Μουσικές εικόνες στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
Ταινίες τεκμηρίωσης και αναζήτησης μιας αλήθειας. Συμπληρωματικής στη μουσική... Του Κώστα Καρδερίνη
Αν αντιστρέψουμε τον αριθμό της φετινής διοργάνωσης, το 28 γίνεται 82, όσες και οι ελληνικές συμμετοχές στο επερχόμενο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης [05-15/03/2026]. Τα υπόλοιπα Βαλκάνια μετέχουν με μόλις μισή ντουζίνα συμπαραγωγές, όσες έχει από μόνη της η πολύπαθη Παλαιστίνη. Μετά από τις κλασικές δυνάμεις του είδους [ΗΠ, Γαλλία, Γερμανία, ΗΒ] στην πέμπτη θέση ανέρχεται η Νορβηγία με 14 συμμετοχές που απλώνονται σχεδόν σε όλα τα τμήματα. Και η υπόλοιπη Σκανδιναβία δεν πάει άσχημα [13 η Δανία, 8 η Σουηδία, 5 η Φινλανδία]. Συνολικά, από τις 5 ηπείρους εκπροσωπούνται 52 χώρες. Μπαίνω όμως αμέσως στο κυρίως θέμα που είναι η μουσική των εικόνων.
Τα πορτρέτα μουσικών βρίσκονται πάλι στο επίκεντρο του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και είναι φυσικό να ελκύουν το ενδιαφέρον των μουσικόφιλων.
Εν αρχή ην η Μάριαν Φέιθφουλ [Broken English], μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, ρεαλισμού και φαντασίας, μεταξύ του "Υπουργείου της Μη Λήθης", του παρατηρητή [Τίλντα Σουίντον] και του καταγραφέα [Τζορτζ ΜακΚέι], του Νικ Κέιβ, του Γουόρεν Έλις, της Κόρτνι Λαβ και πολλών ακόμη. Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στο ποτάμιο λιμάνι του Μπέρμιγχαμ στον Μπλακ Γουόριορ της Αλαμπάμα, ήρθε / κατέβηκε στη Γη η κοσμική διαστημική τζαζ του αφροφουτουριστή Σαν Ρα [Η μαγική πόλη - Το Μπέρμιγχαμ του Σαν Ρα] που ανέπτυξε δική του στρατοσφαιρική φιλοσοφία: Η ιστορία μου δεν είναι μέρος της παγκόσμιας Ιστορίας· η Ιστορία επαναλαμβάνεται, όμως η δική μου ιστορία είναι ανεπανάληπτη, δίχως τέλος.
Αρκετά παραπάνω, στην Νέα Υόρκη, ανδρώνεται και μεγαλουργεί ο αμοργινός ποιητής Γιώργος Κατσαρός - Θεολογίτης [Στην Αμερική σαν πήγα] συνυφαίνοντας την ιστορία του ρεμπέτικου της διασποράς. Πίσω στα καθ’ ημάς, ο καζαβητινός Αργύρης Μπακιρτζής σμιλεύει επί 60ετία τον χαρακτήρα των Χειμερινών Κολυμβητών [Το πολλαπλό σου είδωλο. Χειμερινοί Κολυμβητές] και οι δικοί μας άνθρωποι, Γιάννης Αγγελάκης και Ανδρέας Σιαδήμας, σπεύδουν να τον απαθανατίσουν. Τι μαγειρεύουν άραγε οι σπαρτακιστές Θραξ Πανκc; Ο έμπειρος Γιώργος Σπυρίδης [Ο Μπίκο & η ορχήστρα του, 2025] ξέρει και μας το μεταφέρει μετά μουσικής και ζωντανής τους εμφάνισης [Θραξ Πανκc Kuzin].
Τα πορτρέτα διάσημων καλλιτεχνών και ιδιαίτερων βίων και πολιτειών συνεχίζονται με... τη στοιχειωμένη πρωταγωνίστρια του Χίτσκοκ [Κιμ Νόβακ: Δεσμώτρια του ιλίγγου] από τον ιδιαίτερα ταλαντούχο Αλεξάντρ Ο. Φιλίπ [Τυφλή πίστη: Ο Γουίλιαμ Φρίντκιν μιλά για τον Εξορκιστή, Η αρπαγή, Λιντς/Οζ, Λέγε με Μπιλ, Αλυσιδωτή αντίδραση], με... τον συγγραφέα του Τρέινσποτινγκ, Ίρβιν Ουέλς, που δοκίμασε διμεθυλοτρυπταμίνη [Η πραγματικότητα δεν είναι αρκετή], με... τον ρηξικέλευθο Μπομπ Γουίλσον που έκανε επική όπερα επικής διάρκειας στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες [Ο Ρόμπερτ Γουίλσον και οι εμφύλιοι πόλεμοι, δια χειρός Χάουαρντ Μπρούκνερ], με... την Ζιλιέτ Μπινός [έρχεται ξανά στην Θεσσαλονίκη] να συμβιώνει τη δημιουργική της συνεργασία με τον χορευτή και χορογράφο Άκραμ Καν [In-I In Motion].
