Θέατρο : Η τέχνη του κ. Χάαρμαν
του Ρόμουαλντ Κάρμακαρ από το ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
B΄ ΣΚΗΝΗ
Συντελεστές:
Μετάφραση: Βασίλης Πουλαντζάς
Σκηνοθεσία: Μπέττυ Αρβανίτη
Σκηνικά-Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
Σύνθεση Ήχων: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Διανομή ρόλων:
Φριτς Χάαρμαν: Χρήστος Στέργιογλου
Ψυχίατρος Δρ. Ερνστ Σούλτσε: Γιάννης Ροζάκης
Στενογράφος: Άκης Λυρής
Το έργο αφορά τον κατ' εξακολούθηση δολοφόνο του Μεσοπολέμου Φριτς Χάαρμαν. Το 1924, ο μικρέμπορος Χάαρμαν ομολόγησε πως σκότωσε, κομμάτιασε και πέταξε τα μέλη 24άρων νεαρών από το Ανόβερο στον ποταμό της πόλης. Το κείμενο του έργου είναι η καταγραφή των συνεδριών στο Ψυχιατρικό άσυλο του Γκέτινγκεν, που διήρκησαν για έξι βδομάδες. Η ιατρική πραγματογνωμοσύνη έδειξε πως, παρότι ο Χάαρμαν ήταν μια παθολογική προσωπικότητα, αποκλείστηκε η περίπτωση να υπαχθεί στις περιπτώσεις που ο εγκληματίας πράττει χωρίς να έχει συνείδηση των πράξεών του. Ο Χάαρμαν καταδικάστηκε 24 φορές εις θάνατον δια της λαιμητόμου. Ο ίδιος μόλις άκουσε την ποινή φώναξε: "θέλω να εκτελεστώ στην αγορά". Ο Φριτς Χάαρμαν εκτελέστηκε στην αυλή των φυλακών.
Ο Χάαρμαν, μέσα από μία σταθερή εσωτερική του εστίαση, φιλτράρει την κάθε πληροφορία μέσα από τη δική του και μόνο οπτική. Αναφέρει πως τα θύματά του ήθελε να είναι όμορφα αγόρια με ωραία μάτια. Επισημαίνει πως μετά το φόνο κάθε όμορφου αγοριού έκλαιγε, άλλα δε μπορούσε και να μην το κάνει. Περιγράφει με περισσή άνεση και λεπτομερή "ποιητική κυνικότητα" την ιεροτελεστία του τεμαχισμού. Έπρεπε, λέει, να τα διαμελίσει, γιατί η πείρα του, του είχε μάθει πως αν δε το κάνει θα μυρίζουν... Ο Χάαρμαν δεν έπασχε ούτε από "νοητική στέρηση", ούτε από "ηβηφρενική ψύχωση". Ό,τι κάνει βασίζεται σε μία δική του λογική συνέχεια που στη δική μας ηθική τάξη αποκωδικοποιείται σαν παράνοια.
Παρόλα τα φρικιαστικά εγκλήματα που αναπαριστά, αφήνει τον ψυχίατρο να τον πλησιάσει, αποσπώντας του τη συμπάθεια. Η όλη του αφήγηση έχει αφέλεια, ειλικρίνεια και παιδική ωμότητα.
Η επιστήμη συμβαδίζει με μία ιστορικά κοινωνική πραγματικότητα. Η οποιαδήποτε συμπεριφορά που δεν οδεύει με τις κυρίαρχες αξίες, τα επιστημονικά επιτεύγματα, την άρχουσα ηθική και τη δεοντολογία μιας κοινωνικής πραγματικότητας, χαρακτηρίζεται σαν αποκλίνουσα. Πολλές φορές, η ψυχική ασθένεια είναι μια αδυναμία των κοινωνικών δομών να συμπεριλάβουν αυτές τις προσωπικότητες στην αξίωση που ανυψώνει το άτομο, ζητώντας να του αναγνωριστεί μια θέση υποκειμένου. Ο Χάαρμαν θα ξεστομίσει με ωμότητα στον Δρ. Ερνστ Σούλτσε πως τώρα που έχει διαπράξει όλους αυτούς τους φόνους, έγινε γνωστός σ' όλο το Ανόβερο, η δράση του θα γίνει βιβλίο, απασχολώντας και άλλες γενιές. Διαμελίζει λοιπόν, για να επανασυσταθεί σε ρόλο υποκειμένου στα μάτια της κοινωνίας, που μέχρι τότε του στέρησε και την ελάχιστη προσοχή.
Η σκηνοθεσία ήταν μία πρόκληση για την Μπέττυ Αρβανίτη, που είχε την τόλμη να καθησυχάσει το θεατή, αλλά και να τον αφήσει να αποφασίσει μόνος του, αντικρίζοντας αυτή τη διφυή προσωπικότητα, ή ακόμη καλύτερα εγκαταλείποντας κοινό και έργο να αναμετρηθούν μόνοι τους.
Ο Χ. Στέργιογλου εμφανίστηκε με αυξανόμενη υποκριτική φόρτιση, δεν έλειψαν από την ερμηνεία του και στιγμές κορύφωσης. Ο Γιάννης Ροζάκης διαθέτει πείρα, ηρεμία και συνέχεια στην υπόκρισή του. Υπήρξαν βέβαια αρκετές στιγμές που το δίδυμο φάνηκε πως δεν ήταν καλοκουρντισμένο, έφευγαν ατάκες από τον έναν, χωρίς να έχει προλάβει να ολοκληρώσει τη ρήση του ο άλλος.
Το σκηνικό διεπόμενο από μινιμαλιστικές πινελιές. Τα κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου είχαν θεατρικότητα και άποψη.
Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου αναδεικνύουν πάντα το σκηνικό αποτέλεσμα, δημιούργησαν τις αναγκαίες εστιάσεις, πότε βυθίζοντας στο σκοτάδι και πότε υποφωτίζοντας πρόσωπα και σκηνή.
Η παράσταση κινείται σε ένα ντελίριο θεατρικότητας και πραγματικότητας, γι' αυτό κι αξίζει να τη δείτε...



