2
(2 Ιανουαρίου, Παλλάς, Αθήνα)
Η παράσταση είναι τυπικό δείγμα γραφής του Δημήτρη Παπαϊωάννου, ενός ταλαντούχου πλάσματος. Καθόλου παράξενο που το αμέσως προηγούμενο ελληνικό πράγμα που μου έκανε τόσο εντύπωση για την αρτιότητά του ήταν το (δικό του) Για Πάντα, πέντε χρόνια πριν.
Αρνούμαι να μπω σε υποκειμενικές αθλιότητες, για το αν η μουσική του ΚΒ ήταν καλή ή όχι (μια χαρά ήταν: σα μουσική του ΚΒ) ή αν ο Παπαϊωάννου μπλα μπλα Τελετάρχης ξεπουλήθηκε τελείως (όντως, έχω την εντύπωση ότι και οι έξτρα παραστάσεις είναι sold out χο χο), για τον απλό λόγο ότι η παράσταση που είδα μιλούσε εύληπτα, εύστοχα, τολμηρά και απολαυστικά για την αρρενωπότητα και τη σύμβασή της με τη σημερινή κοινωνία με τρόπο που μ' έκανε να αισθανθώ και γαμώ.
Πήγα δυο βδομάδες πριν και περίμενα στην ουρά του θεάτρου καμιά ώρα (αγκρ, ένα γκισέ για τόσο κόσμο; άντε μη χαλάσω τη μαγιά και πιάσω κι εγώ τη γκρίνια), έδωσα Ε20 για μια θέση ψηλά στον εξώστη απ' όπου, αν και στραβός, έβλεπα τα πάντα καθαρότατα, η παράσταση άρχισε μ' ένα τέταρτο καθυστέρηση και μιάμιση ώρα μετά ένιωθα ότι μου φέρθηκαν όπως μου αξίζει, σα νάμουνα ο τυχερός πελάτης σε διαφήμιση τίμιας τράπεζας.
Κι ό,τι σουξουμούξου άκουγα αποδείχτηκαν ασχήμιες από άσχημους που η ομορφιά του 2 συνέτριψε.



