Dead Rockers Society
Το R.I.P. (που τόσο έχει γίνει ποπ στην εποχή μας) τελικά δεν απευθύνεται στον ίδιο τον αποδημήσαντα αλλά στις δικές μας βιωματικές αναμνήσεις. Το αποδεικνύει και τούτο το βιβλίο. Της Ελένης Φουντή
Δεν άκουγα ποτέ Motörhead, αλλά πάντα θαύμαζα την λαϊκή σοφία του δωρικού Lemmy. “If you think you’re too old, then you are”. Γιατί για μερικά πράγματα κολλάνε οι δείκτες (που λέει και ο Βαγγέλης Γερμανός). Η ματιά πάνω στην 90άρα γραμμένη κασέτα, με κατάλληλη γραμματοσειρά, μαρκαδόρο κομπλέ, είναι πάντα μηδέν και κάτι ψιλά χρονών. Η γνώση ότι μετά το ‘Killer Of Giants’ έγραψα το ‘Fade To Black’ επίσης. Το χέρι μου, όταν τραβάει με περιέργεια τους Pink Floyd από τα βινύλια του μπαμπά, θα είναι πάντα 14 χρονών. Αυτή η συνθήκη συνδέει αυτοδίκαια όσους μεγαλώσαμε με τους ροκ ήρωες των 60s και των 70s. Η τρυφερή παιδικότητα αυτών των πραγμάτων παγώνει στον χρόνο και μάλλον γαντζωνόμαστε κι εμείς πάνω της για να μη νιώσουμε ποτέ too old (to rock ‘n’ roll).
Ένας τέτοιος, δικός μας άνθρωπος είναι ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου, διακεκριμένος εγκληματολόγος που μεγάλωσε με την κουλτούρα του ροκ ως πρώτης ύλης ζωής. Το βιβλίο του “Dead Rockers Society” κυκλοφόρησε τον περασμένο Δεκέμβριο από τις Εκδόσεις Δίαυλος με προλογισμό του Θοδωρή Μανίκα και είναι ένας φόρος τιμής σε 29 θρύλους που έγραψαν το soundtrack των παιδικών ονείρων μας και πέρασαν πια απέναντι, με απόλυτη πεποίθηση του συγγραφέα ότι οι νεκροί του ροκ-εν-ρολ “δεν πεθαίνουν, απλώς σταματάνε τις ζωντανές εμφανίσεις”.
Σε αυτούς ο Παπαϊωάννου αποτίει φόρο τιμής με αφοσίωση, με έναν nerdy (και φυσικά το εννοώ εντελώς θετικά) σεβασμό στην ιστορία και το μέγεθος του κάθε dead rocker, παραθέτοντας ενδιαφέροντα βιογραφικά στοιχεία, δισκογραφικά και συναυλιακά ορόσημα, αλλά και στίχους που περικλείουν την ουσία του μύθου, ή αντανακλούν έναν τρόπο ζωής, πάντως σίγουρα συνδέουν τη μνήμη του συγγραφέα με τη ροκ εποποιία.
Όμως το βιβλίο δεν εξαντλείται στην αναδιατύπωση βιογραφιών, κάτι που δεν έχει και νόημα σήμερα που βρίσκει κανείς τα πάντα με ένα γκουγκλάρισμα. Ο Παπαϊωάννου συμβάλλει με μία προσωπική βιωματική ματιά, ανακαλεί τον έφηβο εαυτό του στην Αθήνα των 80s και επαναφέρει το κλίμα αυτής της παράξενης μεταβατικής εποχής. Μετά τους baby boomers αλλά πριν το ίντερνετ, τότε που ψάχναμε στα δισκάδικα με τις ώρες, περιμέναμε εναγωνίως το επόμενο τεύχος του Ποπ + Ροκ / Melody Maker / Metal Hammer (αδιανόητη η απογοήτευση όταν μου έλεγε ο περιπτεράς “δεν ήρθε ακόμα” και γυρνούσα σπίτι κατσουφιασμένη), στήναμε αυτί στο ραδιόφωνο (και στο MTV). Ανατρέχω στις δικές μου αναμνήσεις αυτόματα· αυτό είναι μονόδρομος άμα τη αναγνώσει.
