Welles ο σαιξπηρικός
Ο Orson Welles θεωρείται σήμερα ένας από τους πρωτοπόρους και πιο επιδραστικούς κινηματογραφιστές. Πλούτισε το σινεμά με την φαντασία του, τις φιλοδοξίες του και τις τεχνικές του καινοτομίες. Με ένα στιλ αρκετά μπαρόκ, δημιούργησε έναν κόσμο όπου η ηθική τραμπαλίζεται μόνιμα και κάθε πράξη έχει πολύπλοκες συνέπειες και συχνά τραγικό αντίκτυπο στους ήρωές του. Αλλά και κάθε δική του κινηματογραφική πράξη είχε, εξίσου συχνά, αντίκτυπο στον ίδιο. Από την αρχή της πορείας του συνδέθηκε πολλαπλά με έναν άλλο ηθικό αμφισβητία της εποχής του, τον Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Στα δεκαεννιά του χρόνια έκανε ντεμπούτο στο Broadway ως ηθοποιός, υποδυόμενος τον Τυμπάλδο στο αθάνατο ερωτικό δράμα "Ρωμαίος και Ιουλιέτα".
Η πολλαπλή συνεργασία του με τον σκηνοθέτη/παραγωγό/ηθοποιό John Houseman οδήγησε στην συμμετοχή τους στο New York Federal Theatre Project. Πρώτη μεγάλη επιτυχία τους ήταν ένας μαύρος "Macbeth", γεμάτος μαγεία και βουντού, που επιβεβαίωσε τις ικανότητες του Γουέλς να επεκτείνει υπάρχουσες φόρμες πέρα από τα κατεστημένα όρια. Αργότερα δημιουργούν τον δικό τους θίασο, το Mercury Theatre, που γνώρισε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του το 1937 με τον "Ιούλιο Καίσαρα", που ο δαιμόνιος Γουέλς μετέγραψε και τοποθέτησε στην τότε φασιστική Ιταλία. Σύντομα άρχισε να σκηνοθετεί τις ραδιοφωνικές παραστάσεις του θεάτρου για λογαριασμό του CBS. Και πάλι κινήθηκε εκτός ορίων, εκμεταλλευόμενος την οικειότητα του ραδιοφώνου και εξερευνώντας την αμεσότητά του, για να φτάσει στα 1938 να ταράξει τους κοιμισμένους ακροατές με τον διαβόητο "Πόλεμο των Κόσμων" του H.G. Wells.
Μετά από έναν τέτοιο πάταγο, το Χόλιγουντ του άνοιξε τις πύλες και του έστρωσε τα χαλιά να πατήσει. Η πορεία του εκεί ήταν ακανθώδης και τρικυμιώδης. Μην κοιτάτε που σήμερα ο "Πολίτης Κέην" θεωρείται μια απ' τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Τότε η αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας του τύπου και η χειραγώγηση των μαζών μέσω των ΜΜΕ δεν ήταν εύκολα θέματα, ούτε και ιδιαίτερα αρεστά. Οι προσπάθειες των παραγωγών να τον στριμώξουν και να τον κατευθύνουν ήταν συνεχείς και μερικές φορές ύπουλες. Ωστόσο ο ιδεολόγος Όρσον δεν παραδόθηκε και επέστρεψε στον αγαπημένο του Σαίξπηρ, κάνοντας την απογοήτευσή του μια περίφημη τριλογία. Πρώτη πολιτική αλληγορία σε 'σενάριο' του μεγάλου τραγικού ήταν ένας εκκεντρικός, ατμοσφαιρικός "MacBeth" (1948), όπου μάλιστα οι ηθοποιοί ερμήνευσαν μιλώντας σε βαριά σκοτσέζικη διάλεκτο.
Πρόκειται για μια σκοτεινή εκδοχή ενός ήδη σκοτεινού έργου. Ο Μάκβεθ δεν είναι ένας πανίσχυρος άντρας που καταστρέφεται από την ίδια του τη δύναμη, αλλά μοιάζει αβοήθητος, έρμαιο της μοίρας του, που απ' την αρχή φαίνεται να ορίζουν καλύτερα οι τρεις γριές Μοίρες. Οι εσωτερικοί χώροι είναι εξπρεσιονιστικοί, παράξενοι και έντονα θεατρικοί, φωτισμένοι σουρεαλιστικά, επιβάλλοντας μια φοβερή κλειστοφοβικότητα και υποβάλλοντας έναν μαυρόασπρο ζόφο. Η σκηνή του δάσους που μετακινείται στην ομίχλη, θεωρείται κορυφαία, κι ο Akira Kurosawa έσπευσε να την αντιγράψει σχεδόν αυτούσια στον δικό του "Θρόνο του αίματος" (Throne of blood). Η ερμηνεία του αιμοσταγούς Μάκβεθ από τον Γουέλς είναι συγκλονιστική, τονίζει δε ιδιαίτερα την εγωκεντρικότητα και την εσωτερική του πάλη με τον αδίστακτο εαυτό του. Αν τον σιγοντάριζε αρκούντως και το υπόλοιπο καστ, θα μπορούσε να πλησιάσει πολύ κοντά στο αριστούργημα.
