Shortbus [ΗΠΑ, 2006, 101'] του John Cameron Mitchell
"If we can't do elections we might as well do erections" δήλωσε με αυθάδικη χάρη και υπονοούμενο θράσος ο σκηνοθέτης Τζον Κάμερον Μίτσελ, υποκαθιστώντας τις χαμηλές εκλογικές πτήσεις με υψηλές και ζουμερές στήσεις. Κι επιπλέον "αφού δε μπορέσαμε να κάνουμε κάτι για να μην επανεκλεγεί ο Μπους, πέσαμε με τα μούτρα και με τη φαντασία μας στην τέχνη". Και είναι αλήθεια πως από φαντασία σκίζει το φιλμ αυτό. Αφήστε που τα μούτρα τους είχαν πέσει ούτως ή άλλως από τις κινήσεις του αστερισμού του Βοός.
Με το ψυχεδελικό "Hedwig and the Angry Inch" [Η Χέντβιγκ και η οργισμένη ίντσα, 2001, ΗΠΑ, 95'] ο Μίτσελ μπήκε για τα καλά στο μάτι των πολλών, κερδίζοντας μάλιστα και το βραβείου κοινού στο Σάντάνς του 2001. Τον επόμενο χρόνο το είδαμε κι εμείς ως ταινία-έκπληξη των Νέων Οριζόντων και τότε είχα σημειώσει χαρακτηριστικά: Rocky Horror Picture Show, glam rock, Priscilla without desert, kitsch, Almodovar, cabare, post-punk, neon-punk, hardcore rock'n'roll, peek-a-boo, Get Crazy, drug queer, bi-sex, sci-sex - ευρηματικό, διαστροφικά διασκεδαστικό, δεικτικό, αθυρόστομο, λαλίστατα τα χείλη των ασεβών.
Έκτοτε μεσολάβησαν κάποια βιντεοκλίπ για τους Bright Eyes και Scissor Sisters και μια εκτέλεση παραγωγής στο Tarnation [2004] του Jonathan Caouette. Κάπου εκεί γύρω ξεκίνησε και η ιστοσελίδα www.thesexfilmproject.com που έψαχνε να "στρατολογήσει" ηθοποιούς για το άτιτλο ακόμη σχέδιό του. Δύσκολο το εγχείρημα. Οι υποψήφιοι έπρεπε να είναι και πρόθυμοι και κατάλληλοι. Να μην έχουν πολλές πολλές αναστολές, να μην κωλώνουν, και παράλληλα να μπορούν να ερμηνεύουν πειστικά τους ρόλους κινούμενοι ανάμεσα σε πραγματικά πρόσωπα, που δεν υποδύονται δηλαδή αλλά που είναι αυτοί που είναι.
Τι είναι όμως αυτό το Shortbus; Ο όρος χρησιμοποιείται για τα σχολικά λεωφορειάκια που μεταφέρουν άτομα με ειδικές ανάγκες και δεξιότητες. Στην ταινία βέβαια πρόκειται για έναν "οίκο απωλείας" όπου σπεύδουν "άτομα με ειδικές βιολογικές ανάγκες" με απώτερο σκοπό να βρουν τον εαυτό τους. Του σκηνοθέτη ο σκοπός είναι άλλος: να μας πείσει να αφαιρέσουνε απ' το μυαλό μας τα εισαγωγικά του "άτομα με ειδικές βιολογικές ανάγκες", να καταλάβουμε δηλαδή πως όλοι μας είμαστε λίγο ή πολύ τέτοια άτομα. Ξεναγός και οικοδεσπότης στο ιδιόρρυθμο αυτό κλαμπ είναι ο ντραγκ θρύλος Justin Bond. Στη διάρκεια της ταινίας συχνάζουν εκεί και τα δυο ζευγάρια της υπόθεσης, ένα στρέιτ κι ένα γκέι, τα οποία και περιτριγυρίζονται από αρκετές χαμένες ψυχές που περιπλέκονται, περιπτύσσονται και βολοδέρνουν.
