Χρήστος Σουγάρης
Μια γυναικεία μορφή σύμβολο, συνήθως παρεξηγημένη και συκοφαντημένη, από μοιραία και ωραία μέχρι πουκάμισο αδειανό... Ο μύθος της είναι ανοιχτός να μιλήσει κανείς για την ανθρώπινη κατάσταση. Του Κώστα Καρδερίνη
Η Ωραία Ελένη, η Ελένη της Τροίας όπως την αποκαλούν εκτός, είναι μια παρεξηγημένη μυθική [πιθανώς ιστορική] περσόνα, την οποία μόνον ο Γοργίας τόλμησε να δικαιώσει [Ελένης εγκώμιον]. Η ιστορία της ζωής της είναι τραγική από γεννησιμιού και παιδιόθεν και τα όλα όσα τράβηξε μας τα μεταφέρει στο σήμερα ο μαδριλένος Μιγκέλ δελ Άρκο [γεν. 1965]. Ως αθάνατη που είναι, νόθα κόρη του Διός γαρ, ζει και περιφέρεται στο σήμερα και ψάχνει κοινό να αφηγηθεί και να απολογηθεί για τη μοίρα της, τη βαριά κι ασήκωτη και σαρωθροπλακώστρα. Με απώτερο σκοπό να χαθεί και να εξαφανιστεί αφού πρώτα εξαλείψει την απατηλή και απαξιωτική εικόνα που έπλασε η μυθιστορία γι’ αυτήν.
Πρόκειται λοιπόν για έναν μονόλογο-εξομολόγηση τον οποίο η Λυδία Κονιόρδου απογειώνει με την πολυμορφική της ενσάρκωση. Καταρχάς δηλώνει πως δεν είναι πια ωραία αλλά ώριμη [γνώθι σαυτόν που λειτουργεί διπλά] και σπεύδει να διηγηθεί και να μας τραγωδήσει/τραγουδήσει τα πάθια και λάθια της. Η αφήγησή της δομείται σε κεφάλαια [Ο θεός δεν είναι εδώ, Μενέλαος, Έλα μαζί μου, Τρωίλος, Ο βοσκός, Οινώνη, Βαριά καρδιά, Εκάβη, Επίλογος], ο Όλυμπος είναι απέναντί μας κι ο πλανήτης Δίας έχει μόλις ανατείλει στον ορίζοντα με την έναρξη της παράστασης, οπότε αστράφτει και βροντά σε όσα του σούρει η παρακόρη του Τυνδάρεω. Διότι η Ελένη περνά «γενεές δεκατέσσερις» κυριολεκτικά και μεταφορικά όλον τον οικογενειακό της κύκλο, θεϊκό τε και ανθρώπινο.
Η παράσταση όμως ξεκινά με την είσοδο του Μπάμπη Παπαδόπουλου, μουσικού, συνθέτη και ερμηνευτή, ο οποίος εισέρχεται στην πλατεία με μια παγωνιέρα και ανάβει τα φώτα της καντίνας του που λέγεται ΚΑΝΤΙΝΑ Ο ΜΠΑΜΠΗΣ. Οι τίτλοι των κεφαλαίων εμφανίζονται πάνω στην νέον πινακίδα της καντίνας κι ο Μπάμπης μας βάζει στο νόημα του έργου χωρίς να σταυρώσει λέξη, μόνον με την παρουσία του, τις κινήσεις, το εκφραστικό του βλέμμα και το παίξιμό του στην κιθάρα, άλλοτε συνοδευτικό και άλλοτε σόλο. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί βωβό πρωταγωνιστή, διότι για πρωταγωνιστή μιλάμε, σε άλλο έργο. Δεν ξέρω αν είναι παγκόσμια πρωτοτυπία, αλλά λειτουργεί τέλεια με τα τέλια του απέναντι στον εκπεσόντα κολοσσό της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυνής.
Το θέμα του έργου, βέβαια, δεν είναι οι αμαρτίες της Ελένης αλλά οι αμαρτίες της ανθρωπότητας, τα δεινά του πολέμου, τα μεγάλα συμφέροντα, οι μεγαλοκαρχαρίες, οι ανισότητες, η επανάληψη της ιστορίας που δυστυχώς δεν είναι μήτηρ μαθήσεως. Μην λησμονούμε ότι υπήρξε μάρτυς της άλωσης της Τροίας κι έζησε όλη τη φρίκη της λεηλασίας, των σφαγών, των βιασμών, των αρπαγών και της ισοπέδωσής της. Κι όσα λέει και καταμαρτυρεί συνέβησαν μεν στο οδυνηρό της παρελθόν, αλλά εμμέσως και πολύ-πολύ σαφώς αναφέρονται σε όλα όσα μας ταλανίζουν σήμερα σε παγκόσμιο και σε τοπικό επίπεδο. Οι διαστάσεις του έργου εκτείνονται στα καθ’ ημάς με τόση μαεστρία που καθηλώνει και σοκάρει και τον πιο ανίδεο. Το ρητορικό ερώτημα «μα ποιοι γράφουν την Ιστορία;» αποκτά καταφατική έννοια [να! ορίστε ποιοι την γράφουν].
Αυτόματα σκέφτομαι ότι ο Όμηρος, μέγας ραψωδός, ήταν τυφλός και προφορικός και είχε απόσταση τεσσάρων αιώνων, δίχως να έχω ασφαλή αντίληψη ποιοι και τοιουτοτρόπως πώς [ιστορικά] κατέγραψαν τον προφορικό του λόγο. Ωστόσο ο δελ Άρκο είναι ανοιχτομάτης, τρομερά διαβασμένος επί της αρχαίας γραμματείας [περισσότερο απ’ όλους μας], τολμηρός θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, ευρυμαθής τολμώ να πω και εμβριθής. Χρησιμοποιώντας έξυπνα τους καλά μελετημένους [από αυτόν] μύθους μας και κινούμενος στα σύνορα μυθολογίας και ιστορίας, μας βάζει τα γυαλιά για να μας μηνύσει για την αυτοκαταστροφικότητα και τη βλακεία μας. Με υπομόχλιο την Κονιόρδου εν προκειμένω, κινεί γη και ουρανό με κερασάκι μουσικό τον Μπάμπη τον καντινιέρη.
Βγαίνοντας από το θέατρο Κήπου με περίμενε κι άλλη θετική έκπληξη. Έξω και πλάι βρίσκεται από 12ετίας μια καντίνα, ενός παλιού συμμαθητή, με την επωνυμία Η Ωραία Ελένη. Θέαμα και άρτος, όπως τότε, στα χρόνια του Ευριπίδη που έγραψε κι αυτός για μιαν Ελένη κι ένα υποκάμισο. Και μια ακόμη ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ως υστερ[ικ]όγραφο. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που έγραψε και σκηνοθέτησε [2016] ο Μιγκέλ δελ Άρκο λέγεται Las furias [οι Ερινύες].



