Marlene on the screen wall
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ξεκινάει τη σαιζόν με ένα αφιέρωμα στην θρυλική Λόλα του "Γαλάζιου Άγγελου", την Μαρλέν Ντίντριχ. Μια γνήσια ντίβα της 7ης τέχνης με ηδυπαθές βλέμμα, ψυχρό και φλογερό κατά έναν περίεργο τρόπο, που κρύβει όμως πολύ καλά τις πραγματικές του διαθέσεις. Που μειδιά ειρωνικά όπως μας τόχει τραγουδήσει και η Suzanne Vega:
"Marlene watches from the wall / Her mocking smile says it all."
Έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να θυμηθούμε πως χτίστηκε ένας τέτοιος μύθος. Η Marie Magdalene Dietrich γεννήθηκε στο Schoeneberg στις 27 Δεκεμβρίου 1901. Όταν - πολύ αργότερα - πήρε την αμερικανική υπηκοότητα μίκρυνε την ηλικία της κατά τρία χρόνια. Είχε και μια μεγαλύτερη αδερφή, την Ελίζαμπεθ, γεννημένη ένα χρόνο πριν. Η μητέρα Wilhelmina Elisabeth Josephine Dietrich ήταν κόρη κοσμηματοποιού και ο πατέρας Louis Erich Otto Dietrich ήταν αστυνομικός. Το 1907 ο πατέρας της απέθανε. Η μητέρα της παντρεύτηκε κάποια χρόνια αργότερα τον Eduard von Losch, ο οποίος όμως απέθανε από τις λαβωματιές του κατά τον 1ο παγκόσμιο.
Εκείνη την εποχή η Ντίντριχ είχε ήδη υιοθετήσει το 'Μαρλένε' συμπτύσσοντας τα δυο μικρά της ονόματα και είχε αρχίσει σπουδές βιολιού στη Βαϊμάρη, τις οποίες και δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Στα 1920 πήγε να φοιτήσει στη Σχολή Θεάτρου του Max Reinhardt. Από το 1922 άρχισε να συμμετέχει σε σπουδαίες θεατρικές παραγωγές. Ο πρώτος της δεύτερος ρόλος ήταν στον "Μεγάλο εραστή" [Der grosse Bariton] στο Theater am Kurfurstendamm, ενώ ακολούθησαν κι άλλοι στο "Κουτί της Πανδώρας" [Die Buechse der Pandora] και "Το ημέρωμα της στρίγγλας" [Taming of the shrew]. Την ίδια εκείνη χρονιά έκανε και τις πρώτες τις εμφανίσεις στις βωβές ταινίες "Έτσι είν' οι άντρες" [So sind die Maenner] και "Η τραγωδία του έρωτα" [Tragoedie der Liebe].
Στις 17 Μαϊου 1923 παντρεύτηκε τον Rudolf Sieber και στις 12 Δεκεμβρίου 1924 έγινε μητέρα της Μαρίας. Αν και οι ζωές τους ήταν απολύτως ανεξάρτητες και ελεύθερες, παρέμειναν παντρεμένοι και πολύ-πολύ καλοί φίλοι ώσπου τους χώρισε ο θάνατος του Ρούντι στα 1976.
Η φήμη της Μαρλένε απογειώθηκε μετά τους σημαντικούς της ρόλους στην θεατρική κωμωδία "Μονομαχία στο Λίντο" [Duel on the Lido] και στην επιθεώρηση "Από στόμα σε στόμα" [Von Mund zu Mund]. Παράλληλα την έχει συμπαθήσει και ο Alex Korda ο οποίος τις εμπιστεύεται μικρά ρολάκια σε τρεις ταινίες του: "Μια μοντέρνα Ντιμπαρί" [Eine Dubarry von heute], "Η γυναίκα μου η χορεύτρια" [Der Taenzer meiner Frau] και "Η κυρία δεν θέλει παιδιά" [Madame wuenscht keine Kinder].
