Once in a Lifetime
"And You May Tell Yourself... This Is Not My Real Petridis..."
Πριν από αρκετά χρόνια στον ΠΑΟΚ δεν είχαμε κανένα πρόβλημα και καθώς είχαμε βαρεθεί τα πρωταθλήματα και η διοίκηση δεν είχε με τι να ασχοληθεί αφού όλα πήγαιναν πρίμα, είπε να στήσει μες στην Τούμπα ένα άγαλμα προς τιμήν του Γιώργου Κούδα. Κανείς δεν τους ενημέρωσε προφανώς ότι τα αγάλματα και οι ανδριάντες είναι για τους πεθαμένους και ότι ο Κούδας ζούσε (και ζει ακόμα ο άνθρωπος, ζωή να 'χει). Όπως και κανείς δεν ενημέρωσε τον γλύπτη για το πώς ήταν φυσιογνωμικά ο Γιώργος Κούδας και πήγανε και στήσανε κάτι που θύμιζε περισσότερο τον Γιώργο Κοινούση. Ευτυχώς να λες που κάτι καλόπαιδα του Ολυμπιακού, μετά το πέρας ενός ματς και καθώς περίμεναν να περάσουν οι απαραίτητες πέντε ώρες για να τους βγάλει η αστυνομία από το γήπεδο, το έκαναν γυαλιά - καρφιά εκείνο το έκτρωμα, που το μόνο που έκανε ήταν να επιβεβαιώνει ότι, όταν δεν ξέρεις το πώς και το γιατί πρέπει να τιμήσεις κάποιον (ή όταν δεν ΘΕΛΕΙΣ πραγματικά να τον τιμήσεις, αλλά μόνο να "κλέψεις" από τη δόξα του) καταλήγεις να τον προσβάλλεις και να τον ρεζιλεύεις.

Δεν ξέρω αν θα είναι Ολυμπιακοί ή ΠΑΟΚτσήδες, πασόκοι ή οννεδίτες, οπαδοί των Stones ή του Σιδηρόπουλου, αλλά εύχομαι ολόψυχα να βρεθούν γρήγορα εκείνοι που θα αναλάβουν να βρουν και να καταστρέψουν άμεσα όλες -μα όλες- τις κόπιες από την αθλιότητα αυτή, που πλασάρεται ως δήθεν αφιέρωμα - τιμή στον Γιάννη Πετρίδη και περισσότερο από όσο προσβάλλει τον ίδιο (διότι συμμετέχει σε αυτό ενεργά, άρα έχει μερίδιο ευθύνης, εκτός αν του είχαν "αποκρύψει" όλα τα τραγελαφικά για τα οποία λέω παρακάτω), προσβάλλει τους ακροατές του, αυτούς που τον ακούνε και τον εμπιστεύονται εδώ και δεκαετίες. Προσβάλλει στο μέγιστο βαθμό όλους τους μουσικόφιλους, που πήγαν ή θα πάνε να δουν αυτό το μνημείο προχειρότητας και ασχετοσύνης, πιστεύοντας ότι κάπου, σε ένα έστω καρέ, θα βρουν ένα κομμάτι της ζωής τους. Θα βρουν ελάχιστα λεπτά από τις χιλιάδες ώρες προσεχτικής και επίμονης ακρόασης. Τίποτε δεν θα βρουν, τους το εγγυώμαι. Παρά μόνο ανόητους βερμπαλισμούς και καιροσκοπικές μεθοδεύσεις, πάνω σε ένα θέμα που προσφέρεται για τη δημιουργία αριστουργήματος και όχι ανοησιών, όπως κατέληξε. Να το καταστρέψουν, να μη μείνει τίποτε. Ούτε τα τρέϊλερ, ούτε οι αναρτήσεις στο You Tube.
Και εξηγούμαι:
Την άποψη μου για τον Γιάννη Πετρίδη την έχω ήδη γράψει αναλυτικά εδώ και δεν έχω κάτι να προσθέσω επ' αυτού, παρά μόνον το ότι τελικά ευτυχώς ο Πετρίδης αποδείχτηκε το ακριβώς αντίθετο του μουσικού παράγοντα (το ακούς "Πρόεδρε";). Αφορά τον Πετρίδη του 2009 η άποψη αυτή, καθώς αρνούμαι να τον αντιμετωπίσω ως μνημείο και να του στήσω ανδριάντα, κάτι τέτοιο θα ήταν κατάφωρα άθλιο.
