John Waters: DeWaterMented
Γεννήθηκε το 1946, από καθολική και συντηρητική οικογένεια της Βαλτιμόρης, τόπος που αποτέλεσε το φυσικό ντεκόρ όλων των ταινιών του. Και την οποία Βαλτιμόρη, δεν εγκατέλειψε ποτέ. Από παιδί ήταν αρκετά παράξενος, αφού έδειχνε ασυνήθιστο ενδιαφέρον για τα αυτοκινητιστικά ατυχήματα και τους φόνους. Κάθε φορά που έκανε κοπάνα απ' το σχολείο πήγαινε να δει περίεργες πειραματικές και ενίοτε διαστροφικές ταινίες. Οι γονείς του, τους οποίους δηλώνει ότι υπεραγαπά, δοκίμασαν απ' τον κανακάρη τους, τους χειρότερους εξευτελισμούς. Ρεμπεσκές, αργόσχολος, απόβλητος από την ΚΑΝ (καθολική αδελφότης νέων, όπως λέμε ΧΑΝ), διότι, λέει, χόρευε άσεμνα, έπαιρνε LSD και διάβαζε τις ρυπαρές εκδόσεις Grove Press (Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπάροους και τις ψυχιατρικές ανωμαλίες των ασθενών του Φρόιντ). Κι επιπλέον έκανε παρέα μ' έναν ανεκδιήγητο, ονόματι Harris Glenn Milstead, που αργότερα θα γίνει ο θρυλικός τραβεστί ογκόλιθος Divine.
Προσπάθησε να φοιτήσει στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αλλά αποβλήθηκε γιατί κάπνιζε μαριχουάνα. Οι πανεπιστημιακοί συνέστησαν στους γονείς του να τον παρακολουθήσει ψυχίατρος. Αντ' αυτού η γιαγιά του, του χάρισε μια κάμερα Brownie 8mm κι ο πατέρας του έγινε ο πρώτος του χρηματοδότης παραγωγός. Οι πρώτες του μικρού μήκους, σούπερ-8 προσπάθειες, τραχιές κι ακατέργαστες, φέρουν ανάλογους τίτλους, όπως "Hag in a black leather jacket", "Roman Candles", "Eat your makeup" και "Mondo Trasho". Οι πρώτοι θάλαμοι προβολής τους ήταν παραδόξως κάποιες κοντινές εκκλησίες. Η τοπική τους "υπόγεια φήμη" πυροδότησε την γέννηση μιας εταιρίας, της Dreamland Productions. Η εταιρία απαρτίστηκε από φίλους και γείτονες ομοϊδεάτες, με πρώτο και χειρότερο τον Divine, τη στραβοδόντα μπαργούμαν Edith Massey και τους άλλους απίθανους τύπους των ταινιών του: Mink Stole, Cookie Mueller, Mary Vivian Pearce, Danny Mills και David Lochary.
Από την πρώτη κιόλας ομιλούσα δεκαεξάρα του, το "Multiple maniacs" (1971), μας έδειξε τις προθέσεις του και έθεσε το πλαίσιο της δουλειάς του: σύνθετο σενάριο, "οικογένεια" αλλόκοτη και κιτς, άγρια επίθεση στις μεσοαστικές αξίες και συμπεριφορές, στην θρησκεία και άλλες παρόμοιες "ιερές αηδίες". Και απώτερος στόχος η προσβολή και του πλέον μπουχτισμένου, βολεμένου ή ψαγμένου θεατή. Η ταινία έκανε μεταμεσονύχτια περιοδεία σε δεκαέξι πόλεις και η Variety την υποδέχθηκε μ' ένα εξώφυλλο και τίτλο "Balto Mondo Trasho in Campus Pincho of Its Figleaved Hero". Πριν ο σκηνοθέτης της είχε συλληφθεί διότι "αποπειράθηκε να κινηματογραφήσει μια γυμνή ωτοστοπατζού σε δημόσιο χώρο του πανεπιστημίου Johns Hopkins".
