Σινέ-MiC
Οι "Κλέφτες Καταστημάτων" είναι η ταινία που κυκλοφορεί από στόμα σε αυτί τον τελευταίο καιρό. Η ταινία της χρονιάς είναι άλλη για τον Κώστα Καρδερίνη. Και αυτή δική του.
Η αγαπημένη ταινία του φευγάτου 2018 προέρχεται από την Ι-απονία κι από ένα όχι αγαπημένο είδος, το δικαστικό δράμα.
Ο Μισούμι [Kôji Yakusho], ένας περίεργος τύπος, κατηγορείται για τη δολοφονία του αφεντικού του και ευεργέτη του μάλιστα, τον οποίο σκότωσε υποτίθεται πισώπλατα για να του αρπάξει το παχυλό πορτοφόλι και να τακτοποιήσει με αυτό κάποια χαρτοπαιχτικά χρέη. Ο Μισούμι έχει στο παρελθόν εκτίσει ποινή για άλλους δυο φόνους κι επομένως κινδυνεύει τώρα με την εσχάτη των ποινών.
Ο νεαρός συνήγορος Σιγκεμόρι [Masaharu Fukuyama] καλείται να τον υπερασπιστεί, αλλά ο Μισούμι του δυσκολεύει το έργο δίνοντας συνεχώς διαφορετικές εκδοχές για το έγκλημα. Η γυναίκα και η διανοητικά προβληματική κόρη του θύματος τηρούν ύποπτη στάση σιωπής. Στο παρελθόν ο πατέρας του Σιγκεμόρι είχε ως δικαστής γλυτώσει τον Μισούμι από μια προηγούμενη θανατική καταδίκη. Ο πεισματάρης νεαρός δικηγόρος μπλέκει σε μια εξονυχιστική έρευνα, η οποία θα του δώσει πολλά στοιχεία για το παρελθόν του φερόμενου ως θύτη, για το παρελθόν του θύματος αλλά και για το δικό του οικογενειακό παρελθόν.
Σε πρώτο επίπεδο βλέπουμε ως τρία δίπολα τις σχέσεις πατέρα-κόρης [θύτη ή/και θύματος] και πατέρα-γιού [δικηγόρου]. Ο κατηγορούμενος υπήρξε αποτυχημένος πατέρας κι αυτό το βάρος του δίνει δύναμη να κάνει υπέρβαση για να προστατέψει την κόρη ενός άλλου πατέρα, πιο ανάξιου και πιο αχρείου από αυτόν. Ο δε πατέρας του δικηγόρου έχει σοβαρές τύψεις για την ορθότητα ή μη της απόφασής του να βοηθήσει τότε τον κατηγορούμενο να γλυτώσει την πρώτη θανατική ποινή. Η σχέση πατέρα-γιου μπαίνει τώρα σε νέα τροχιά πλησιάσματος-απόστασης με αφορμή την έρευνα του δεύτερου.
Στο δεύτερο επίπεδο ο πρωτάρης δικηγόρος ανακαλύπτει έκπληκτος [κι εμείς μαζί] ότι το δικαστικό σύστημα επιβάλλει ένα παιχνίδι συγκεκριμένων ρόλων, από τους οποίους δεν μπορούν να απομακρυνθούν ή να παρεκκλίνουν αλώβητοι οι συμμετέχοντες. Αυτό το παιχνίδι ισχύει [μας λεν] λίγο ή πολύ σε κάθε υπόθεση, ανεξαρτήτως κρισιμότητας. Όσο πιο σοβαρή είναι μάλιστα η κατηγορία, τόσο πιο σφιχτοί και αυστηροί είναι οι κανόνες επιβολής ρόλων. Ακόμη κι όταν η υπόθεση εκτρέπεται επικίνδυνα η επιβολή ρόλων υποχρεώνει τη διαδικασία ν’ ακολουθήσει πεπατημένη οδό κι ας φαίνεται παράλογη.
Ένα τρίτο ηθικό ζήτημα που πραγματεύεται η ταινία είναι η ορθότητα ή μη της θανατικής ποινής, ως τιμωρία ενός στυγερού εγκλήματος. Φυσικά εδώ δεν έχουμε μια τυπική περίπτωση απόλυτης βεβαιότητας. Ποιος διέπραξε το μεγαλύτερο [κατά συρροή] έγκλημα και ποιος αξίζει να πεθάνει; Ποιος είχε πρότερο έντιμο βίο και ποιος αξίζει να λέγεται άνθρωπος; Ποιος πεθαίνει σαν σκυλί και ποιος θυσιάζεται για να βρει γαλήνη μια βασανισμένη ύπαρξη; Τις πλούσιος και τις πένης;
Αυτό το συνθετικό τρίπτυχο [ιδιόρρυθμες οικογενειακές σχέσεις / υποχρεωτικό παιχνίδι ρόλων / θεία δική ή θανατική καταδίκη] κάνει την παρακολούθηση της ταινίας ιδιαίτερη απαιτητική και συνεπώς προϋποθέτει την πλήρη αφοσίωση και εγρήγορση του θεατή. Ωστόσο αξίζει 100% διότι η αποζημίωση του τέλους είναι πλουσιοπάροχη σε πνευματική ψυχαγωγία και εσωτερικά διλήμματα.
Βαθμός: δέκα [10]