Έχοντας δει το ντοκιμαντέρ για πρώτη φορά, υποψιάζομαι ότι η δημιουργός του όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση, καμία γνώση και καμία άποψη για τον Γιάννη Πετρίδη, αλλά και για τα περισσότερα των θεμάτων που άπτονται του αντικειμένου με το οποίο έχει την ψευδαίσθηση ότι ασχολείται το έργο της. Επιβεβαιώνομαι. Το βλέπω μία δεύτερη, αλλά δεν αντέχω να το τραβήξω μέχρι τέλος. Μάλιστα διαβάζω σε μια ανάρτηση του Enteka ότι "Η διάκριση τού να γυριστεί ένα ντοκιμαντέρ για εκείνον "ήρθε από την Νικόλ Αλεξανδροπούλου, μια ΕλληνοΙταλίδα φωτογράφο και σκηνοθέτη", λέει ο Γιάννης Πετρίδης. "Δεν με γνώριζε πριν, αλλά διάβασε όπως μου είπε στο blog του Enteka "11 λόγους για τους οποίους ακούει Γιάννη Πετρίδη" και αυτό την έκανε να ενδιαφερθεί να μάθει ποιος είμαι. Με πήρε τηλέφωνο πριν από ένα ενάμισι χρόνο. Συναντηθήκαμε και μου πρότεινε να κάνει ένα ντοκιμαντέρ για μένα, στο οποίο, παράλληλα με την προσωπική μου ιστορία και καριέρα, θα ξεδιπλώνεται και η μουσική ιστορία της Ελλάδας, όχι μόνο από το '75 που ξεκίνησα εγώ τις εκπομπές αλλά και πιο πριν...".

Αυτό το τελευταίο ήταν που θα έπρεπε να τον βάλει σε υποψίες τον Πετρίδη. Τι ντοκιμαντέρ θα ήταν αυτό που θα κατάφερνε να τα χωρέσει όλα τούτα; Και Πετρίδη (που από μόνος του θέλει δέκα ώρες φιλμ!) και την μουσική ιστορία της Ελλάδας; Αν το κατάφερνε κάτι τέτοιο η Αλεξανδροπούλου θα μιλούσαμε σήμερα για σκηνοθέτιδα επιπέδου Ταρκόφσκι και Μπέργκμαν...
Δυστυχώς για όλους μας, η Νικόλ Αλεξανδροπούλου εκτός από το ότι δεν γνώριζε για τον Γιάννη Πετρίδη και τις εκπομπές του, είχε και έχει παντελή άγνοια και για τα παρακάτω θέματα (μεταξύ πολλών άλλων φαντάζομαι, αφού από ειδικούς περί του κινηματογράφου και δη περί του του ντοκιμαντέρ πληροφορούμαι και "τεχνικές" αδυναμίες, στην ροή που κάθε άλλο παρά κινηματογραφική είναι και σε ένα σωρό άλλα θέματα..) :
1. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΡΟΚ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ (για το λόγο αυτό αναλώνει τεράστιο μέρος του χρόνου της για να της τη διηγηθούν οι καλεσμένοι της, φεύγοντας από το θέμα της. Ούτε καν βαθμολόγηση δεν θα έπαιρνε δηλαδή αν έγραφε έκθεση, αντί να έκανε ντοκιμαντέρ)
2. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΟΚ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (για αυτό βάζει τους ίδιους και πάλι να μας την διηγηθούν. Και βάζει και τον Πετρίδη να το κάνει. Λες και κάνει κάτι άλλο όλα αυτά τα χρόνια ο Πετρίδης, παρά να συν-δημιουργεί την ιστορία του ΡΟΚ στην Ελλάδα. Ξέχασα όμως πως η Δημιουργός δεν γνωρίζει τον Πετρίδη)
3. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΟΙΟΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΚ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (Για αυτό και δίνει το μικρόφωνο στον Πέτρο Κωστόπουλο για να μας πει ότι επειδή στο ροκ στην Ελλάδα δεν παίζουν φράγκα, φτιάχνεις σταθμούς με λαϊκά και ντέρτια και τα κονομάς. Για αυτό και το δίνει σε κάτι άσχετους στυλίστες της LIFO για να μας πουν κάτι που δεν το θυμόμαστε καν... Για αυτό και αναπαράγει δια του Πέτρου Ευθυμίου, το κλισέ που θέλει τους πάντες να έχουν ροκ παρελθόν. Για αυτό και δεν στρώνεται να πάει να βρει τίποτε ανώνυμους ακροατές του Πετρίδη να της ΜΑΘΟΥΝ ποιος πραγματικά είναι και ΤΙ πραγματικά σημαίνει για αυτούς. Για αυτό και επιλέγει lifestyle και high πρόσωπα, που όπως αποδείχτηκε της την έκαναν τη χάρη και το προώθησαν όσο δεν πήγαινε το προϊόν της)
4. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (τι παραπάνω να πει κανείς εδώ. Σαν να αναθέτεις στην ομάδα του Κους- Κους να γυρίσει ντοκιμαντέρ για τον John Peel. Κάποιος ακούστηκε να λέει "ποιος είναι ο John Peel ;" ή είναι ιδέα μου;)
5. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΕΚΑΝΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ (πέρα από το προφανές του ότι "κλέβει" αίγλη και δόξα από το αντικείμενο της, την οποία δεν θα μπορούσε με κανέναν άλλο τρόπο να αποσπάσει).
