Σινέ-MiC
Η ιστορία μιας πέτρας, η ιστορία ενός παιδιού, η ιστορία μιας χώρας, η ιστορία του κόσμου. Του Αντώνη Ξαγά
Στο «De origine et situ Germanorum»έγραφε ο Τάκιτος τον 1ο μ.Χ. για το «glaesum» (παλαιογερμανική λέξη που μέσα από αδιευκρίνιστες διαδρομές κατέληξε στο γυαλί, στο glass) και για ξεχασμένη φυλή των Αιστίων (Aestiorum gentes): «εξερευνούν προσεκτικά και τη θάλασσα και είναι οι μόνοι από όλους που συλλέγουν από τα ρηχά σημεία και από την ίδια ακτή το ήλεκτρο, το οποίο οι ίδιοι αποκαλούν ‘glesum’. Κι ούτε έχουν ερευνήσει ή ανακαλύψει, βάρβαροι καθώς είναι, με ποιον φυσικό τρόπο ή με ποια μέθοδο παράγεται (…) Για αυτούς είναι εντελώς άχρηστο. Το συλλέγουν σε ακατέργαστη μορφή, το φέρνουν (σε εμάς) σε άμορφη μάζα και μένουν έκθαμβοι όταν πληρώνονται γι’ αυτό. Βέβαια καταλαβαίνεις ότι είναι ένας χυμός από δέντρα, επειδή μέσα του λαμπυρίζουν πολλά ζωύφια, ερπετά και έντομα, τα οποία έχουν μπλεχτεί στο ρευστό αυτό υλικό και εγκλωβίζονται»*. Το κεχριμπάρι, το ‘χρυσάφι της Βαλτικής’, το ἤλεκτρον των Αρχαίων Ελλήνων, φυλαχτό από τα κακά πνεύματα αλλά και μια μελένια κιβωτός της μνήμης και της αμνησίας της θνητότητας… Τα γεωλογικά καπρίτσια έφεραν το 90% της παγκόσμιας παραγωγής της ρητίνης αυτής να βγαίνει από τούτες εδώ τις ακτές της Βαλτικής.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Ρωμαίος ιστορικός είχε γράψει το έργο του αυτό χωρίς ποτέ ο ίδιος να διαβεί καν το limes germanicus, το επίφοβο εκείνο οχυρωμένο όριο πέρα από το οποίο απλωνόταν, πέρα από το βεληνεκές των λεγεώνων, η επικράτεια των ‘βαρβάρων’, η πνιγμένη στους βόρειους ομιχλώδεις μύθους.
Μολαταύτα, στην πραγματικότητα το σύνορο δεν ήταν ούτε τόσο αυστηρό ούτε τόσο αδιαπέραστο όσο έχει χαραχτεί στην ιστορική μνήμη, κόσμος και κοσμάκης το διέσχιζε, ένθεν κακείθεν, οι μεταναστεύσεις και οι μετεγκαταστάσεις ήταν συνεχείς, και οι δρόμοι και τα ποτάμια που απλώνονταν σαν αρτηρίες στο ευρωπαϊκό σώμα μετέφεραν κάθε λογής εμπορεύματα, ζώα, σκλάβους, γούνες, κεραμικά, μέλι, κερί και φυσικά κεχριμπάρι, το οποίο έφτανε έτσι μέχρι τις ακτές της Μεσογείου και σε ολόκληρο τον ρωμαϊκό κόσμο για «θεραπεύσει πυρετούς και πόνους των αυτιών, να φέρει τύχη και να στολίσει» γράφει ο Κλάουντιο Μάγκρις στους ‘Μικρόκοσμους’ του.
Εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο νότια, σε ένα λιμάνι της Τυρρηνικής Θάλασσας, μια φθινοπωρινή μέρα του 79 μ.Χ. μια οικογένεια τεσσάρων ατόμων προσπαθεί να διαφύγει προς την ανατολική πύλη της πόλης κάτω από μια πυροκλαστική βροχή από διάπυρη στάχτη, λάβα και βλήματα ελαφρόπετρας. Μπροστά ο εύσωμος πατέρας, με τραβηγμένο τον μανδύα του πάνω από το κεφάλι σε μια απέλπιδα προσπάθεια προστασίας, πίσω η μητέρα και δύο μικρές κόρες. Οι άνθρωποι έπαιρναν μαζί στην απελπισμένη τους φυγή πολύτιμα αντικείμενα, αξίας υλικής ή συναισθηματικής, μια κοσμηματοθήκη ξύλινη, ένα περιδέραιο, δαχτυλίδια, οι λιγότερο πλούσιοι λεφτά, σηστέρσιους. Και κλειδιά επίσης, πολλά κλειδιά, ελπίδες επιστροφής, μάταιη αισιοδοξία. Εκείνη η οικογένεια βρέθηκε θαμμένη αιώνες αργότερα, στις ανασκαφές της Πομπηίας, το 1907, κοντά στο Φόρουμ, τελικά δεν έφτασε μακριά. Μαζί της βρέθηκαν, όπως τα καταγράφει η Mary Beard «μια μικρή τσάντα: τα οικογενειακά ασημένια αντικείμενα, μερικά κουτάλια, ένα ζευγάρι ποτήρια, ένα μετάλλιο με τη μορφή της Τύχης, ένας καθρέφτης και ένα μικρό κοντόχοντρο ειδώλιο ενός μικρού αγοριού», μια μάλλον άτεχνη προσπάθεια αν τη δει κανείς με καλλιτεχνικό μάτι, πολύτιμο ωστόσο απόκτημα και πιθανότατα ακριβό καθώς ήταν φτιαγμένο ολόκληρο από εισαγόμενο κεχριμπάρι. Σήμερα τα κουφάρια τους είναι μορφοποιημένα σε εκμαγεία χάρις σε εκείνη την έξυπνη τεχνική που επινοήθηκε τον 19ο αιώνα, με το ‘δυσαναπλήρωτο’ κενό της αποσυντιθέμενης σάρκας να γεμίζει με γύψο, κρατώντας έτσι τον χώρο που καταλάμβαναν κάποτε ζωνατνά στον κόσμο αναλλοίωτο σε μονάδες μέτρησης όγκου... Που όσο κενός κι αν είναι από μνήμη και ζωή, όσο έρμαια εκτεθειμένος στην μακάβρια λαγνεία, την ηδονοβλεπτική ματιά και τις φωτογραφικές «ήμουν κι εγώ εδώ» κάμερες αποκαμωμένων από την ζέστη τουριστών σε ημερήσια εκδρομή, μέσα από την απουσία της παρουσίας μπορεί να πει μια ιστορία. Κι ας μην έχει παρά ελάχιστη σχέση με την πραγματικά βιωμένη ιστορία, ένα συμπονετικό βλέμμα μπορεί να αναγνωρίσει τα κοινά της ανθρώπινης κατάστασης πέρα από το χάσμα των αιώνων που κύλησαν.
Στο Βερολίνο, στη οδό Stresemannstraße στον αριθμό 90, πολύ κοντά αλλά και σε ασφαλή συγχρόνως απόσταση από τις ορδές που κατακλύζουν το Checkpoint Charlie, άνοιξε επιτέλους μετά από χρόνια ατελείωτων συγκρούσεων, εγκλήσεων και αντεγκλήσεων το Κέντρο Τεκμηρίωσης για την Προσφυγιά, την Εκτόπιση και την Συμφιλίωση (Dokumentationszentrum Flucht, Vertreibung, Versöhnung). Είναι που το ταμπού και το τραύμα της γερμανικής προσφυγιάς από τις ανατολικές «χαμένες πατρίδες» μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που το κουβάλησαν 14 εκατομμύρια άνθρωποι, εξακολουθεί να επηρεάζει διαγενεεκά κληρονομούμενο και κληροδοτούμενα ακόμη και μέχρι