Κελί από χρυσάφι
Τρεις ανήλικοι γουατεμαλέζοι θέλουν να διανύσουν οδικώς και σιδηροδρομικώς και παράνομα χιλιάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν στη δική τους Γη της Επαγγελίας, στο δικό τους Ελντοράντο, στην κατ' ευφημισμόν Πόλη των Αγγέλων. Όπως κάνουν και χιλιάδες άλλοι λατινοαμερικάνοι.
Αρχηγός της αποστολής ο Χουάν. Υπαρχηγός ο Οσβάλντο [η Σάρα] ένα κορίτσι που κουρεύτηκε και ντύθηκε αγόρι για να αποφύγει τα χειρότερα. Τρίτος ο μάλλον απρόθυμος Σαμουέλ ο οποίος λιποψυχεί μετά την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα. Στο δρόμο τους βρίσκουν κι έναν ιθαγενή Τσιάπα ονόματι Τσάουκ ο οποίος δε μιλάει καν ισπανικά και ονειρεύεται το χιόνι [taiv] γιατί δεν το 'χει δει ποτέ πραγματικά. Θα καταφέρουν άραγε να φτάσουν στο Λος Άντζελες;
Στην ιδιόμορφη αυτή Οδύσσεια θα συναντήσουν άπειρα εμπόδια. Μεταναστευτική αστυνομία και πλιατσικολόγους, στρατιώτες και αντάρτες, λαοπλάνους οδηγούς και στυγερούς εκβιαστές απαγωγείς, κλέφτες και αρματολούς, "τσακάλια" και "πορτιέρηδες", ναρκωτέμπορους και ελεύθερους σκοπευτές. Θα συναντήσουν και κάποιους που θέλουν πραγματικά να τους βοηθήσουν, αλλά μόνο για λίγο. Οι δοκιμασίες θα σφυρηλατήσουν σιγά σιγά ομαδικό πνεύμα κι αυτό θα τους βοηθήσει να συνεχίσουν.
Όμως αυτό που αναδύεται σιγά-σιγά ως υπέρτατη αξία είναι η Φιλία. Μια φιλία δύσκολη, δύσβατη και επεισοδιακή, η οποία φτάνει μέχρι τα όρια της αυτοθυσίας. Μια φιλία που συμπάσχει όχι θρηνώντας αλλά φροντίζοντας τον φίλο. Ο φίλος νιώθει μεγαλύτερο πόνο για τον φίλο του απ' ότι για τον εαυτό του, τόσο που δέχεται να πάρει τη θέση του. Γιατί, εάν προδώσει τον φίλο του, όλη του η ζωή θα ταραχθεί και θα ανατραπούν τα πάντα από την απιστία του. Γιατί κάθε φιλία την επιλέγουμε... Γιατί η φιλία χορεύει γύρω από ολόκληρη την ανθρωπότητα, καλώντας μας να ξεσηκωθούμε προς αναζήτηση της ευτυχίας. [Η φιλία περιχορεύει την οικουμένη κηρύττουσα δή πάσιν ημίν εγείρεσθαι επι τον μακαρισμόν.]
Το χρυσό κελί της ταινίας είναι φυσικά μια σαρκαστική αλληγορία. Στα αγγλικά έχει τον τίτλο "χρυσό όνειρο" [από μια μεξικάνικη ακριτική περιοχή που λέγεται Suenos de Oro], παραπέμποντας ευθέως στο πασίγνωστο και άπιαστο "αμερικάνικο όνειρο". Η στατιστική τέτοιων προσπαθειών είναι συντριπτικά κατά των μεταναστών και η τύχη δεν είναι σίγουρο ότι ευνοεί τους τολμηρούς. Στο τέλος ο απολογισμός είναι πικρός γιατί επιβεβαιώνει το αρχαιοελληνικό "μηδένα προ του τέλους μακάριζε" που είπε ο Σόλωνας στον Κροίσο. Δεν είναι τυχαία η φράση που ακούγεται σε ανύποπτο χρόνο ότι "ερχόμαστε από το πουθενά και επιστρέφουμε στο πουθενά".
Η σκηνοθεσία του ισπανού Διέγο Κεμάδα-Δίες είναι συναρπαστική. Καταφέρνει να είναι ρεαλιστής και βεριτέ και φιλόσοφος ενώ παράλληλα διαχειρίζεται δύσκολες λήψεις με κινούμενα τρένα, κυνηγητά, καταδιώξεις, περιπλανήσεις σε ετερόκλιτους τόπους, ντάλα ήλιο και νυχτερινά, θερινά και χειμερινά. Η βαρυχειμωνιά του ενέχει πολλαπλές αιτίες και αναφορές όπως και ο επαγγελματικός προσανατολισμός των "τυχερών" μεταναστών.
Η ταινία αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη, ένα σκληρό και ώριμο ντεμπούτο. Ανάμεσα σε 30 βραβεία που κέρδισε ανά τον κόσμο, πήρε και τέσσερα σημαντικά στο περσινό 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Βραβείο Καλύτερης Ταινίας [Χρυσός Αλέξανδρος - Θόδωρος Αγγελόπουλος], Βραβείο Σκηνοθεσίας, Βραβείο της Βουλής των Ελλήνων "Ανθρώπινες Αξίες" και Βραβείο Κοινού.
Βαθμός: οκτώ [8]