Τα καλτ "Pink flamingos" (1972), κόστους μόλις 10.000 δολαρίων, κατάφεραν να κάνουν το γύρο του κόσμου και να κατά-πλήξουν τους μεταμεσονύχτιους σινεφίλ. Πρόκειται για "μια μελέτη κακού γούστου, μια κωμωδία με πολύ αμερικάνικο θέμα: ανταγωνιστικός πόλεμος" μέχρις αισχάτων (η λέξη δεν είναι λάθος, απλά υπονοεί το έσχατον αίσχος). Ο/η Divine υποδύεται το "βδελυρότερο ον επί της γης". Ο τίτλος της/του κινδυνεύει από τους Marbles (Stole και Lochary), που απαγάγουν γυναίκες, κατόπιν βάζουν τον υπηρέτη τους να τις βιάσει με μια σύριγγα και πουλάνε τα παιδιά τους σε λεσβιακά ζευγάρια. Επιπλέον του ταχυδρομούν μια κουράδα και του καίνε το τροχόσπιτο. Η φαμίλια του θιγόμενου συλλαμβάνει τους σφετεριστές, του καταδικάζει σε έσχατο καθικισμό (assholism) και κατόπιν τους εκτελεί υποδειγματικά, εν μέσω μιας πρες κόνφερανς των ρυπαρότερων εντύπων.
Οι θεατές δέχονται έναν καταιγισμό αηδιαστικών εικόνων, με αποκορύφωμα το περιβόητο φινάλε, όπου η Divine τρώει φρεσκοχεσμένα κόπρανα σκύλου, εδραιώνοντας την "κατωτερότητα" της ποταπότητάς της. Όλα βέβαια ενέχουν μια υπερβολή και μια κωμική διάσταση. Οι διάλογοι είναι επιτηδευμένα μελοδραματικοί και οι ερμηνείες ξεχειλωμένες υπέρμετρα. Τα σκηνικά του μόνιμου έκτοτε συνεργάτη, του Vincent Peranio, είναι η επιτομή του κιτς. Το κακό γούστο υπαγορεύει μια νέα αισθητική, κι οι θεατές γελάνε για να μη φρυάξουν. Η παρακολούθηση μιας ανάλογης ταινίας του Γουώτερς έφτασε να θεωρείται στην αμερική, συνώνυμη με ανατρεπτική πράξη. Μοιάζει να έχει ανακαλύψει το τελευταίο ανεξερεύνητο και ανεκμετάλλευτο θέμα: της ιδέα του γούστου εν εαυτώ. Η Detroit Free Press θα γράψει: "όπως μια έκρηξη βόθρου, πρέπει κανείς να το δει για να πιστέψει" ότι δεν πιστεύει στα μάτια.
Η σκηνή αυτή επισφραγίζει οριστικά τη σχέση ηθοποιού και σκηνοθέτη και χαρακτηρίζει τελεσίδικα αμφοτέρους. "Ακόμα κι αν έβρισκα το φάρμακο του καρκίνου, η πρώτη φράση στο βιογραφικό μου θα ήταν ότι έβαλα τον φίλο και ηθοποιό μου να φάει σκατά". Ο Γουώτερς σκέφτηκε σοβαρά να κάνει μια συνέχεια, αλλά παραδέχθηκε πως το φινάλε της θάπρεπε νάναι εξίσου αυθόρμητο: "ο Divine να αφοδεύει κι ο σκύλος να τρώει το περίττωμά του", ανταποδίδοντάς του την κοπροφαγία. Κάποτε δήλωσε πως θεωρεί πολύ κολακευτικό και επιτιμητικό, αν κάποιος θεατής ξεράσει ενώ βλέπει μια ταινία του. Αν και έχει πια πολλά πάρε-δώσε με το σύστημα, το θράσος και η αναίδειά του παραμένουν ακέραια. Οι πρακτικές του εξακολουθούν να ξενίζουν και να προκαλούν τουλάχιστον αμηχανία.
Η επιστροφή τους είναι δριμύτερη στον "Θηλυκό μπελά" (Female trouble, 1975), όπου ο μαιτρ Γουώτερς διαλογίζεται πάνω στη μόδα, τη φήμη και την εγκληματικότητα, με βασικό του σύνθημα "το έγκλημα είναι όμορφο". Μια τέλεια σύνθεση αντικοινωνικής συμπεριφοράς που κορυφώνεται σε βίαιο έγκλημα. Η πραγματική ζωή του Τσαρλς Μάνσον (και του φόνου της Σάρον Τέιτ), που πάντα τον οιστρηλατούσε, μεταμορφώνεται σε κινηματογραφική φάρσα. Ο Divine θερίζει τους θεατές του νάιτ-κλαμπ, ενώ κάνει το νούμερό του με το τραμπολίνο. Και καταλήγει μισότρελος, με το πρόσωπο παραμορφωμένο απ' το acid και το κεφάλι ξυρισμένο, να φοράει το μεταλλικό στέμμα της ηλεκτρικής καρέκλας.