Φεύγει για τη Βιέννη όπου παίζει στα διάσημα θέατρα Theater in der Josefstadt και Wiener Kammerspiele και κάνει την πρώτη της σημαντική βωβή ταινία, το "Καφέ Ελεκτρίκ" [Cafe Elektric]. Επέστρεψε στη χώρα της ως αστέρας και πρωταγωνίστησε στις μη ομιλούσες "Φιλώ το χέρι σας μαντάμ" [Ich kuesse Ihre Hand Madame], "Η γυναίκα που όλοι οι άντρες ποθούν" [Die Frau, nach der man sich sehnt], "Το πλοίο των χαμένων ψυχών" [Das Schiff der verlorenen Menschen] και "Τι τραβούν οι αρραβωνιασμένοι" [Gefahren der Brautzeit].
Επί σκηνής θριάμβευσε στην επιθεώρηση "Πλανάται στην ατμόσφαιρα" [Es liegt in der Luft] του Mischa Spoliansky για τις ανάγκες της οποίας ηχογράφησε τα πρώτα δύο άσματά της, περιλαμβανομένου και ενός σκανδαλιστικού λεσβιακού ντουέτου με την μεγάλη σταρ της εποχής Maro Lion. Ένα χρόνο μετά [1929] πρωταγωνίστησε επίσης στις "Δύο γραβάτες" [Zwei Krawatten] του Georg Kaiser. Εκεί την είδε ο αυστροεβραίος σκηνοθέτης Josef von Sternberg, που ήρθε απ' το Χόλιγουντ για να κάνει μια ταινία με τον Emil Jannings, βασισμένη στη νουβέλα "Professor Unrat" του Heinrich Mann.
Έτσι γεννήθηκε η Λόλα Λόλα, η τραγουδίστρια ντιζέζ που βασανίζει όλα τ' αρσενικά με τα σκέρτσα και τα καπρίτσια της. Έτσι γεννήθηκε ο "Γαλάζιος άγγελος" [Der Blaue Engel], μια από τις πρώτες ομιλούσες γερμανικές ταινίες και μια από τις διαχρονικότερες παραγωγές στην ιστορία του σινεμά. Συνθέτης και τραγουδοποιός της ήταν ο Friedrich Hollaender. Με την ταινία αυτή ξεκίνησε η υπερατλαντική καριέρα της ντίβας. Η Paramount ενδιαφέρθηκε αμέσως και το καλλιτεχνικό ζεύγος φον Στέρνμπεργκ - Ντίτριχ μετακόμισε στο Χόλιγουντ.
Τον Απρίλη του '30 η Μαρλέν αριβάρει στην Νέα Υόρκη και ο Γιόζεφ, ο μέντοράς της, της κάνει ένα διαφημιστικό φιλμάκι για να την συστήσει στο αμερικάνικο κοινό. Εδώ ξεκινάει μια συναρπαστική συνεργασία που διαρκεί 6 ταινίες και μεταμορφώνει τη ντίβα σε ζωντανό θρύλο και τον μέντορα σε αινιγματική φυσιογνωμία. Το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς κάνει πρεμιέρα το "Μαρόκο", ένα κατά πολλούς αθάνατο κλασικό αριστούργημα, όπου κάνει αίσθηση με το μαύρο φουρό και το πλατύγυρο καπέλο της.
Η αντρόγυνη εμφάνισή της γίνεται σήμα κατατεθέν στην "Ατιμασμένη" [Dishonored, 1931], όπου υποδύεται μια αυστριακή κατάσκοπο του 1ου παγκοσμίου. Η μοναχική μοιραία γυναίκα θέλει να παίζει ρόλους ευφυείς και απελευθερωμένους, σε απόλυτη συνάρτηση με την προσωπική της ζωή. "Έχει το θράσος ενός άντρα, αγαπά τη δύναμη και φορά παντελόνια. Η αρρενωπότητά της προκαλεί τις γυναίκες και η θηλυκότητά της σκανδαλίζει τους άντρες" γράφει πολύ αργότερα ο Kenneth Tynan.