Η αποτυχία της ταινίας αυτής (αποπέμφθηκε και από το φεστιβάλ Βενετίας) τον οδήγησε σε μια δεκάχρονη αυτοεξορία. Το 1952 κατάφερε τελικά να ολοκληρώσει άλλον έναν τραγικό σεξπηρικό ήρωα, τον μαύρο ιππότη "Othello". Τα γυρίσματα διήρκεσαν από το 1948 ως το 1951 υπό τραγικές συνθήκες, λόγω της δυστοκίας του στην εξεύρεση χρηματοδότησης. Διακόπηκαν και ξανάρχισαν πολλές φορές, με τον σκηνοθέτη να αφήνει συχνά σύξυλους τους ηθοποιούς, προς άγραν νέων πόρων. Κάπου εδώ άρχισε να εφαρμόζει το σύστημά του: έπαιζε σε αρκετές ταινίες διάφορους ρόλους, ώστε να μπορεί να χρηματοδοτεί εν μέρει και τις δικές του δουλειές. Από τον Μάκβεθ ως τον Οθέλλο μεσολαβούν λοιπόν, άλλοι εννέα ρόλοι. Οι αυτοσχεδιασμοί του για την ολοκλήρωση του "Οθέλλου" είναι παροιμιώδεις και ανεκδοτολογικοί.
Κάποια μέρα, ενώ επρόκειτο να γυρίσει το φόνο του Κάσιου, τα κοστούμια δεν έφτασαν εγκαίρως ή δεν είχαν πληρωθεί εγκαίρως (οι γνώμες διίστανται). Έτσι απλά μετέθεσε την σκηνή σε ένα τουρκικό χαμάμ, όπου όλοι οι ηθοποιοί φορούσαν μόνο τις πετσέτες τους. Επίσης δεν μπορούσε να έχει σύγχρονο ήχο στα γυρίσματα. Έτσι απλά έκρυβε τα χείλη των ηθοποιών, τραβώντας πίσω από κάποιον ώμο ή από πολύ πλάγιες γωνίες, έχοντας κατά νου να κάνει αργότερα τις ηχογραφήσεις των διαλόγων. Το ντουμπλάρισμα του ήχου από τον Γουέλς έγινε πάρα πολύ πρόχειρα και πολλές φωνές των ηθοποιών είναι δικές του μιμήσεις. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο ήχος να είναι τρομερά ασύγχρονος. Οι ηθοποιοί του επίσης εναλλάσσονταν όπως γυρίζει ο μύλος του περίστροφου. Η τελική Δυσδαιμόνα, η Suzanne Cloutier, ήταν η τρίτη του επιλογή για το ρόλο. Η σκηνική συνέχεια της ιστορίας ήταν κομματάκι ακατόρθωτη, γιατί πολλές φορές τα γυρίσματα σταματούσαν σε μια χώρα και ξεκινούσαν σε μια άλλη. Για παράδειγμα, το άνοιγμα μιας πόρτας στο Μαρόκο οδηγεί σε μια πλατεία της Βιέννης.
Όλες αυτές οι αναγκαστικές επιλογές έδωσαν μια απερίγραπτη διαφορετικότητα στο αποτέλεσμα, που παρά τις όποιες αδυναμίες του, κέρδισε τον χρυσό φοίνικα στις Κάνες. Η κόρη του Γουέλς, Βεατρίκη, σε συνεργασία με δυο παραγωγούς του Σικάγου, δεκάδες τεχνικούς ήχου, μια ορχήστρα και μια χορωδία, κατάφερε τελικά να αποκαταστήσει την ηχητική μπάντα και να της δώσει μορφή αντάξια του έργου. Το όλο εγχείρημα κόστισε 1 εκατομμύριο δολάρια, λεφτά που αν τα είχε τότε στη διάθεσή του ο σκηνοθέτης, δεν θα χρειαζόταν να γίνει τίποτε εκ των υστέρων. Όλες αυτές οι περιπέτειες αποτυπώθηκαν στο ντοκιμαντέρ "The Filming of Othello" (1978) που γυρίστηκε για λογαριασμό της γερμανικής τηλεόρασης.