Πώς να μη χαμογελάσω με τις κασέτες Motörhead στη Β’ Λυκείου που πάνε κι έρχονται. Εντάξει, εγώ την ίδια χρονιά δεν ήμουν καν στο γυμνάσιο, αλλά έζησα τα ίδια λίγο αργότερα με τους Zeppelin και τους Rainbow. Το 1997 φοιτήτρια είδα τους Uriah Heep λάιβ και ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΑ κι εγώ. Μου άρεσε επίσης που το κεφάλαιο του αγαπημένου μου Bowie ξεκινά από το “Cat People”. Ναι, δεν είναι η καλύτερή του στιγμή, αλλά ο Παπαϊωάννου έτσι τον έμαθε. Από ένα κομμάτι που δεν είναι καν δικό του. Όπως για μένα η πρώτη επαφή με τους Thin Lizzy ήταν το “Cold Sweat” από τον τελευταίο, αμφιλεγόμενο δίσκο τους. Αυτά είναι ορόσημα που εγγράφονται στον παιδικό εγκέφαλο για πάντα. Δεν είναι αστεία.
Μου άρεσε και η ενασχόληση με ήρωες λιγότερο αναμενόμενους, όπως ο Felix Pappalardi, ο Randy Rhoads και ο Paul Kossof (παρεμπιπτόντως, δεν ήξερα ότι είχε γνωρίσει τον Hendrix στο Λονδίνο πριν τους Free). Ανατριχιαστική επίσης η αφήγηση του γνωστού τραγικού τέλους του Cliff Burton και ενδιαφέρουσα η νομική ματιά στο ιστορικό της απαίσιας νύχτας που χάσαμε τον Bon Scott.
Βέβαια αυτή η βιωματική οπτική δεν είναι παντού εξίσου ισχυρή. Κι αυτό στην μεν περίπτωση του Syd Barrett ή του Sid Vicious, δύο (αντι)ηρώων που λίγο πολύ τους περιμένεις σε μια λίστα αθάνατων νεκρών hall of famers, δεν φαντάζει τόσο παράξενο. Αλλά αναφορικά π.χ. με τον Sam Kinison ή τον Ian Dury, εγώ όσο διάβαζα δεν καταλάβαινα γιατί το βιβλίο μιλάει γι’ αυτούς. Γιατί ο Ian Dury κι όχι π.χ. ο Ian Curtis; Ο δε Kinison δεν ήταν καν (πρωτίστως) μουσικός. Δεν αμφισβητώ την καλλιτεχνική τους αξία, απλώς δεν φαίνεται ο σύνδεσμος του συγγραφέα μαζί τους. Επίσης, βρήκα την προσέγγιση του Freddie Mercury και του Michael Hutchence ανισοβαρώς εστιασμένη στο οδυνηρό τέλος τους. Ειδικά ο Freddie ήταν λες και είχε καταπιεί φθορίζον φως. Εξαφάνιζε τα πάντα δίπλα του. Θα μ’ άρεσε να διαβάσω περισσότερα για τη μυθική λάμψη του.
Λεπτομέρειες πάντως αυτά, καθώς όλα τα κείμενα είναι εξαιρετικά καλογραμμένα, το δε κεφάλαιο για την Janis Joplin, με επίκεντρο τις κοινωνικές και πολιτικές της ευαισθησίες για τον φυλετικό ρατσισμό και τα έμφυλα ζητήματα, ήταν από τα πλέον ενδιαφέροντα και είναι από αυτά τα πιο σκέτα, χωρίς βιωματική ματιά.
Το “Dead Rockers Society” είναι φιλόδοξο εγχείρημα γιατί απευθύνεται σε μυημένους. Που ξέρουν τις βιογραφίες, τα γεγονότα και παθαίνουν ηλεκτροπληξία ώσπου να πεις Hendrix. Δεν νομίζω ότι περιμένει κανείς μία ροκ-εν-ρολ εγκυκλοπαίδεια σήμερα, παρόλο που το βιβλίο λειτουργεί ωραιότατα ως τέτοια σε ένα ανυποψίαστο κοινό. Άλλος είναι πιστεύω ο σκοπός εδώ. Να θυμηθούμε τον θρίαμβο όταν έβγαιναν επιτέλους οι στίχοι του κομματιού με τα μπρος - πίσω στην κασέτα. Να δούμε ότι υπάρχουν κι άλλοι που πολύ θα ‘θελαν να θεωρούν γραφικό πια το “μου ‘πανε μην μπλέξεις τα σκυλιά με τους ροκάδες”, αλλά δεν μπορούν. Και ναι, σε αυτούς (εμάς) το “Dead Rockers Society” μιλάει μία γλώσσα οικεία, βγαλμένη από κομμάτια του εαυτού μας.



