Σινέ-MiC
Χαβάη, Σεϋχέλλες, Μπ(ρ)αχάμες, εδώ Μαλδίβες, πάντοτε υπήρχε στο λαϊκό συνειδητό ένας εξωτικός ου-τόπος διαφυγής. Του Κώστα Καρδερίνη
Ιδού ακόμη ένας σπουδαίος ηθοποιός, ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος [Τσίου, Digger, Μαγνητικά πεδία, Μινόρε, Αρκάντια, Utopolis, Café 404], ο οποίος αναβαθμίζει κάθε ταινία που επιλέγει να συμμετέχει. Εν προκειμένω, οι Μαλδίβες, που κινούνται μεταξύ επιστημονικής φαντασίας και παραβολής, μεταξύ θρίλερ και μεταφυσικής, μεταξύ μιούζικαλ και ονειρικού μονολόγου.
Ο Στέλιος [Τσιοτσιόπουλος], μοναχικός δάσκαλος στο ορεινό χωριό του, έχει για συντροφιά την Μαρία, θηλυκό σκυλί με το πιο κοινό θεϊκό γυναικείο όνομα [συμβολικά και πλατωνικά]. Διαπληκτίζεται συνεχώς με τον κολλητό του, τον Παντελή [Δρόσος Σκώτης], διότι είναι παντελώς βουνίσιος και δεν καταλαβαίνει το όνειρο του Στέλιου να τα παρατήσει όλα και να πάει μια μέρα, με την Μαρία, στις ηλιόλουστες παραδεισένιες Μαλδίβες. Μαλβίδες, βαλβίδες... του λέει. Κι ενώ ο Στέλιος [αστέρης τύπος] βλέπει στα σύννεφα να κυματίζει η θάλασσα, η Μαρία αγνοείται και τα πράγματα ξεφεύγουν μέχρις παροξυσμού και ονειρώξεων, τώρα που τα αστρικά όντα κατήλθαν στη Γη.
Αντίστιξη σε όλα τα παραφυσικά, τα παιδικά τραγουδάκια που μαθαίνει στα φάλτσα μαθητούδια του σχολείου ο διδάσκαλος Στέλιος. Άσματα επιμελώς αυτοσχέδια [Βουνό, Ζαρκάδι, Χνώτο, Γλυκιά ζωή] που ποικίλουν την μουσική διάσταση της ταινίας, εμπνευσμένα και γραμμένα από τον Γιάννη Βεσλεμέ, συνυφασμένα σε ένα τελετουργικό σάουντρακ, βραβευμένο στο 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που όμοιό του δεν έχω ξανακούσει. Οι στίχοι τους υπηρετούν το όνειρο του Στέλιου, αναπτερώνουν τη λαχτάρα για την ουτοπία του κι ας έχει έξω -5 βαθμούς θερμοκρασία. Ο ίδιος όμως δεν έχει τα κότσια να κυνηγήσει τ’ όνειρο. Οι αρχαίοι ημών έλεγον ότι ουτοπία δεν είναι κάτι άπιαστο και ανέφικτο, ουτοπία είναι εκεί που δεν έχεις ακόμη καταφέρει να φτάσεις.
Αν δεν γίνεις η θάλασσα, θα έχεις πάντα ναυτία. [...] Το ζαρκάδι αγέρωχο, το ζαρκάδι αξεπέραστο, το ζαρκάδι τόσο έξυπνο, στο μικρό χωριό. Δεν του μοιάζω εγώ σε τίποτα, δεν είμαι εγώ αγέρωχο, δεν είμαι αξεπέραστο, στο μικρό σχολειό. Πες θεέ μου το μυστικό, πώς σαν ζαρκάδι να ξαναγεννηθώ. [...] Ένα πράγμα θα σου πω, πριν ανέβεις από δω, μην ανέβεις προς τα δω, το τελευταίο που θα σου πω, ένα μεγάλο μυστικό έχουμε κρυμμένο στο Βουνό. [...] Μα το αγόρι δεν ανοίγει τα μάτια. Το αφήνουν στο χνώτο των ζώων το ζεστό. Η θλίψη τώρα θα αντηχεί βουή στο θλιβερό βουνό. [...] Τι είναι αυτό που μας ενώνει, το καρπούζι και το πεπόνι, αχ να ’μασταν του καλοκαιριού τα παιδιά... Όμως εκτός από Κοέν και Φελιζόλ, το ιδιαίτατο σάουντρακ διαθέτει επίσης Fats Waller [The Jitterbug Waltz] και Φιλιώ Πυργάκη [για μένα βρέχουν τα βουνά]!!!
Οι δυο αυτοί παράγοντες, απρόβλεπτος πρωταγωνιστής και ανορθόδοξος μουσικοσυνθέτης, δημιουργούν μοναδικό συνδυασμό και απογειώνουν τις μαυρόασπρες Μαλδίβες μεταβάλλοντάς τες από ονειρόδραμα σε εμπειρία ζωής και μετάστασης. Σε μικρό ρόλο-έκπληξη εμφανίζεται και ο Ανδρέας Μαριανός, πιθανώς ο τελευταίος ρόλος της ζωής του, αφού πέρασε στο επέκεινα πριν το καταφέρει η ταινία. Αναμένουμε με λαχτάρα την επίσημη κυκλοφορία της τρε-οριτζινάλ βεσλεμαϊκής μουσικής επένδυσης, όπου -πιστεύω πως- θα υπάρχουν αμφότερες οι εκτελέσεις των παιδιών και του καλλιτέχνη.
Γιάννης Βεσλεμές: Γλυκιά ζωή