Η γλώσσα γίνεται πιο κοφτερή στο "Desperate living" (1977). Μια μπαφιασμένη νοικοκυρά των βορείων προαστίων (Mink Stole), αφού ξεπαστρέψει τον άντρα της, καταφεύγει μαζί με την υπέρβαρη υπηρέτριά της σε μια κοινότητα-άσυλο εγκληματιών, την Mortville, που κυριαρχείται από τη δεσποτική Queen Carlotta (Edith Massey). Εκεί θα συγκατοικήσουν με μια πρώην παλαιστίνα και την ερωμένη της, μια δολοφόνα αγαπητικιά. Τα αηδιαστικά τερτίπια είναι αναμενόμενα: αλλαγές φύλου, πλαστικά πέη, κατσαριδοφαγία, θάνατος με σκυλοτροφές. Ο αναρχικός χαρακτήρας των πρώτων ταινιών έχει δώσει τη θέση του σε ταξικές και φυλετικές αιχμές, καθώς η νοικοκυρά της ιστορίας αποτινάζει τις υποκρισίες της κοινωνικής της θέσης.
Το κοινό της ημέρας, γνώρισε τον Γουώτερς, κυρίως με το "Polyester" (1981). Εδώ ο μάστορας χαμήλωσε κάπως τους τόνους, αλλά ευτύχησε να χρησιμοποιήσει ένα τέχνασμα του πρωτοπόρου μπι-μουβά William Castle, ενός από τους παιδικούς του ήρωες. Οι θεατές είχαν στη διάθεσή τους ειδικές κάρτες "ξύσε και μύρισε", που καλούνταν να ξύσουν και να οσφρανθούν σταδιακά, όποτε έβλεπαν τον αντίστοιχο αριθμό να αναβοσβήνει στην οθόνη. Οι μυρωδιές κυμαίνονταν από τριαντάφυλλα μέχρι βρώμικα αθλητικά παπούτσια. Η Divine είναι μια φιλήσυχη νοικοκυρά που κατατρύχεται από όλη την οικογένεια. Ο άντρας της διευθύνει ένα κωλάδικο και τσιλημπουρδίζει συλλήβδην. Η κόρη είναι το πορνίδιο του γυμνασίου, ο γιος ένας ποδογλύφτης φετιχιστής, η γιαγιά κλεπτομανής κι ο σκύλος της επιχειρεί αυτοκτονία κρεμασμένος απ' το ψυγείο, αφήνοντας το μήνυμα "αντίο άπονε κόσμε".
Ένα βήμα πριν την τρέλα και τον αλκοολισμό, η ηρωίδα σώζεται από κάποιον παίδαρο (τον υποδύεται το πάλαι πότε αμερικαν-νεανικό ίνδαλμα Tab Hunter), ιδιοκτήτη drive-in που παίζει ταινίες της Μαργκερίτ Ντυράς. Το τέλος είναι γελοίο κι ευτυχές και η φανερή αηδία της μπουρζουαζίας βρίσκεται επανειλημμένα στο στόχαστρο του δημιουργού. Αυτή ήταν και η τελευταία μελέτη του πάνω στο κακό γούστο. Η επιτυχία τον έκανε να απομακρυνθεί προσωρινά. Η φήμη του και η απραξία του, μεγάλωσαν κι άλλο το ενδιαφέρον των παραγωγών, κι έφεραν περισσότερα λεφτά και μεγαλύτερους προϋπολογισμούς. Οι ταινίες του γίνονται καλύτερες τεχνικά, ωριμότερες, ηπιότερες, πεπτικότερες, γυαλιστερότερες. Χρησιμοποιεί επαγγελματίες ηθοποιούς, στέκεται με περισσότερη συμπάθεια στους ήρωες και αποφεύγει τις ακρότητες, προσθέτοντας γλύκα, απόλαυση, διασκέδαση.
