Θέατρο : Ξεχωριστές παραστάσεις του 2004
Το θέατρο σε αντίθεση με τις άλλες τέχνες δεν βοηθάει στο να αντλήσει πληροφόρηση κάποιος για μία παράσταση τη στιγμή που δεν την παρακολούθησε στο σωστό χρόνο, ίσως γιατί το θέατρο είναι η πιο αντιεμπορική τέχνη. Επομένως σ' αυτή την ανασκόπηση της χρονιάς που πέρασε θα βρείτε και παραστάσεις που δεν θα σας δοθεί η ευκαιρία να παρακολουθήσετε γιατί ανεβάστηκαν τη χειμερινή περίοδο 2003-2004.
Το δίκαιο είναι να αναφέρω πως τις επέλεξα ως καλύτερες παραστάσεις μέσα από ένα περιορισμένο αριθμό παραστάσεων που παρακολούθησα την περασμένη χρονιά και είναι οι εξής: Άμλετ του Σαίξπηρ από το Εθνικό θέατρο, «Λαχταρώ» της Σάρα Κέην από το θέατρο Οδού Κυκλάδων, Hitchcock Blonde του Terry Johnson από το θέατρο Μουσούρη, «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε με τον κο Πιραντέλο» από την ομάδα Νέμεση, «Πλατόνοφ» του Τσέχοφ από το Κ.Θ.Β.Ε., «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη από το Εθνικό θέατρο, «Πλούτος» του Αριστοφάνη από τις θεατρικές επιχειρήσεις Ευμολπίς, «Τρωάδες» του Ευριπίδη από το θέατρο Διαδρομή, Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πάτρας, «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου από το Σύγχρονο Θέατρο, «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούϊγ από το θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, «Ωραία χρόνια» του Χάρολντ Πίντερ από το θέατρο Δημήτρης Χορν, «Ο δολοφόνος του Λάϊου και τα κοράκια» του Μάριου Πόντικα από το θέατρο Στοά, «Ένα ψέμα του μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ από το θέατρο Εμπρός, «Εφτά λογικές απαντήσεις του Λεωνίδα Προυσαλίδη από το Κ.Θ.Β.Ε., «Ένα φως για κάθε σκοτάδι» του Άκη Δήμου από την Πειραματική σκηνή της Τέχνης Θεσσαλονίκης, «Μια στιγμή Πριν» του Σέρτζι Μπελμπέλ από το θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου, «Ευτυχισμένες Μέρες» του Μπέκετ από το θέατρο Σφενδόνη, «Αθέατη Θέα» του Ντόναλντ Μάργκιουλις από το θέατρο Λαμπέτη και τέλος το Ντόγκβιλ του Λαρς Φον Τρίερ από το Εθνικό Θέατρο.
Hitchcock Blonde του Terry Johnson, μία παράσταση που ανέβασε το θέατρο Μουσούρη σε σκηνοθεσία του Αντώνη Καλογρίδη με τους Μηνά Χατζησάββα, Νατάσα Καλογρίδη, Ναταλία Δραγούμη, Άρη Κάντζη και στο ρόλο του Χίτσκοκ ο Χρήστος Βαλαβανίδης.
Ένα έργο που παίρνοντας ως έναυσμα την εμμονή του Χίτσκοκ με τις ξανθιές, του οποίου την αναφορά και την πληροφόρηση αντλούσε το κοινό ξεδιπλώνοντας την ιστορία ενός καθηγητή σημειολογίας του κινηματογράφου ο οποίος βρέθηκε με μία ξανθιά φοιτήτρια του σε κάποιο απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου προκειμένου να αποκρυπτογραφήσουν το υλικό ενός ημιτελούς φιλμ του Χίτσκοκ «Απρόσκλητος Επισκέπτης». Μία επιτυχής παράλληλη δράση με αναφορές σε παρελθοντικά γεγονότα της εποχής του '59 όπου μία φιλόδοξη ξανθιά αντικαταστάτρια της Janet Leigh στην σκηνή του ντους στην ταινία 'Psycho' συναντά τον Χίτσκοκ διεκδικώντας το ρόλο, διακυβεύοντας όμως ακόμη και την ίδια της τη ζωή προκειμένου να εκπληρώσει το όνειρο της που ακούει στο όνομα Χόλιγουντ. Δεύτερη παρελθοντική ιστορία από τη χρονιά του '19 εμπλέκονταν μέσα στην ροή της εξέλιξης και δράσης των γεγονότων του '99, μία άλλη ξανθιά πρωταγωνίστρια του ημιτελούς φιλμ «Απρόσκλητος Επισκέπτης» μέσα από ένα ιδιωτικής χρήσης δοκιμαστικό που κατέγραψε ο Αλφερεντ για το προσωπικό του αρχείο. Η λήψη αφορούσε ένα άγγιγμα ερωτικής επαφής του Χίτσκοκ που φέρνει αυτή την ιδιοφυή προσωπικότητα σε κατάσταση τρόμου. Το ίδιο ερωτικό παιχνίδι μεταφερόταν σε παροντικό χρόνο με τον καθηγητή Άλεξ και την φοιτήτρια του Νίκολα. Ο ίδιος φόβος που δημιουργεί η επαφή ανάγκασε τον Άλεξ να το βάλει στα πόδια τη στιγμή που η σύγχρονη ξανθιά αρχίζει να τον ερωτεύεται.