Αυτό όμως που θα κάνει πάταγο, κυριολεκτικά, εκκωφαντικά και μεταφορικά, είναι το ντοκιμαντέρ [Hex] για τις νορβηγίδες Witch Club Satan, μουσικούς και μάγισσες, που καταριούνται, ξορκίζουν και εξοστρακίζουν με την κατάμαυρη μεταλλική τους μαγγανεία, τους δαίμονες της τοξικής αρρενωπότητας, της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού. Ακόμη ένα ενδιαφέρον πρόσωπο, ο όρθιος κωμικός και τροβαδούρος Μάικλ Γκρίνμπεργκ, καβάλα στο αμερικάνικο κίνημα της Κλιματικής Ανυπακοής, που αντί-συνεδριάζει τα κολοσσιαία πετρελαϊκά συμφέροντα και εμπνέεται από την ταινία Μην κοιτάτε πάνω [Don’t Look Up, 2021] για να προτείνει απλώς και ευθαρσώς το ακριβώς ανάποδον [Κοιτάξτε πάνω]!
Τι κάνουμε όμως εμείς για όλα αυτά;
Ο Φοίβος Κοντογιάννης [Σπασμένος ήχος, Χρυσά βαστά] ξαμολιέται στα νότια Βαλκάνια και υμνεί μετά μουσικής τον αρχέγονο κύκλο της ζωής [Γιατί είναι μαύρα τα βουνά: Τελετές]. Ο κύριος Κούλογλου βιογραφεί τον 94 ετών επιζήσαντα εβραίο τζαζίστα Σιμόν Γκρονόφσκι [Γεννημένος δύο φορές]. Η πρωτάρα Ειρήνη Βουρλούμη καδράρει τρεις ονειροπόλους ταρίφες [Αλλού ο δρόμος]: τον τελετουργικό και ήπιο, τον νιγηριανό ηθοποιό και χορευτή, και τον μπουζουξή και τραγουδιστή που άδει Δε με νίκησε ο δρόμος, δε με νίκησε η πόλη. Κόντρα της, διαγωνίζεται ο Φωκίων Μπόγρης [Kάθαρση, Family Tree, Πρόστιμο] που αναδρομεί 50 χρόνια οπτικοακουστικών μέσων και επικοινωνίας με τον δευτεραγωνιστή Κώστα Στεφανάκη [Σωνιέρου 4], τον οποίο ο Νικόλας Τριανταφυλλίδης ονομάζει Λόρενς Ολιβιέ των μπι-μούβις.
Η Θεσσαλονίκη και οι δυο Κωστάδες [Κώστας Μπακιρτζής, Κωστής Σταμούλης] αποχαιρετούν το καλτ ερωτικό σινεμά [Βίλμα: Το τελευταίο αντίο] με τον πρώτο να υπογράφει και την μουσική, ως ετερώνυμος Γιώργος Κωστογιώργης. Ο ανήσυχος Γιάννης Μισουρίδης [Θεόδωρος Τερζόπουλος – Η συνάντηση, Lost Bodies, Κωνσταντινουπόλεως 280 Θεσσαλονίκη, Εκδοχές (με τον Νίκο)] καταγράφει την εκκεντρική περφόρμερ και ζωγράφο Εύα Κολιοπάντου [Η ανοσία της Εύας] μεταξύ τρέλας και φρονιμάδας, ενώ σιγοντάρει ο Νίκος Βελιώτης. Και ο Γιώργος Αιλιανός εστιάζει στην πιανίστα, χορεύτρια και γλύπτρια Άννα Δ. Χριστοφορίδου [Σμιλεύοντας το φως] με υπόκρουση το κουαρτέτο που αποτελείται από τον ίδιο, τον Ορέστη [πιάνο] και τον Αλέξη [βιολί] Δημητριάδη και την ολλανδή βιολοντσελίστα Judith Groen.