Η ταινία η ίδια είναι μια παράξενη εμπειρία, πολύ ενδιαφέρουσα στην παρακολούθηση. Ο Γουέλς βέβαια έχει πάρει πολλές πρωτοβουλίες και αρκετούς βαθμούς ελευθερίας από το αρχικό θεατρικό. Ο "Οθέλλος" του είναι τελικά μια τραγωδία βασισμένη σε λόγια που δημιουργούν παρεξηγήσεις. Η ταινία ξεκινά και κλείνει με έναν νεωτερισμό, άγνωστο στον Σαίξπηρ. Βλέπουμε δυο φέρετρα και μια νεκρική πομπή, βλέπουμε τον Ιάγο κλεισμένο σ' ένα κλουβί, το άψυχο κορμί της Δυσδαιμόνας και στο τέλος κι αυτό του Οθέλλου. Η πλεκτάνη του Ιάγου (MacLiammoir) υφαίνεται αργά και βασανιστικά, σχεδόν σαδιστικά, σαν ένα παρατεταμένο φλας-μπακ. Ο Joseph Cotten υποδύεται τον κυβερνήτη και η Joan Fontaine έναν νεαρό ακόλουθο.
Χρειάστηκαν 13 χρόνια, 15 ρόλοι, 4 επεισοδιακές σκηνοθετικές προσπάθειες (ο στοιχειωμένος "Don Quixote", ο αγνοημένος "Mr. Arkadin", το νουάρ θρίλερ "Touch of evil" και ο καφκικός εφιάλτης "The trial") και πολλές πολλές πίκρες, για να φτάσει επιτέλους στην ολοκλήρωση της σεξπηρικής του τριλογίας. Πρόκειται για μια ελβετο-ισπανική παραγωγή (!!;!!), εμπνευσμένη από τον Φάλσταφ, με τίτλο "Campanadas a medianoche" (Chimes at Midnight / Falstaff, 1965). Ο Φάλσταφ είναι ο μόνος ήρωας που εμφανίζεται σε παραπάνω από μια δημιουργίες του μεγάλου τραγικωμικού συγγραφέα. Ο Γουέλς συνδύασε και συνέδεσε έξοχα, αποσπάσματα από πέντε σεξπηρικά έργα, δημιουργώντας το δικό του πορτραίτο και δίνοντάς του ενδιαφέρουσες προοπτικές διαστάσεις. Ανάλογο εγχείρημα μικρότερης έκτασης είχε αποτολμήσει κι ο Giuseppe Verdi με τον δικό του Falstaff.
Η παραγωγή της ταινίας είχε τα συνήθη χρηματοοικονομικά ροβλήματα. Έτσι τα πρώτα είκοσι λεπτά είναι και πάλι ασύγχρονα και σε κάποια σημεία δεν διακρίνεται ποιος λέει τι. (Ας είναι καλά οι νέες τεχνολογίες και οι σύγχρονοί μας μερακλήδες που αποκατέστησαν την ατελή ηχητική μπάντα). Το κοκτέιλ που λέγεται "Φάλσταφ" αποτελείται βασικά από δύο μέρη "Ερρίκος ο 4ος" και ένα μέρος "Οι κυράτσες του Γουίδσορ", συν μερικές σταγόνες από "Ερρίκος ο 5ος" και κατιτί "Ριχάρδος ο 2ος". Το δέσιμο του μείγματος πετυχαίνεται με την αφήγηση από τα "Χρονικά της Αγγλίας" του Raphael Holinshed, με αφηγητή τον Ralph Richardson. Πολλοί από σας θα αναρωτηθείτε γιατί ο Γουέλς δεν κατάφερε να κάνει τον ήρωά του πολύ αστείο. Θα πρέπει να θυμηθείτε ίσως, πως οι τρελοί του Σαίξπηρ δεν είναι χαζοχαρούμενα γελοίοι, αλλά μάλλον τραγικά αστείοι εν μέσω μιας γελοίας σοβαροφάνειας.