Ακολουθεί το "Σαγκάη εξπρές" [Shanghai Express, 1932], η μεγαλύτερη επιτυχία του δίδυμου. Η Μαρλέν υποδύεται την Λίλυ [άνθος] μια διαβόητη εταίρα που κινείται μεταξύ Πεκίνου και Σαγκάης στη διάρκεια του σινικού εμφυλίου. Εδώ πια το κοινό την αποθεώνει, την στέφει αυτοκράτειρα του πόθου, την ενθρονίζει βασίλισσα της μόδας, της μυστηριακής γοητείας και των θέλγητρων της. Τέταρτη στη σειρά η παράξενη "Ξανθιά Αφροδίτη" [Blonde Venus, 1932] όπου επιστρέφει στα φουρό και τα καπέλα, λευκά όμως τώρα πια. Περνά στην ιστορία για τα μοναδικά της νούμερα, μεταξύ αυτών και το λεσβιακό "Hot voodoo" όπου απεκδύεται το κοστούμι ενός γορίλα. Είναι επίσης η μοναδική ταινία όπου κρατά το ρόλο μιας φυσικής μητέρας.
Κάνει ένα διάλειμμα με το ξεχωριστό "Άσμα ασμάτων" [Song of Songs, 1933] του Rouben Mamoulian, το οποίο απαγορεύεται στην πατρίδα της ως 'αντιγερμανικό'. Ο Γκέμπελς βέβαια, την βομβαρδίζει με προτάσεις και της υπόσχεται να τη χρίσει 'βασίλισσα του γερμανικού σινεμά', αλλά εκείνη απορρίπτει όλες τις προσφορές των ναζί. Επιστρέφει στον φον Στέρνμπεργκ με την "Τραγική τσαρίνα" [The Scarlet Empress, 1934], ένα αμφιλεγόμενο ιστορικό δράμα, όπου ενσαρκώνει τη μεταμόρφωση της γερμανής πριγκίπισσας Sophie Frederike σε Αικατερίνη της Ρωσίας. Η συνεργασία τους κλείνει με έναν αταίριαστο ρόλο ισπανίδας χορεύτριας στο φιλμ "Ο διάβολος είναι γυναίκα" [The Devil is a Woman, 1935], που παραδόξως η ίδια θεωρεί ως την αγαπημένη της ταινία.
Μετά από επτά δράματα και για να ξεφύγει από τη σφαίρα του Γιόζεφ, επιχειρεί μια σπιρτόζικη κωμωδία, τον "Πόθο" [Desire, 1936] του Frank Borzage με παραγωγό τον Ernst Lubitsch! Η κοσμοπολίτισσα κλέφτρα κοσμημάτων που κλέβει και την καρδιά του Γκάρι Κούπερ αρέσει πολύ στους θαυμαστές της. Παράλληλα πρωταγωνιστεί και στην πρώτη έγχρωμη δουλειά της, τον αρκούντως κιτς "Κήπο του Αλλάχ" [The Garden of Allah] του Richard Boleslawski, όπου παραμένει εκθαμβωτική και κολάζει τον Σαρλ Μπουαγιέ. Το κασέ της έχει φτάσει πια στην κορυφή και πετιέται ως την Αγγλία για τις ανάγκες του "Ιππότη άνευ πανοπλίας" [Knight wihout Armour, 1937].
Επιστρέφει όμως αστραπιαία για τον μελαγχολικό "Άγγελο" [Angel] του Ernst Lubitsch, έναν από τους καλύτερους ρόλους της. Η ταινία δεν γνωρίζει τη δέουσα επιτυχία [πράγμα το οποίο δεν πρέπει να μας κάνει ουδεμία εντύπωση] και το όνομά της φιγουράρει ανάμεσα στις πέντε βιτριολικές γυναίκες του Χόλιγουντ. Joan Crawford, Bette Davis, Greta Garbo και Katherine Hepburn μοιράζονται μαζί της την λίστα. Επιστρέφει όμως θριαμβευτικά και αλλά ζει πλήρως το ίματζ της με το γουέστερν "Destry Rides Again" [1939] του George Marshall. Η απόμακρη, απροσπέλαστη και ψυχρή κούκλα μεταμορφώνεται σε κεφάτη τραγουδίστρια του σαλούν που άδει μεγαλοφώνως "See what the boys in the backroom will have!" Κοινό και τύπος ενθουσιάζονται και η Μαρλέν αποκτά επιτέλους την αμερικανική υπηκοότητα. Οι γερμανικές εφημερίδες της προπαγάνδας την αποκαλούν 'προδότρα'.