τα εγγόνια του Πόλεμου. Κι έτσι εδώ έγινε η επιλογή από τους υπεύθυνους το θέμα να ανοίξει και να καλύψει (αλλά και να καλυφθεί το ίδιο) όλο τον κόσμο. Στην έξοδο του κτιρίου, αφού ο επισκέπτης έχει κλείσει την περιήγηση τους έχοντας διαβάσει και δει ιστορίες οδύνης και απώλειας, υπάρχουν ειδικές θυρίδες όπου μπορεί να βάλει το χαρτάκι του απαντώντας στην ερώτηση «τι δεν θα άφηνες πίσω σου…». Υπονοώντας, αν έπρεπε να φύγεις ίσως για πάντα. Που πάντα είναι για πάντα. Που υπό τη σκέψη αυτή αποκτά αποκτά μια αμετροεπή, σχεδόν κωμική διάσταση το ζήτημα ‘τι να βάλεις στην βαλίτσα’ που ταλανίζει τον σύγχρονο ταξιδιώτη-τουρίστα. Τι θα έπαιρνες μαζί; Κοιτάζω τις απαντήσεις: ‘Τα παιδιά μου’. ‘Τον σκύλο μου’. ‘Φωτογραφίες’. ‘Το παρελθόν’. ‘Όλα’. Στο νου μου έρχεται συνειρμικά μια θαμπή πρωτοσχολική ανάμνηση, Τρίπολη του 1981, Φλεβάρης, μετά τα 6,7 Ρίχτερ των Αλκυονίδων, την οικογένεια σε ένα αυτοκίνητο, νυχτερινή περιπέτεια, και τον πατέρα να έχει πάρει έναν λεπτό κίτρινο φάκελο με έγγραφα. Δεν είχα ρωτήσει τι ήταν…
Η νέα ταινία του Φατίχ Ακίν λοιπόν… μια στιγμή όμως. Δεν πρόκειται ακριβώς για μια ταινία του Τουρκογερμανού auteur. Ήδη στους τίτλους αρχής διευκρινίζεται: «μια ταινία του Χαρκ Μπομ από τον Φατίχ Ακίν». Ο Μπομ, προσωπικότητα πολυσχιδής με ιστορία, στο θέατρο, στην συγγραφή, στην διδασκαλία και φυσικά στο σινεμά (δίπλα μεταξύ άλλων στον Φασμπίντερ), με όραμα να κάνει μια ταινία θεμελιωμένη σε ένα παιδικό του βίωμα. Η προχωρημένη ηλικία ήταν ωστόσο ανυπέρβλητο εμπόδιο, κι εκεί ήρθε η συνδρομή του φίλου. Έτσι ο Ακίν υπέταξε τον όποιο κινηματογραφικό του εγωισμό και αποδέχτηκε συνάμα μια λίαν ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική πρόκληση: να γυρίσει μια ταινία η οποία δεν είναι δική του, σε κανένα επίπεδο. Γιατί το «Amrum» είναι μια «πολύ «γερμανική ταινία. Φαινομενικά τουλάχιστον…
Η υπόθεση γυρίζει πίσω στα 1945, στο ομώνυμο μικρό νησάκι της Βόρειας Θάλασσας. Το τέλος του πολέμου πλησιάζει, η ήττα είναι προ πολλού προδιαγεγραμμένη, οι κάτοικοι προσπαθούν να αναδιατάξουν τη ζωή τους στα νέα δεδομένα, κι ένα 12χρονο παιδί, μέλος της ναζιστικής νεολαίας, με πατέρα στο μέτωπο και μάνα φανατική κι αμετανόητη χιτλερική, προσπαθεί να βρει και να καταλάβει την θέση του στον νέο κόσμο που αρχίζει να διαμορφώνεται. Μέσα σ’ όλα, η νέα καθημερινότητα διαταράσσεται από τα πρώτα καραβάνια προσφύγων –κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι- που καταφτάνουν από τα ανατολικά, η ανέχεια και η απελπισία των οποίων λες και λειτουργεί ως απειλητικός καθρέφτης υπενθύμισης ενοχών και συνεπειών, σε αυτή τη μικρή γωνιά του κόσμου, την στρατηγικά ασήμαντη, που ως τότε μόνο έμμεσα είχε νιώσει τις συνέπειες του πολέμου. Η ψυχρή έως και εχθρική υποδοχή που τους