, την ισχυρότερη μάλιστα στη φύση ((δεν θα ξεχάσω π.χ. μια φορά που οι Lost Bodies κόπηκαν από μια συναυλία επειδή λέει είχαν νωρίτερα παίξει σε «μαγαζί με εισιτήριο»).
Γράφει υπερθεματίζοντας στο ελευθεριακό αίτημα σε συναρμογή με την αισθητική, ο πρόσφατα συγχωρεμένος Αργύρης Ζήλος σε μια από τις κριτικές-χαϊκού του για τον δίσκο «Υποτροπή» στην δική μας Lazy Dog: «φιλοσοφικό δοκίμιο, μηδενιστική βλασφημία, πεδίο προωθημένων ηχητικών δοκιμών, σαρδόνια αποσύνθεση της ηλεκτρικής φόρμας, τυχαίο κολάζ, αναρχική βολή κατά παντός του κατεστημένου επιστητού και του μουσικού μαζί – τίποτε μην το πείτε. Δεχτείτε το σαν ένα βήμα προς την πλήρη εκφραστική ελευθερία, στα πλαίσια πάντα μιας κατακτημένης κι εξελισσόμενης αισθητικής». 4 αστεράκια…
Όλα τούτα αναδεικνύονται, άλλα περισσότερο άλλα λιγότερο, στο βιβλίο αυτό, το οποίο τηρουμένων των αναλογιών, για αφιερωματικό βιβλίο, κρατά την αναπόφευκτη αγιογραφική παρόρμηση υπό έλεγχο. Είναι που τον τόνο τον δίνει και ο νηφάλιος, πηγαία αυθόρμητος, (αυτο)σαρκαστικός λόγος του Κόη, μακριά από τον ναρκισσισμό και τον αυτοθαυμασμό. Χωρίς ψευτοηρωισμούς και ψευτορομαντισμούς (και σίγουρα όχι… κρατικούς, σε απόσταση από τα στεγασμένα εκτροφεία της ιδρυματοποιημένης εναλλακτικότητας). Και τα πεπραγμένα μιλάνε. Μόνο αυτά ίσως.
«Ρωτάς αν αντέχω ακόμη να παίζουμε; Να κάνουμε συναυλίες; Να βγάζουμε δίσκους; Μα αυτό που κάνω είναι μαγεία!! Δεν τίθεται ερώτημα «αν αντέχεις» εφόσον περνάς καλά. Αν αυτό που κάνω ήταν κάτι σαν …«δένω το ατσάλι», ε, μάλλο θα τα είχα παρατήσει. αλλά δεν τίθεται τέτοιο θέμα! Αυτό που κάνω με τους Lost Bodies είναι στη φύση μου…»
Και πάντα δύσκολα θα είναι. Πάντα Κρίση θα έχουμε… Πάντα όμως, παρολ’ αυτά. Καλά να είμαστε, και ραντεβού στην επόμενη συναυλιακή έπαλξη. Να βάλει ο Θάνος τα γυαλάκια της πρεσβυωπίας (περνάει ο καιρός…) και να δώσει το σύνθημα. Κι ας μην πιάνει πια η φωνή του τις παλιές ψηλές συχνότητες. Τόσα γαρ τα κομμάτια που «μου γαμάνε τα λαιμά μου»…
Μερικές άγραφες σελίδες ακόμη περιμένουν…
(Η έκδοση συνοδεύεται κι από διάφορα καλούδια, κάρτες, σκίτσα κι ένα CD με ακυκλοφόρητα σε υλική μορφή κομμάτια τους των τελευταίων χρόνων. Ας εστιάσουμε ένα αυτί παραπάνω στο «Carpe fucking diem» με τους στίχους του Κώστα Βραχνού).