Την ίδια εποχή ηχογραφεί μερικά από τα αθάνατα τραγούδια της, όπως το "You go to my head", το αισθησιακό "Falling in love again" και το κλασικό "You do something to me" του Κόουλ Πόρτερ. Η νέα δεκαετία την βρίσκει ντυμένη ναυτάκι να εμψυχώνει τα φαντάρια και να τραγουδά "You can bet your life the man's in the Navy!" στην ταινία "Επτά αμαρτωλοί" [Seven Sinners, 1940] του Tay Garnett. Ακολουθεί μια σειρά πολύ μέτριων ταινιών: "The Flame of New Orleans" και "Manpower" [1941], "The Lady is Willing", "The Spoilers" και "Pittsburgh" [1942]. Όλα αυτά όμως ξεχνιούνται όταν αποφασίζει να διασκεδάσει τους αμερικανούς στρατιώτες τραγουδώντας την "Λιλί Μαρλέν" στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Μετά τη λήξη του 2ου παγκοσμίου της απονέμονται παράσημα ανδρείας από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ.
Στο περιθώριο του πολέμου συζεί με τον "έρωτα της ζωής της" Ζαν Γκαμπέν, με τον οποίο και θα γυρίσει μεταπολεμικά την απόλυτη αποτυχία "Martin Roumagnac" [1946] υπό τον George Lacombe. Επιστρέφουν ομού στο Χόλιγουντ και η Μαρλέν παίζει την τσιγγάνα Λύντια στα "Χρυσά σκουλαρίκια" [Golden Earrings, 1947] του Mitchell Leisen. Η επιτυχία ξαναχτυπά με την κωμωδία-μιούζικαλ "A Foreign Affair" του απίθανου Billy Wilder. Ο Γουάιλντερ την πείθει να ενσαρκώσει μια ναζί που τραγουδά στα χαλάσματα του Βερολίνου: "Illusions", "The ruins of Berlin" και "Black market" την ξανακάνουν διάσημη. Παράλληλα γίνεται η 'πιο γκλάμουρ γιαγιά του κόσμου" αφού η κόρη της γεννά τον πρώτο από τους τέσσερις εγγονούς της.
Κατόπιν ξαναπάει στην γηραιά αλβιόνα για δυο ακόμη ταινίες. Πρώτα το "Stage Fright" [1949/50], όπου ο Χίτσκοκ την προσκαλεί ως μια 'απόλυτη επαγγελματία' να υποδυθεί μια ύποπτη ντιζέζ και να τραγουδήσει "The Laziest Gal in Town" του Cole Porter και "La vie en rose" της Edith Piaf. Της επιτρέπει ακόμη και να του κάνει σκηνοθετικές υποδείξεις, γεγονός ανήκουστο για τον μεγάλο μετρ. Κι έπειτα το "No Highway in the Sky" [1951] του Henry Koster με τον Τζίμι Στιούαρτ.
Επιστρέφει στην αμερική όπου τον Νοέμβρη κυκλοφορεί από την Columbia το πρώτο της lp με τίτλο "Marlene Dietrich Overseas". Περιέχει 12 τραγούδια τραγουδισμένα στα γερμανικά, μεταξύ των οποίων τα "Mean to me", "Annie doesn't live here anymore", "Time on my hands" και "Miss Otis regrets". Από αρκετούς θεωρείται και το καλύτερό της. Κάπου εδώ όμως πλησιάζει η δύση της ηθοποιού, που για πολλούς σηματοδοτείται με το "Rancho Notorious" [1952] του Φριτς Λανγκ, 'μια πολύ κακή ταινία' σύμφωνα με τα λεγόμενά της.