Στην δεκαετία του '80, αρθρογραφεί σε διάφορα κινηματο-μουσικά περιοδικά (γεια σου συνάδελφε) και σπάει ούμπαλα, εκθειάζοντας για παράδειγμα τις αρετές της Πία Ζαντόρα. Κάνει κι ένα σύντομο πέρασμα από το "Άγριο θηλυκό" (Something wild, 1986) του Jonathan Demme. Μετά από εφτάχρονη φαγούρα, σπάει την σκηνοθετική του σιωπή με το ανάλαφρο μιούζικαλ "Hairspray" (1988). Μια παρωδία των τηλεοπτικών νεανικών εκπομπών του '60, με έφηβους γεμάτους σπυράκια που διψούν να αναδειχθούν στο γυαλί, και κομπασμένους γονείς που θέλουν να καμαρώσουν τα ατάλαντα βλαστάρια τους στο χαζοκούτι. H απολαυστική Divine εναντίον της Debbie (Blondie) Harry. Η παρέλαση των αστέρων συνεχίζεται: Leslie Ann Powers, Pia Zadora, Ruth Brown, Sonny (after Cher) Bono, Ric (The Cars) Ocasek. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης κρατάει το ρόλο ενός τρελαμένου ψυχίατρου. Και το Χόλιγουντ αρχίζει να τον βλέπει ως οικονομικό μέγεθος.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο "Cry-Baby" (1990), μια γοητευτική αναβίωση του '50, της εποχής του Elvis, των οργισμένων νιάτων, του James Dean. Κοριτσόπουλα του σχολείου κι αγόρια γεμάτα αγριάδα και ροκ'εν'ρολ μουσική. Ο Johnny Depp, τότε τηλεοπτικό είδωλο, αναδεικνύεται ως ο ευσυγκίνητος νεανίας του τίτλου, που ερωτεύεται μια καθωσπρέπει κοπέλα, σε πείσμα της κοινωνικής της θέσης. Εκτός των γνωστών-αγνώστων συντελεστών έχουμε και πάλι κάποια ηχηρά ονόματα: Iggy Pop, Susan Tyrell (παππούς και γιαγιά του Cry-Baby), Ricki Lake, Traci Lords, Joe Dallesandro, Patricia Hearst και Willem Dafoe. Κι ένα ενδιαφέρον όσο και ιδιόμορφο σάουντρακ. Η ταινία δεν περπάτησε στην Aμερική, αλλά άρεσε πολύ στην Ευρώπη.
Τέσσερα χρόνια πέρασαν για να δούμε την Kathleen Turner να υποδύεται έξοχα την "Serial mom" (1994), μια αθώα νοικοκυρά, που μετατρέπεται σε κατά συρροή δολοφόνο, εξαλείφοντας όλους τους "δήθεν" γείτονές της. Μπορεί να μαλάκωσε η οργή του σκηνοθέτη, οι επιθέσεις του στο καλό γούστο να είναι λιγότερο οργίλες, λιγότερο άγριες, λιγότερο πολυσχιδείς. Όμως κάπου παραμονεύουν οι μικρές του εκρήξεις και το αρρωστημένο χιούμορ μιας ιδιοφυίας. Η σάτιρά του εξίσου καυστική αλλά λιγότερο ανατρεπτική. Μεγαλειώδης η σκηνή όπου η Τέρνερ ανοιγοκλείνει τα πόδια της στο δικαστήριο, παρωδώντας το "Βασικό ένστικτο" και παραλύοντας την μεγάλη της εχθρό (Mink Stole). Ή όταν αναιρεί καθυπερβολήν την μαρτυρία της, αποδεικνύοντας ότι δεν ανακυκλώνει, γεγονός που αφήνει άναυδους τους ενόρκους.