επιφυλάσσεται από τους ίδιους τους συμπατριώτες τους, την «Κρύα Πατρίδα», την «Kalte Heimat» (όπως είναι κι ο τίτλος του εξαιρετικού για το θέμα βιβλίου του Andreas Kossert) είναι και το υπόρρητο θέμα της ταινίας, αυτό που την κάνει να υπερβαίνει την τοπικότητα, που συνδέει την εποχή εκείνη με την εποχή μας, δείχνοντας εμμέσως, με προβολές στις σκέψεις του κάθε θεατή ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, ότι τα αισθήματα αποστροφής ακόμη και μίσους απέναντι στον ξένο, ακόμη και τον θεωρητικά «δικό» μας είναι και αυτά μια κοινή ιδιότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Απλά αλλού είναι Pollacken κι αλλού τουρκόσποροι. Και κάπως έτσι, το «Amrum» παύει να είναι μια «πολύ «γερμανική ταινία, με την συνδρομή τελικά και την σφραγίδα του Ακίν, ο οποίος αφηγείται την ιστορία ήσυχα, ρεαλιστικά, με την κάμερα να ανοίγεται ιμπρεσιονιστικά στους δραματικούς ουρανούς που συναντά κανείς σε αυτά τα βόρεια πλάτη, στην θάλασσα, στις λασπώδεις παραλίες με τις ύπουλες αμμοπαγίδες.
Στην τελευταία σκηνή της ταινίας η μικρή προσφυγοπούλα βγάζει από τον λαιμό της και του χαρίζει ένα απλό κολιεδάκι, από ευγνωμοσύνη στο παιδί που είχε σώσει πριν τη ζωή του αδερφού της και που τώρα με την αναγκαστική εσωτερική μετανάστευση βιώνει την δική του ‘προσφυγιά’, τον δικό του ξεριζωμό όπως μπορεί να τον βιώσει ένα δωδεκάχρονο παιδί. Μια κεχριμπαρένια πέτρα περασμένη σε ένα απλό ξεφτισμένο σχοινί. Μια πέτρα η οποία ήρθε από πολύ μακριά, στον χώρο και στον χρόνο, από εκατομμύρια χρόνια πριν, μια ρητίνη από κωνοφόρα δέντρα απολιθωμένη μέσα στον χρόνο υπό συνθήκες υψηλής πίεσης και θερμοκρασίας. Ή μήπως ήταν απλά ένα από τα δάκρυα των Ηλιάδων που θρηνούσαν τον θάνατο του αδερφού τους του Φαέθοντα ο οποίος τόλμησε να αμφισβητήσει τον πατέρα Ήλιο και το πλήρωσε με την ζωή του, και που ο μύθος τα θέλει να πέφτουν στον ποταμό Ηριδανό και να φτάνουν έτσι μέχρι αυτές τις βόρειες θάλασσες, στερεοποιημένα δάκρυα της απώλειας (ω λίθε εκλεκτέ! ω δάκρυα καλά! γράφει ένας αποκηρυγμένος Καβάφης), όπου ένα από αυτά ίσως να το ξέβρασε εκεί το κύμα και να μαζεύτηκε από παιδικό χέρι μετά από μια φουσκοθαλασσιά, και τώρα είναι πια μνήμη συμπυκνωμένη από μια χαμένη πατρίδα που θα φέρει εφεξής νέο όνομα και όπου πλέον το κεχριμπάρι δεν θα λέγεται πια Bernstein αλλά yantarnya, και για την οποία δεν υπάρχει πια νόστος παρά μόνο άλγος;
Στο σπίτι της οικογένειας στην Τρίπολη, σε ένα συρτάρι υπήρχε πάντα ένα κάπως βαρύ κεχριμπαρένιο κολιέ, οι πέτρες με το ζεστό χρυσαφένιο χρώμα και διάφανα νερά που τις διέτρεχαν, έμοιαζαν όλες ίδιες αλλά η κάθε μία ήταν διαφορετική, με τον τρόπο της μοναδική μέσα στην ομοιότητα. Νομίζω δεν είχε φορεθεί ποτέ. Αυτή είναι όμως μια άλλη ιστορία. Ίδια αλλά μοναδικά διαφορετική…