Όλη αυτή η αρνητική γνώση έχει ως τελικό αποτέλεσμα ένα ασύνδετο, βαρετό και στο τέλος ανούσια δραματοποιημένο υποπροϊόν το οποίο από καμία άκρη του νήματος δεν αγγίζει το φαινόμενο Γιάννης Πετρίδης. Μένουν από έξω όλες οι σημαντικές λεπτομέρειες. Μένει από έξω οποιαδήποτε αναφορά στην αληθινή ουσία του ραδιοφώνου που εκπροσωπεί ο Πετρίδης. Άλλωστε απουσιάζουν οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να το κάνουν. Από όλους τους πιθανούς και απίθανους στους οποίους δίνεται μικρόφωνο αξίζουν μόνο ο Μάρκος Φράγκος και ο Γιάννης Νένες. Ο πρώτος -δυστυχώς- αναλώνεται σε θέματα που αφορούν την ιστορία της μουσικής και του ροκ γενικά (πάλι καλά που δεν τον ρώτησε για τη μαγειρική- ξέρω ότι ο Μάρκος μαγειρεύει ωραία). Ο Νένες είναι ο μόνος που έχει άποψη και την λέει. Ο μόνος που συνεισφέρει ουσιαστικά στο να πάρει ο ανυποψίαστος θεατής μία έστω και μικρή εικόνα του τι εστί Πετρίδης και ο υποψιασμένος να βρει τους κώδικες ταύτισης με αυτό με το οποίο του υποσχέθηκε το αντικείμενο του ντοκιμαντέρ. Ο μόνος που δεν μιλάει για την πάρτη του, αλλά για τον Πετρίδη (και ο Μάρκος δεν μιλάει για την πάρτη του, αλλά επί της ουσίας ούτε για τον Πετρίδη).
Μία και μόνη ερώτηση θα έφτανε για να γελοιοποιήσει όλους τους υπόλοιπους, πλην των ανωτέρω, μπροστά στην κάμερα, περισσότερο από όσο γελοιοποιούνται οι ίδιοι με τα όσα άσχετα και εγωκεντρικά αναμασάνε: Πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε εκπομπή του Πετρίδη; Ποιο ήταν το τελευταίο όνομα στη μουσική που ανακαλύψατε εξαιτίας του Γιάννη Πετρίδη; Και άλλα τέτοια που ποτέ δεν ακούστηκαν. Όπως δεν ακούστηκε και η άποψη του Πετρίδη για το ραδιόφωνο και τη μουσική επί της ουσίας (και όχι ιστορικές παλινδρομήσεις για αρχάριους). Η μοναδική ερώτηση που κάνει η Δημιουργός στον Πετρίδη αποθεώνει και σφραγίζει το ανούσιο του φιλμ: "Τελικά είστε ροκ τύπος κύριε Πετρίδη;". Αν ήμουν εγώ ο Πετρίδης θα της απαντούσα "όχι είμαι μπαρόκ και σε λίγο καιρό θα με κυκλοφορήσουν και σε έπιπλο".