Δεύτερη κατηγορία είναι η αποτύπωση μουσικών ρευμάτων & κινημάτων, μνημονευμάτων του παρελθόντος, παρακαταθηκών και δανείων.
Ο προαναφερθείς Χάουαρντ Μπρούκνερ είχε καταγράψει ζωντανά το θρυλικό πια σήμερα Συνέδριο Νόβα 1978, με τιμώμενο τον Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ, τον οποίον πλαισίωσαν μουσικά οι Πάτι Σμιθ, Φρανκ Ζάπα, Άλεν Γκίνσμπεργκ και Φίλιπ Γκλας. Ο ανιψιός του, Άαρον, κατάφερε να αναστήσει αυτές τις καταγραφές και να τις κάνει ντοκιμαντέρ [Nova ’78] με λίγη βοήθεια από τον Ροντρίγκο Αρέιας. Παλιότερα [2015], οι Γιοργκ Χόπε, Κλάους Μεκ, Χάικο Λάνγκε είχαν πράξει ανάλογα με το υλικό του ρέκτη μουσικόφιλου και μουσικού παραγωγού Μαρκ Ρίντερ, ο οποίος κατέγραφε με γερμανική σχολαστικότητα [παρότι από το Μάντσεστερ] τα υπόγεια ρεύματα της πόλης-σύμβολο του ηλεκτρονικού μουσικού παραισθησιογόνου μποεμισμού των 80s, από το πανκ αζιμούθιο [παρόντων Νικ Κέιβ και Τίλντα Σουίντον] μέχρι την ανύψωση της Παρέλασης της Αγάπης [B-Movie: Λαγνεία & μουσική στο Δυτικό Βερολίνο].
Επιτομή του πόσο δημιουργικό μπορεί να είναι το κινηματογραφημένο παρελθόν, αποτελεί το έργο τού, επιλεγόμενου “αρχαιολόγου του σινεμά” και “ποιητή των χαμένων ταινιών”, Μπιλ Μόρισον. Το πάθος του για τα απολεσθέντα και ανασυρμένα κινηματογραφικά τεκμήρια, η διαστροφική λατρεία του για τις κατεστραμμένες κόπιες και οι απίθανες δημιουργικές του αφηγηματικές αναδράσεις επ’ αυτών, τον έχουν αναγάγει σε οικουμενικό αρχειακό καλλιτέχνη. Μίλησαν γι’ αυτόν και το έργο του με θαυμασμό και κατάπληξη οι Κένεθ Άνγκερ και Έρολ Μόρις.
Το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης φιλοξενεί τον ίδιο, τιμώντας τον με Χρυσό Αλέξανδρο συνολικής προσφοράς, καθώς και έξι δημιουργίες του [Decasia, Σπίθα της ύπαρξης, Οι ύμνοι των ανθρακωρύχων, Η μεγάλη πλημμύρα, Ντόσον Σίτι: Παγωμένος Χρόνος, Ο ντετέκτιβ του χωριού: Ένας κύκλος τραγουδιών] σε μουσική των Michael Gordon, Dave Douglas, Jóhann Jóhannsson, Bill Frisell, Alex Somers, David Lang αντίστοιχα. Τα λόγια είναι περιττά, αφηγούνται ρυθμικά οι εικόνες μετά εμπνευσμένης μουσικής συνοδείας.
Το μουσικό μας εισαγωγικό ταξίδι στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης κλείνει με δυο προτάσεις από το τμήμα νεότητας. Μετά από Τα παιδιά της σόουλ [2020] ο Ουγκό Σομπελμάν σκύβει το βλέμμα του στα παιδιά της παρισινής πολυπολιτισμικής Μπελβίλ, στο αυτοδιαχειριζόμενο κέντρο νεότητας και στο μουσικό φεστιβάλ που οργανώνουν κόντρα στις αντίξοες συνθήκες [Τα μπιτ της Μπελβίλ]. Στο ίδιο μήκος κύματος εκπέμπει με ανθεκτικότητα και φαντασία η μικρή διαφορετική Μάγια το δικό της άσμα αυτοπροσδιορισμού, μέσα από το υβριδικό μικρό ντοκιμαντέρ [Το τραγούδι της Μάγια] που παντρεύει το κινούμενο σχέδιο με την αφήγηση.
Καλό μας Φεστιβάλ.
Τίτλοι αρχής, μέσης και τέλους 