Λένε πως την ώρα του σεξ οι εραστές αποκαλύπτονται, όχι μόνο σωματικά αλλά και πνευματικά. Εξωτερικεύουν σταδιακά όλες τις βρώμικες σκέψεις που κρύβουν. Εδώ όλοι γίνονται ρόμπες ξεκούμπωτες, με κάθε καλή προαίρεση και με όση καλή έννοια μπορεί να κρύβει ή να φέρει αυτός ο όρος. Το σεξ είναι ένα παραβολικό και αρκούντως βολικό όχημα για να εξερευνήσει βαθύτερες ανάγκες και να προσεγγίσει την αγάπη και τους φόβους ή τις φοβίες μας. Η σωκρατική μαιευτική μέθοδος του Μίτσελ φαίνεται πως αποδίδει, πλησιάζοντας εν μέρει την ενδοσκοπική και αυτοβιογραφική γραφή του Γούντι Άλεν στον "Νευρικό εραστή" [Annie Hall, 1977] και σ' "Τα πάντα γύρω απ' το σεξ" [Everything You Always Wanted to Know About Sex * But Were Afraid to Ask, 1972], χωρίς να λείπει ούτε και το σκούρο χιούμορ.
Εντύπωση προκαλεί και η αρχή της ταινίας. Υπερφυσικά υπερκοντινά πλάνα σε λεπτομέρειες του αγάλματος της ελευθερίας [το στέμμα, το μάτι, το χέρι που κρατά τη διακήρυξη, τις πτυχώσεις του ρούχου] ως το εξω-νυχιστικό ζουμ στο μεγάλο νύχι και το τράβελινγκ στα υπόλοιπα δάκτυλα του ποδιού του. Προλαβαίνουμε ν' αντιληφθούμε ότι πρόκειται για κόμικ, αντικρίζοντας τη γέφυρα. Και να η πόλη της Νέας Υόρκης από ψηλά ως ένα καρτούν περιβάλλον όπου πρόκειται να δράσουν σκιτσαρισμένοι ήρωες. Όμως καθώς πλησιάζουμε το αστικό τοπίο γίνεται πραγματικότητα. Κι έτσι - μεταξύ ρεαλισμού και αυτοσχέδιας φαντασίας - πρόκειται να κυλήσει όλη η ιστορία που θέλει να μας αφηγηθεί. Το καρτούν σκηνικό επανέρχεται, αριά και που, για να μας θυμίζει πως όλα μπορεί να συμβαίνουν μέσα σε κάποιο κεφάλι.
Η Sook-Yin Lee που άφησε [προσωρινά ευτυχώς] τη θέση της σε καναδικό ραδιοσταθμό και μεταμορφώθηκε σε Sofia, είναι ένα καθαρό φωτεινό πρόσωπο και η απόλυτη προσωποποίηση του ονόματός της, δυνητικά τουλάχιστον. Η Lindsay Beamish είναι μια τέλεια μπεμπέκα Severin, ένα χαμένο πλάσμα που δεν μπορεί να ξεφύγει από το ρόλο του, αν και θα το 'θελε. Ο Alan Mandell γράφει τη δική του σελίδα ως Tobias, ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, αποφθεγματικός και ενίοτε λυρικός. Στο υπέροχο σάουντρακ συνεισφέρουν οι Yo La Tengo, οι Animal Collective, η Anita O'Day, οι Ark κ.α. Την παράσταση κλέβει δικαιωματικά ο μουσάτος τροβαδούρος Scott Matthew με τον τσιρκοσυρφετό γύρω του, δύο από τα κομμάτια του οποίου γίνονται ταπεινά σήματα-εμβλήματα μιας άδηλης επανάστασης. Πρόκειται για τα Language και In the End που κλείνει και τους τίτλους τέλους.
Είχα την αίσθηση πως έτσι τολμηρές κι απρόσμενες ταινίες μπορούν να κάνουν μόνο καναδοί, αλλά να που με διέψευσε ευχάριστα αυτός ο αναρχοχίπης απ' το El Paso. Θα υπάρξει άραγε ποτέ σκηνοθέτης που θα τολμήσει να σατιρίσει τον εθνικό μας ύμνο χρησιμοποιώντας ως ηχείο ενίσχυσης έναν πρωκτό, χωρίς αυτό να φαντάζει φτηνιάρικη πρόκληση;