Το έργο έκανε φανερή αυτή την αλήθεια της σαρκικής επαφής που μας κάνει όλους κοινωνούς του αντικειμένου του πόθου μας. Η οριοθέτηση και οικειοποίηση του φλεγόμενου έρωτα που εξιδανικεύεται στο μυαλό των εραστών ευτελίζεται και απομυθοποιείται όταν κυριεύεται από τον εγωισμό της κατάκτησης και της κτητικότητας.
Η μαγεία που εξέπεμπε η παράσταση πήγασε από την άριστη σκηνοθετική πρόταση του άξιου υπογράφοντα Αντώνη Καλογρίδη. Ήταν μία σύγχρονη παράσταση με έντονους ρυθμούς γεμάτη σασπένς ευρηματικά και πανέξυπνα σκηνικά που πλαισίωναν το φοβερό δίδυμο υποκριτικής ερμηνείας Μηνάς Χατζησάββας στο ρόλο Αλεξ και Νατάσας Καλογρίδη στο ρόλο της Νίκολα. Και όλα αυτά γιατί υπήρχε το πρωτότυπο και πανέξυπνο έργο του Johnson. Μία ασυνήθιστα συναρπαστική και συνάμα προκλητική παράσταση, που αν κάνατε το λάθος να την χάσετε δυστυχώς δεν μπορείτε να το επανορθώσετε.
Παρότι έχουν γίνει αρκετές προσεγγίσεις σκηνοθετών στην προσπάθεια τους να καινοτομήσουν ή να προσελκύσουν τους θεατρόφιλους, που η επανάληψη των κλασικών θεατρικών συγγραφέων ίσως και να μην τους έφερνε στις αίθουσες θεάτρου θα τολμήσω να πω, πως κάποια πράγματα δεν πρέπει να γίνονται προϊόντα εντυπωσιασμού και αρρωστημένης επιδειξιομανίας φιλόδοξων θεατρανθρώπων και ηθοποιών, γιατί όπως και να' χει όταν βλέπεις το στράτευμα του Αγαμέμνονα ντυμένο λοκατζήδες σου προκαλεί ένα μειδίαμα. Αυτόν τον πρόλογο τον κάνω για να δηλώσω την σιγουριά μου για αυτό ακριβώς που περίμενα να δω όταν έμαθα ότι το Εθνικό Θέατρο πέρσι το Χειμώνα ανέβασε τον Άμλετ μετά από 50 χρόνια περίπου σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη. Δεν θα αναφερθώ στην υπόθεση του έργου, ούτε και θα μπω στον πειρασμό θα κάνω μία εμβάθυνση του, αν και θα ήταν κάτι που θα έκανα με περισσή λαχτάρα (αλλά πολύ φοβάμαι πως θα με βρει το ξημέρωμα και θα ξεχάσω και το λόγο που ξεκίνησα αυτό το άρθρο) θα μεταφέρω όμως μία προσωπική μου εκτίμηση. Ο Αμλετ δεν είναι απλά ένα έργο τέχνης μέσα στα πολλά αριστουργήματα ανά τους αιώνες αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής, γλυπτικής, κινηματογράφου αλλά ένα διαχρονικό «θαύμα», που η αναγνώριση του δεν βασίζεται στην πίστη των συγχρόνων του, αλλά στην ικανότητα του πνεύματος να επικοινωνήσει με την απόλυτη σοφία, ίσως κάπου στον κόσμο των ιδεών του Πλάτωνος.
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης στον ρόλο του Αμλετ ξένισε πολλούς γιατί συνηθίζονταν τον συγκεκριμένο ρόλο να τον εμπιστεύονταν σε ηθοποιούς που η ηλικία τους, ομολογούσε την ανάλογη πείρα τους στο θέατρο. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης θα έλεγα πως βοηθήθηκε πολύ πέρα από την επιμελημένη τεχνική του από την ευφυή του προσωπικότητα. Απέδωσε σταδιακά την υποκριτική του δύναμη δίνοντας την μέθεξη που δεν αναμένανε οι διάφοροι κακοπροαίρετοι από ένα νέο ηθοποιό κάνοντας το αδύνατο, αναγκαίο. Πλησίασε με σεβασμό τον ήρωα και απέφυγε κάθε είδους φτηνής ερμηνείας που θέλει πολλούς από τη δική του σειρά ηθοποιούς να στριγκλίζουν άσχετα, γιατί νομίζουν πως έτσι πρέπει να αποδώσουν τους αρχαίους και κλασικούς θεατρικούς συγγραφείς.