Αποκορύφωμα όλου του αχταρμά, που μόνο ως αφορμή έχει τη μουσική και έναν σημαντικό άνθρωπο αυτής, είναι το εύρημα του τέλους, που βρίσκει τον Γιάννη Πετρίδη να ταξιδεύει στην Αμερική και να ξεναγεί τον "τυχερό θεατή" στα μέρη όπου γεννήθηκε το ροκ. Ο Πετρίδης "παρασύρεται" θεωρώντας προφανώς ότι όλο αυτό το ανούσιο νταβαντούρι γίνεται υπέρ του, με ειλικρινή και όπως πάντα ήσυχο τρόπο ξεναγεί τον ακροατή/ θεατή, αλλά δυστυχώς καταλήγει να εκτίθεται, από την ευτέλεια του μέσου στο οποίο κακόπεσε. Κάπως σαν : ο άνθρωπος του ροκ επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Σαν τον Νίκο Ξανθόπουλο που επιστρέφει στις χαμένες πατρίδες στην Οδύσσεια Ενός Ξεριζωμένου. Εκεί τον κατάντησε τον Πετρίδη το "συγκινησιακά φορτισμένο" τέλος ενός εγχειρήματος χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Χωρίς καμία συνοχή και ουσία. Χωρίς γνώση. Αλλά και χωρίς πάθος ή αγάπη. Γιατί έστω και η ύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων θα μπορούσε να υποκαταστήσει την ομολογημένη έλλειψη γνώσης.

Η Νικόλ Αλεξανδροπούλου όμως ουδέποτε φαίνεται να ταυτίστηκε με τον πρωταγωνιστή της κάμερας της. Δεν τον γνώριζε, δεν φρόντισε να τον γνωρίσει, για αυτό και ουδέποτε τον κατανόησε και δεν μπόρεσε να τον αναδείξει. Αντίθετα τον εκθέτει σχεδόν ανεπανόρθωτα, ειδικά σε όσους δεν γνωρίζουν και ακουστά μόνο έχουν το φαινόμενο "Γιάννης Πετρίδης". Σε πλήρη αντιδιαστολή με τον δημιουργό του ντοκιμαντέρ για τον Θόδωρο Παπαντίνα. Εκεί ο πρωταγωνιστής είναι κατ' αρχήν λιγότερο σπουδαίος και φαινομενικά ήσσονος ενδιαφέροντος από τον Πετρίδη. Και εκεί ο δημιουργός, προφανώς λόγω ηλικίας, δεν έζησε τον πρωταγωνιστή σε πραγματικό χρόνο. Έκανε όμως έρευνα, βρήκε τους ανθρώπους που έπρεπε να βρει, επέδειξε πάθος και μεράκι και κατέληξε σε ένα φιλμ που ανέδειξε τον Θόδωρο Παπαντίνα στον απόλυτο ροκ ήρωα, που στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε.
Η Αλεξανδροπούλου αντίθετα φέρεται να εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο τρόπο την a priori φήμη που κερδίζει η ταινία της εξαιτίας του αντικειμένου αυτής. Το φιλμ γίνεται talk of the town, οι πάντες "σέβονται" τον Πετρίδη άλλωστε, οι Νύχτες Πρεμιέρας είναι το κατάλληλο όχημα για να αρχίσει το γνωστό ανελέητο πήγαινε-έλα με free press και must do γεγονότα της εβδομάδας. Οι ίδιοι άσχετοι που πανηγύριζαν για το reunion των Last Drive τρέχουν να αγοράσουν εισιτήριο για να δουν το ταινιάκι που αφιερώνεται σε κάποιον που ποτέ δεν μπήκαν στον κόπο να ακούσουν στο ραδιόφωνο και άλλα λόγια να αγαπιόμαστε κατά τα λοιπά.
Δεν συμβουλεύω κανέναν να το δει, να μην το δει, να το αγνοήσει ή να το χλευάσει. Παροτρύνω μονάχα όποιον "καταλάβει" να φροντίσει για την ολική καταστροφή της κόπιας που βρέθηκε μπροστά του. Μόνο κάπως έτσι υπάρχει ελπίδα αυτό το απολύτως αδιάφορο, πνευματικά, γνωστικά και ηθικά ανεπαρκές κινηματογραφικό υποπροϊόν να μην ταυτιστεί με το Γιάννη Πετρίδη και να μειωθεί έτσι με το πέρασμα του χρόνου η κατ' αρχήν ανεπανόρθωτη βλάβη στην οποία τον υποχρεώνει.
Ένας πλαστικός και ψεύτικος ανδριάντας, που είναι απολύτως σίγουρο ότι θα ξεθωριάσει σε αντίθεση με αυτόν που αναπαριστά.
______
Το κείμενο αφιερώνεται στον Γιάννη Πετρίδη φυσικά, τον οποίο και διαβεβαιώνουμε ότι τα όσα απίθανα είδαμε και ακούσαμε δεν άλλαξαν στο ελάχιστο την άποψη μας για αυτόν.