Με τον "Pecker" (1999) διαψεύδει τους παραγωγούς και την κακή του φήμη. Ο τίτλος είναι το παρατσούκλι του ήρωα (Edward Furlong) που απλά τσιμπολογάει το φαϊ του σαν τρυποκάρυδος, μακριά από οποιαδήποτε άλλη τρυπιτική δραστηριότητα θα υπονοούσε η αργκό έννοια του όρου. Η μεταμόρφωση του παιδιού για τα σάντουιτς σε ταλαντούχο καλλιτέχνη φωτογράφο, σχολιάζει την αντιστροφή και την απρόβλεπτη πορεία της τέχνης. Ο Γουώτερς πλησιάζει τους χαρακτήρες με αισθητική ζωγράφου, τους απαθανατίζει ψυχικά, σκιαγραφεί τις προοπτικές τους. Η πραγματική ομορφιά της ταινίας είναι οι ερμηνείες (Christina Ricci, Bess Armstrong, Martha Plimpton, Mink Stole, Lili Taylor, Patty Hearst), η καθοδήγηση των ηθοποιών σε μια διαρκή αποφλοίωση στρωμάτων, μέχρι την τελική τους ανθοφορία. Η ανθρωπιά του εκφράζεται απελευθερώνει τις μικρές λόξες και τις εκκεντρικότητες όλων μας, αυτές τις μικρές παραξενιές που μας καθιστούν αυθύπαρκτα, ξεχωριστά ά τ ο μ α.
Και να που επιστρέφει σύντομα στον παλιό καλό εαυτό του με τον "Cecil B. DeMented" (2000). Τον αντάρτη του σινεμά, που μαζί με τους επαναστάτες συνεργούς του απαγάγουν την άλλοτε μεγάλη φίρμα και τώρα στριμμένη σταρ (Melanie Griffith), με ανήθικους σκοπούς. Να γυρίσουν μια μπαλαφάρα υψηλού προϋπολογισμού με τίτλο "Raving Beauty", ένα επικό μανιφέστο ενάντια στο Χόλιγουντ. Τα γυρίσματα είναι άκρως επεισοδιακά, ανάμεσα σε επιθέσεις εναντίον μούλτιπλεξ, την συνέντευξη τύπου της Επιτροπής Κινηματογράφου του Μέριλαντ και τα σκηνικά της δεύτερης συνέχειας του Φόρεστ Γκαμπ. Οι συντελεστές του φιλμ πρέπει να τελούν υπό αγαμία: πρέπει να διοχετεύσουν την σεξουαλική τους ενέργεια στην παραγωγή της ταινίας. Με έναν οικογενειακό συνασπισμό εναντίον του, καταπιεσμένους συντελεστές και την αστυνομία να τους καταδιώκει, ο Cecil χρειάζεται οπωσδήποτε την βοήθεια θεατών πορνό, καράτε σε κινηματογράφους drive-in. Και η σταρ τι λέει επί τούτου; Θέλει να συμμετέχει ή όχι; Θα λάμψει παρούσα ή απούσα;
Βλέπετε τίποτε παλαβό στην υπόθεση; Σας άνοιξα την όρεξη ή κρατάτε μικρό καλάθι; Όπως και νάχει υπάρχουν πολλές ομοιότητες, μη συμπτωματικές. Demented δεν θα πει παράφρονας, τρελός, φρενήρης, μαινόμενος; Ο παλαβιάρης και ανορθόδοξος σκηνοθέτης σας φέρνει στον νου τον Cecil B. De Mille και τις υπερβολές του; Ή μήπως τον trashο-καλτ Ed Wood και την ιστορία με τον Bela Lugosi; Κάποιον Allan Smithee τον έχετε ακουστά; Ο Γουίλι Καστλ δεν είναι το πρότυπό του; Και το alter-ego του σκηνοθέτη που το βάζετε; Δεν νομίζω πως θα λύσετε τα αινίγματα αυτά αν δεν δείτε την ταινία. Αλλά κι αν δεν τη δείτε τι θα καταλάβετε;
Water-films, Water-acts
Hag in a Black Leather Jacket (1964) σκηνοθεσία, ερμηνεία
Roman Candles (1966) σκηνοθεσία, ερμηνεία
Eat Your Make Up! (1967) σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ, ερμηνεία
The Diane Linkletter Story (1969) σενάριο, σκηνοθεσία, φωτογραφία, μοντάζ
Mondo Trasho (1969) σενάριο, σκηνοθεσία, παραγωγή, φωτογραφία, μοντάζ, φωνή δημοσιογράφου
Multiple Maniacs (1971) σενάριο, σκηνοθεσία, παραγωγή, φωτογραφία, μοντάζ