Πιστεύω πως ήμουν μία από τους τυχερούς που κατάφερα να δω το έργο της Σάρα Κέην σε σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή «Λαχταρώ», από τη «Νέα Σκηνή» στο θέατρο «Οδού Κυκλάδων» που ανεβάστηκε την χειμερινή θεατρική περίοδο 2003-2004 όχι μόνο για την εμπειρία της παράστασης αλλά γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω και να παρατηρήσω από κοντά το παρεξηγημένο και αινιγματικό θεατρικό συγγραφικό φαινόμενο που ακούει στο όνομα Σάρα Κέην. Η Σάρα Κέην υπήρξε το άτομο που έδωσε ξανά στο θέατρο την αξία και την αναγνώριση που είχε χάσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Το «Λαχταρώ» είναι το προτελευταίο έργο της Κέην κατατεθειμένο ένα χρόνο πριν την αυτοκτονία της το Φεβρουάριο του 1999. Το έργο θα μπορούσε να ήταν ένας μονόλογος, η Κέην όμως το διανέμισε σε τέσσερα πρόσωπα. Ήταν το μεγαλείο της γνώσης για τη ζωή, της γνώσης που οδηγεί στην κάθαρση και την τελείωση της, μίας γνώσης που αποπνέει κάτι υλικό γιατί δεν επεκτείνεται ως το απόλυτο, γιατί δε βαραίνει σαν φορτίο. Η αληθινή γνώση μεταμορφωμένη σε ανθρώπινο ένστικτο, σε μία αμεσότητα της...Θέλησης.
Όταν υπάρχουν τέτοια έργα που ουρλιάζουν από μόνα τους, η οποιαδήποτε ερμηνευτική ή σκηνοθετική απόδοση απλά τα συνοδεύουν, αν και η σκηνοθετική προσέγγιση του Λευτέρη Βογιατζή απέδωσε αυτό το σαρκασμό και το αδιέξοδο των ξεβαμμένων φωνών, που έβγαιναν από τα τέσσερα κατακερματισμένα και εγκλωβισμένα στο «εγώ» πρόσωπα, δίνοντας μία σχεδόν στάσιμη κίνηση στους ηθοποιούς μέσα από μικρές εστίες τοποθετημένες σε μία σκηνή γεμάτη με νερό.
Η Σάρα Κέην δεν ήθελε να εξηγεί τα γραπτά της, ίσως γιατί δεν ήθελε να εξηγούν και την ίδια, όταν αρνούνταν να μιλήσει άλλο στα έργα της, δανειζόταν στοίχους από τους Pixies, Polly Harvey, Joy Division, Tindersticks, Radiohead. Θα 'ταν ιεροσυλία να τελειώσω μέσα σε δέκα σειρές με τη Σάρα Κέην, θα της άξιζε ένα αφιέρωμα αν μου επιτραπεί από τον εκδότη για να μάθει κανείς για τη σύντομη ζωή της, για να την γνωρίσει κάποιος μέσα από τα έργα της Blasted, Φαίδρας Έρως, Καθαροί πια, Λαχταρώ και 4.48 Ψύχωση. Θα κλείσω με κάποια αποσπάσματα από το Λαχταρώ:
«Μόνο η αγάπη μπορεί να με σώσει και η αγάπη με ρήμαξε», «Δεν είσαι κακός άνθρωπος μόνο που σκέφτεσαι παραπάνω από όσο πρέπει» «Κρύψου μέσα στους ίσκιους αν πέσει ομίχλη, ο πόνος είναι ίσκιος, ο ίσκιος του ψέματος που είπα...»
Η κορυφαία ίσως παράσταση του 2004 λίγες μέρες πριν την εκπνοή του χρόνου ήταν το Ντόγκβιλ το ευτύχημα είναι πως παίζεται ακόμη από το Εθνικό Θέατρο και η υποχρέωση σας είναι να την παρακολουθήσετε είτε είστε θεατρόφιλοι είτε όχι.
Άλλη μία παράσταση που ξεβολεύει τις ανθρώπινες συνειδήσεις παραδειγματίζει και δικαιώνει το Ροβεσπιέρο στη φράση του: «τα θέατρα είναι τα δημοτικά σχολεία των πεφωτισμένων ανθρώπων κι ένα κρίσιμο συμπλήρωμα της εθνικής εκπαίδευσης» είναι η παράσταση «Ένα ψέμα του μυαλού» που παίζεται ακόμη στο θέατρο «Εμπρός». Με τις δύο τελευταίες παραστάσεις έχει ασχοληθεί το Mic και μπορείτε να ενημερωθείτε έστω και στο ελάχιστο γι αυτές.