Αποφασίζει να εγκαταλείψει τα πλατό και ν' ανέβει στη μουσική σκηνή. Οι ζωντανές της εμφανίσεις στο Hotel Sahara [Δεκέμβρης 1953] του Λας Βέγκας δεν έχουν προηγούμενο. Την επόμενη χρονιά οι επιτυχίες μετακομίζουν στο Cafe de Paris του Λονδίνου, όπου την παρουσιάζει ο παλιόφιλος Νόελ Κάουαρντ. Η βαθιά αισθησιακή της φωνή και οι μακριές της τουαλέτες κάνουν τον γύρο κόσμου στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.
Πριν κατακτήσει την υφήλιο με τα περίφημα σόου επί σκηνής, θα έχει μερικές ακόμη κινηματογραφικές αναλαμπές. Έκτακτη εμφάνιση στον "Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες" [Around the world in 80 days, 1956], βασική χαρτοπαιχτική αντίπαλος του Βιτόριο ντε Σίκα στην ιταλική παραγωγή "The Monte Carlo Story" [1956/57]. Συναρπαστική ερμηνεία στο φιλμ νουάρ "Touch of Evil" [1957/58] του Όρσον Γουέλς. Εξίσου καταπληκτική στο δικαστικό θρίλερ "Witness for the Prosecution" [1957/58] του Μπίλι Γουάιλντερ.
Το 1959 πηγαίνει στη Βραζιλία για συναυλίες. Το αεροδρόμιο του Ρίο την περιμένουν περίπου 25.000 θαυμαστές της. Ο ενθουσιασμό είναι μεγάλος και το αποτέλεσμα αποτυπώθηκε στο δίσκο "Dietrich in Rio". Ο θρίαμβος συνεχίζεται στο "Theatre de l'Etoile" του Παρισιού. Αναφορές του τύπου 'Η Μερλέν κατέλαβε το Παρίσι!' είναι ενδεικτικές της μαζικής υστερίας που προκάλεσε. Σειρά είχε το Βερολίνο όπου αρκετοί 'συμπατριώτες' την θεωρούσαν ακόμη 'ξένη' και 'προδότρια'. Κι όμως αυτό δεν την εμπόδισε να έχει 62 απανωτές ανακλήσεις με παρατεταμένα χειροκροτήματα επί σκηνής. Ρίγη συγκίνησης εξαπλώθηκαν και στην Ιερουσαλήμ άλλα και στην Κοπεγχάγη όπου ο κόσμος την 'χειροκροτούσε όρθιος'.
Τελευταίος σημαντικός ρόλος [γερμανίδας στρατηγού] στη "Δίκη της Νυρεμβέργης" [Judgment at Nuremberg, 1961]. Δανείζει την φωνή της ως αφηγήτρια στο ντοκιμαντέρ "The Black Fox", που συνδέει την βιογραφία του Χίτλερ με το κλασικό "Reineke Fuchs" του Γκαίτε. Μετά κάποια μικρά περάσματα στα "Paris when It sizzles" [1964] και "Just a Gigolo" [1978]. Η τραγουδιστική της καριέρα την έχει όμως απορροφήσει πλήρως. Το ρεπερτόριό της διευρύνεται με το ντιλανικό "Blowin' in the wind", το "White grass" του Charles Meerewood, το "Where have all the flowers gone?" του Pete Seeger, το "Marie Marie" του Gilbert Beceaud και το εβραϊκό "Shir Hatan". Αλλά και με τα αντρίκεια άσματα "One for my baby (and one more for the road)", "I've grown accustomed to her face" και "Makin' whoopee".
