Ιδιωτικοί φόβοι σε δημόσιους χώρους [Coeurs, 2006] του Alain Resnais
Η κάμερα πλανάρει στην αξιοθαύμαστη θολωτή οροφή του διαμερίσματος, υπενθυμίζοντάς μας το πρώιμο ενδιαφέρον του Αλέν Ρενέ για την αρχιτεκτονική και τον Πολ Βάλερι. Το παράθυρο μοιράζεται αφύσικα πίσω από τον ψευδότοιχο που χωρίζει παράτυπα δυο δωμάτια, σηματοδοτώντας την άγαρμπη παρέμβαση και τη διάρρηξη του αψιδωτού ρυθμού.
Η διάταξη αυτή -του παράνομου τοιχίου που χωρίζει ό,τι σχεδιάστηκε ως ένα ενιαίο- προαγγέλλει το θέμα της ταινίας για τις δυσλειτουργικές σχέσεις μεταξύ δύο ανθρώπων. Το δίπολο πελάτισσας [Laura Morante] και μεσίτη [Andre Dussollier] είναι απλώς η αρχή. Ακολουθούν τα ζευγάρια πελάτισσας - αρραβωνιαστικού [Lambert Wilson], μεσίτη - ρομαντικής αδελφής [Isabelle Carre], μεσίτη - συναδέλφου του [Sabine Azema], αρραβωνιαστικού - μπάρμαν [Pierre Arditi], μπάρμαν - συναδέλφου, συναδέλφου - πατέρα του μπάρμαν [Claude Rich], αρραβωνιαστικού - ρομαντικής αδελφής. Και φυσικά του μπάρμαν με τον πατέρα του ευθύς εξαρχής, σε χρόνο που προηγείται και έπεται της ταινίας.
Τοιχία παρεμβάλλονται σε όλες τις σχέσεις της ταινίας. Είτε νοερά και συμβολικά [όπως αυτές οι σκληρές λακ δημιουργούν ένα συρματόπλεγμα που αποτρέπει τα χάδια], είτε ημιδιαφανή [τζάμι με περίτεχνα νερά], είτε και αδιαπέραστα από το βλέμμα του θεατή [ο τοίχος στο δωμάτιο του κατάκοιτου πατέρα]. Μέσα απ' αυτά λανθάνει ο ερωτισμός, σχεδόν στείρος και αποστειρωμένος. Μη μου άπτου. Απρόσιτος.
Το μόνο που μοιάζει να τρυπάει τα πάντα είναι το λευκό χιόνι. Πέφτει ασταμάτητα, από το πρώτο πανοραμικό πλάνο, σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Θες να το αγνοήσεις αλλά δε γίνεται. Πέφτει ακόμη και μέσα στην κουζίνα, την ώρα που η συνάδελφος μεσίτη - αδελφή του ελέους [Azema] πιάνει παρηγορητικά το χέρι του μπάρμαν. Η λευκή χιών μας υπομιμνήσκει ότι τα πάντα ρει, πασπαλίζει εξαγνισμούς και χαϊδεύει φόβους. Δε σκεπάζει, δε συγκαλύπτει, δεν παρεμβαίνει, απλά συνοδεύει. Ή μήπως είναι κι αυτή ένα ημιδιαπερατό τείχος, το πλέον αδιόρατο;
Δομικά, υπάρχει έκδηλη μια θεατρικότητα που αναφέρεται ευθέως στο έργο "Private Fears in Public Places" του βρετανού συγγραφέα Alan Aykbourn. Ρενέ και Άικμπορν έχουν ξανασυναντηθεί όταν ο σκηνοθέτης μας χάρισε το διπλό αριστούργημα Smoking / No Smoking [1993], βασισμένο στο Intimate Exchanges του δεύτερου. Δεσπόζει όμως η αντικομφορμιστική ματιά, οι ασυνήθιστες λήψεις και το αδιάκοπο χιόνι που "διασπούν" και "αποσυγχρονίζουν" την τάξη και την όποια τυπική κατάταξη του φιλμ.
Διακρίνω και ένα δαιμόνιο κέφι. Ένα υποχθόνιο χιούμορ να σιγοκοχλάζει. Μια δίψα για ανατροπή κινηματογραφικών και αφηγηματικών κανονισμών. Και μια μαστόρικη διάθεση να πλησιάσει όλους τους θεατές και να γραπώσει, να σαγηνεύσει τους πιο απαιτητικούς. Μα είναι δυνατόν; Ο Αλέν Ρενέ είναι πια 85 χρονών κι ακόμη προσπαθεί να υπερβεί τον εαυτό του. Κι ακόμη παραμένει θαλερός, τολμηρός και πονηρός. Και δεν είναι διόλου τυχαίο το παρατσούκλι Σφίγγα που του κόλλησαν οι σύντροφοί του της νουβέλ βαγκ. Είναι σε φάση τρίτης δημιουργικής νεότητας και παραμένει φυσιογνωμικά και παραγωγικά μυστηριώδης. Ένας σοφός κασκαντέρ.
Για όσους δεν τον γνωρίζουν θα αναφέρω επιγραμματικά το ξεκίνημά του και τις δυο πρώτες φάσεις. Οι πρώτες του μικρού μήκους είναι ντοκιμαντέρ και αναφέρονται στις καλές τέχνες, με σημαντικότερες τη Guernica [1950] και τη "Νύχτα και καταχνιά" [Nuit et brouillard] του 1955. Η καταξίωση έρχεται από την πρώτη μεγάλη ταινία. O αντιπολεμικός σταθμός "Χιροσίμα, αγάπη μου" [Hiroshima, mon amour 1959] και το πειραματικό σκληρόφωτο "Πέρσι στο Μαρίενμπάντ" [L'annee derniere a Marienbad, 1961] τον έφεραν πιονιέρο στη στρατευμένη "Μυριέλ" [Muriel ou Le temps d'un retour, 1963] και στο πολιτικό μανιφέστο "Ο πόλεμος τελείωσε" [La guerre est finie, 1966].
Η δεύτερη περίοδος είναι κοσμοπολίτικη. Ο αναρχικός κληρονόμος Stavisky [L' Empire d'Alexandre, 1974] οδήγησε στη βρετανική Providence [1977] και στον προβοκατόρικο "Αμερικάνο Θείο" [Mon oncle d'Amerique, 1980] με επωδό την εξτρέμ διαπίστωση πως "Η ζωή είναι ένα μυθιστόρημα" [La vie est un roman, 1983]. Από δω αρχίζει και το ρομάντζο με τη γυναίκα-μούσα Σαμπίν Αζεμά, την οποία χρίζει πρωταγωνίστρια της ζωής και της τέχνης του για άλλες οκτώ ταινίες μέχρι τις "Καρδιές" του 2006. Η Σαμπίν κατέκτησε, εκτός απ' την καρδιά του, δύο Σεζάρ ερμηνείας και άλλες πέντε υποψηφιότητες.