Pink Flamingos (1972) σενάριο, σκηνοθεσία, παραγωγή, φωτογραφία, μοντάζ, πέρασμα
Female Trouble (1975) σενάριο, σκηνοθεσία, παραγωγή, φωτογραφία, τραγούδια
Desperate Living (1977) σενάριο, σκηνοθεσία, παραγωγή, φωτογραφία
Polyester (1981) σενάριο, σκηνοθεσία, παραγωγή
Something Wild (1986) ερμηνεία πωλητή μεταχειρισμένων
Hairspray (1988) σενάριο, σκηνοθεσία, παραγωγή, ψυχιατρική ερμηνεία
Homer & Eddie (1989) ο 1ος ληστής
Cry-Baby (1990) σενάριο, σκηνοθεσία, προσαρμογή στίχων
Homer & Eddie (1990) ερμηνεία
Serial Mom (1994) σενάριο, σκηνοθεσία, τραγούδια, πέρασμα
Pecker (1998) σενάριο, σκηνοθεσία, διεστραμένη φωνή στο τηλέφωνο
Sweet and Lowdown (1999) πέρασμα
Cecil B. DeMented (2000) σενάριο, σκηνοθεσία, ένας ακαταχώρητος ρόλος δημοσιογράφου
Divine Waters
Roman Candles (1966)
Eat Your Make Up! (1967)
The Diane Linkletter Story (1969)
Mondo Trasho (1969)
Multiple Maniacs (1970)
Pink Flamingos (1972)
Female Trouble (1975)
Polyester (1981)
Hairspray (1988)
Water-sites
Ένα ενδελεχές πορτραίτο
Η ανεπίσημη σελίδα του τρας πάπα
Μια συνέντευξη εφ' όλης της ύλης
Η σελίδα των φανατικών
Επίσημη Cecil B. Demented σελίδα
Επίσημη Pecker σελίδα
Βιβλία του / και για τον Waters
Waters και imdb: murder is beauty
ΥΓ1: Ο δήμαρχος της Βαλτιμόρης ανακήρυξε την 7 Φεβρουαρίου 1985 "Ημέρα Τζων Γουώτερς".
ΥΓ2: Απόπειρα απόδοσης του Balto Mondo Trasho in Campus Pincho of Its Figleaved Hero. Ο σκουπιδο-κόσμος της Βαλτιμόρης τσιμπάει στα πανεπιστήμια τον ήρωά του που πέταξε και το τελευταίο φύλλο συκής.
ΥΓ3: Ο Μπάροους ονόμασε τον Γουώτερς "πάπα του σκουπιδιού". Άλλοι ενδιαφέροντες προσδιορισμοί είναι: "Ο πρίγκιπας του εμετού", "Ο P.T. Barnum της σκατολογίας", "Ο σουλτάνος της αθλιότητας", "Ο βαρόνος του κακού γούστου". Ο Φινέας Τέηλορ Μπάρναμ είναι ο δημιουργός του "Μεγαλύτερου Θεάματος στη Γη", ενός περιοδεύοντος τσίρκου, που εκθέτει διάσημα ανθρώπινα τέρατα και ανωμαλίες της φύσης.
ΥΓ4: Ο εκκεντρικός Γουίλιαμ Καστλ έγινε κυρίως γνωστός για τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσε, ώστε να προκαλεί ρίγη τρόμου στους θεατές των b-movies που σκηνοθετούσε. Για παράδειγμα, τους ανακοίνωνε πριν από την προβολή του "Macabre" (1958) ότι είναι ασφαλισμένοι σε περίπτωση θανάτου από τρομάρα. Ή στις κρίσιμες στιγμές του "House on Haunted Hill" έβαζε σκελετούς να σφυρίζουν πάνω απ' τα κεφάλια των θεατών, μια μέθοδο που ονόμασε Emergo. Ή κατά την προβολή του "The tingler" (1959), είχε καλωδιώσει τυχαία κάποια καθίσματα και τους διοχέτευε μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις, ώστε να τραντάζονται οι θεατές απ' τις θέσεις τους, μια διαδικασία που ονόμασε Percepto. Ο ίδιος φέρεται ως παραγωγός του "Μωρού της Ρόζμαρι" (1968) του Πολάνσκι.
YΓ5: DeWaterMented. ΞεWaterΤρελαμένος, ΘεοWaterΠάλαβος, ΠαραWaterΦρων. WaterLoose.
ΥΓ6: Μα καλά είναι δυνατόν να παίζεται η ταινία με ελληνικό τίτλο "Και γ... το Χόλιγουντ"; Και γαμώ τους τίτλους, έτσι; Και γ... τους έλληνες διανομείς. Greek DeMented.