Ο κόσμος γίνεται ξανά δικός της. Η περιοδεία της ανά την υδρόγειο έχει ξεχωριστούς σταθμούς τα κονσέρτα της Βαρσοβίας, της Μόσχας και του Λένινγκραντ [1964], της Ιερουσαλήμ [1960] και του Τελ Αβίβ [1964], του Μπρόντγουεη [1967-68] αλλά και της Ιαπωνίας [1974]. Το 1972 την τιμά και η τηλεόραση με την κινηματογράφηση μιας εμφάνισής της στο New London Theatre, που προβλήθηκε με τίτλο "Marlene Dietrich: I Wish You Love". Ο Cecil Beaton, που την είχε απαθανατίσει με το φακό τη δεκαετία του '30, βλέποντας την ειδική αυτή εκπομπή είπε ότι "η παλιά καραβάνα δεν αλλάζει ποτέ τα κόλπα της, γιατί ξέρει ότι πιάνουν ακόμη και γιατί τά 'χει εφεύρει η ίδια".
Το Σεπτέμβρη του 1975 σπάει το πόδι της επί σκηνής στο Σίδνεϊ και αναγκάζεται να αποσυρθεί. Κλείνει τυπικά την κινηματογραφική της καριέρα με μια εμφάνιση και το ομώνυμο τραγούδι στο "Just a Gigolo" με πρωταγωνιστή David Bowie. Εφεξής, αρνείται πεισματικά να φωτογραφηθεί φοβούμενη τη φθορά του πανδαμάτορα χρόνου. "Απλά δεν μου κάνει κέφι! Η μπογιά μου πέρασε πια! Tempi passati! - φωτογραφήθηκα μέχρι θανάτου" λέει στον Μαξιμίλιαν Σελ, ο οποίος καταγράφει επί έξι απογεύματα τις συζητήσεις τους [1982]. Μέρος αυτών των ηχογραφήσεων, συνολικής διάρκειας 18 ωρών, ενσωματώνεται στο ντοκιμαντέρ που κάνει ο ίδιος για την Μαρλέν, με τίτλο - τι άλλο; - το όνομά της [1984] και το οποίο γνωρίζει διεθνή επιτυχία.
Στις 6 Μαϊου 1992 η ντίβα περνά οριστικά στην αιωνιότητα ενώ κοιμάται βαθιά στο δυάρι της στην πόλη του φωτός. Η τελευταία της επιθυμία ήταν να ταφεί πλάι στη μητέρα της στο Βερολίνο όπερ και εγένετο. Τον επόμενο χρόνο η κρατική κινηματοθήκη του Βερολίνου δέχεται ως κληροδότημα πολλά από τα προσωπικά της αντικείμενα. Και δυο χρόνια αργότερα, ο εγγονός της Christian Bauer θα κάνει άλλο ένα σπουδαίο ντοκιμαντέρ γι' αυτήν, την "Δεύτερη ζωή της Μαρλέν" [Das Zweite Leben der Marlene, 1995].
Πέρα από τις μόδες, τις φωτογραφίσεις και τις δημόσιες συμπεριφορές της αυτό που σκανδάλιζε πάντοτε και θα παραμείνει εξίσου αξέχαστο είναι οι προκλητικότατες ετερόφυλες σχέσεις της. Από την ποιήτρια Mercedes de Acosta, την Έντιθ Πιαφ και την Γερτρούδη Στάιν, ως τον ραλίστα Τζο Ντι Μάτζιο, τον συγγραφέα Έριχ Μαρία Ρέμαρκ, τον στρατηγό Πάτον, τον πρίγκιπα Εδουάρδο τον 8ο και τρεις συναπτές γενεές ανδρών της οικογένειας Κένεντι. Για να μη σας πω ότι λογάριαζε ως καλύτερη φιλενάδα της τον Γκάρι Κούπερ! Βρήκε όμως το μάστορή της στο πρόσωπο του Ζαν Γκαμπέν, ο οποίος τελικά την εγκατέλειψε, γεγονός που ίσως και να μην ξεπέρασε ποτέ η φαμ φατάλ των μοιραίων.
Διαδικτυακοί ονειρότοποι
Merlene on the net
H Merlene και οι συλλέκτες
Η σελίδα του Μάικ
H Merlene στο Stanford
Αναφορά στον Φριτς Λανγκ