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν σκηνές καθαρού γέλιου: ο πολυλογάς ήρωάς μας κάθεται με τον ρηχό Shallow (Alan Webb) και τον σιωπηλό Silence (Walter Chiari) και στριφογυρίζει τους βολβούς του από έξαψη κι ανυπομονησία ως αντίδραση στον τραυλισμό του τελευταίου. Η ερμηνεία του Γουέλς-Φάλσταφ είναι μεγαλειώδης (διαθέτει και τα ανάλογα κυβικά του ρόλου), λιγότερο κωμική, αλλά εντούτοις πλούσια και ολοκληρωμένη. Η φιλία του με τον πρίγκιπα Hal (Keith Baxter) δεν μας φανερώνεται ποτέ, αλλά εξελίσσεται εκτός πεδίου, αρχικά προνομιακή, τελικά παρακμιακή και απορριπτέα. Η εξευγενισμένη και μοναστική φιγούρα του 4ου Ερρίκου (John Gielgud) προσθέτει την απαιτούμενη αυστηρότητα, ώστε να δραματοποιηθούν οι εσωτερικές συγκρούσεις του Hal, του επόμενου τη τάξει Ερρίκου. Το υπόλοιπο επιτελείο των ηθοποιών είναι πολυεθνές και εξίσου λαμπρό: Margaret Rutherford, Jeanne Moreau, Marina Vlady, Fernando Rey, Tony Beckley, αλλά και η Beatrice Welles παρά το πλευρό του Φάλσταφ.
Η σκηνοθεσία πλησιάζει το άριστο. Γοτθική και γκροτέσκα, με ελεγειακές εξάρσεις και επικολυρικές περικοκλάδες. Η μάχη του Shrewsbury είναι η καλύτερη που έχει κινηματογραφήσει ποτέ ο τρομερός Όρσον και στέκεται επάξια πλάι σ' αυτές των D.W. Griffith, John Ford, Sergei Eisenstein και Akira Kurosawa. Η μουσική, παγερή και ειρωνική, είναι ένα προμήνυμα θανάτου όλων. Οι στρατιώτες, λασπωμένοι απ' την κορφή ως τα νύχια, είναι ήδη ζωντανά μνημεία, αγάλματα του σκοτωμένου τους εαυτού. Ίσως η πιο ζοφερή και κτηνώδης μάχη που έχετε δει, ταιριάζει γάντι με τη φράση του Hotspur (Norman Rodway), "O, Harry, thou hast robbed me of my youth." (Ω Χάρι, μου έκλεψες τη νιότη μου). Τα φυσικά ντεκόρ είναι τοπία της Ισπανίας, φωτογραφημένα στιλιστικά, ώστε να μοιάζουν εξωπραγματικά. Αισθητικά πρόκειται για έναν θρίαμβο του ορσονικής μεγαλοφυίας, το απαύγασμα του γουελσικού πνεύματος και οράματος.
Shakespeare και Welles
Macbeth (1948) σκηνοθεσία, ερμηνεία
The Tragedy of Othello: The Moor of Venice (1952) σκηνοθεσία, ερμηνεία
King Lear (1953) για την τηλεόραση, ερμηνεία
Campanadas a medianoche (Falstaff, 1965) σκηνοθεσία, ερμηνεία
The Merchant of Venice (1969) για την τηλεόραση, σκηνοθεσία, ερμηνεία
Filming 'Othello' (1978) σκηνοθεσία, αρχειακό υλικό
Shylock (1999) αρχειακό υλικό
Παραπομπές
Ο Orson Welles στο geocities
Ο Orson Welles κατά Baseline
Falstaff στο citypages
Falstaff στο UTC
Falstaff στο imdb
Othello στο UTC
Macbeth στο UTC
ΥΓ1: Ο John Gielgud είναι ένας από τους ερμηνευτικούς κολοσσούς του σεξπηρικού δράματος και δίκαια έχει φορέσει πολλάκις το στέμμα των βασιλικών του ρόλων.
ΥΓ2: Η μάχη του Shrewsbury θεωρείται η βασική επιρροή (βλέπε ξεπατίκωμα) των επικών σκηνών του "Breaveheart" αλλά και του "Saving Private Ryan", ενώ ο Kenneth Branagh φαίνεται να χρωστάει πολλά στον Hotspur του Norman Rodway.
ΥΓ3: Ο ελληνικός τίτλος του "Campanadas a medianoche" είναι η ακριβής μετάφραση "Οι καμπάνες του μεσονυχτίου", κάτι εξαιρετικά σπάνιο στις μέρες μας.



