Μετά το γάμο [Efter Brylluppet, Δανία 2006] της Susanne Bier
Με την Σουζάνε Μπίερ κάναμε γνωριμιά στους Νέους Ορίζοντες του 43ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης [2002]. Στο κείμενό μου "Δόγμα για αρχάριους θεατές" είχα επισημάνει:
Στον οπτικό και συγκινησιακό αντίποδα της Σέρφιγκ [Ιταλικά για αρχαρίους/ Dogme #12: Italiensk For Begyndere, 2000] κινείται η Susanne Bier με τις "Ανοιχτές καρδιές" [Dogme #28: Elsker Dig For Evigt, 2002]. Καταρχήν, βλέπει τους χαρακτήρες όχι μόνο με συμπάθεια, αλλά και με αυστηρότητα, ακόμη και σκληρότητα θα έλεγα. Κατά δεύτερον, οι ζωές τους στην αρχή είναι απλές και μονότονες κι έπειτα γίνονται μαντάρα [κατ' άλλους ανεπανόρθωτα χειρότερες, κατ' άλλους αναπόφευκτα 'διαφορετικές']. Τρίτον, ενίοτε η κάμερα τους πλησιάζει τρομακτικά κοντά, το χοντρόκοκκο ζουμ μας επιτρέπει να αιστανθούμε στο πετσί μας την έντασή τους μέσα απ' τις σωματικές τους λεπτομέρειες [ένα μάτι, δάκρυα πικρά, ένα στόμα, δυο χέρια πλεγμένα, δάχτυλα απελπισμένα]. Όπως ακριβώς και το αναμνηστικό φλασμπάκ μας στέλνει απανωτούς μετασεισμικούς κλονισμούς.
Μ' αρέσει αυτή η ταινία με την απροσδόκητα δραματική ερωτική εξέλιξη και την απύθμενη κατάληξη. Η ζωή μοιάζει ανεξάντλητη και φροντίζει να μας αποσπάσει αυτό που στερήσαμε στους άλλους. Δεν μας τιμωρεί απλά, μας ξυπνάει από έναν 'ευτυχισμένο' λήθαργο κάποιου πιθανού ή απίθανου ερωτικού θανάτου. Κι εδώ έχουμε έντονες και φυσικές ερμηνείες, με κορυφαίες στιγμές τις σιωπές και τις αμηχανίες τους [μπορεί νάναι 'απορίες ψάλτου', αλλά αυτό δεν τις κάνει ούτε λιγότερο γοητευτικές ούτε λιγότερο ανθρώπινες]. Μπορεί η μουσική στα "Ιταλικά" να μην είναι πάντα απόλυτα δικιολογημένη από τα τεκταινόμενα [ως οφείλει κάθε δογματική ταινία να κάνει], αλλά τουλάχιστον δεν προκαλεί. Αυτό είναι άλλο ένα σημείο 'εσωτερικής σύγκρουσης' της Μπίερ και το μόνο στοιχείο της ταινίας της που με ενόχλησε: αυτή η ηλίθια ψευτο-ροκ, ψευτο-οτιδήποτε μουσική που ακούει η πρωταγωνίστρια. Αν ήθελε να μας μεταδώσει κάποια σύγχυση, τότε μάλλον απέτυχε, γιατί η "μουσική της πόλης" μάλλον είναι καλύτερη...
Στο πολύ σημαντικό "Αφιέρωμα στο νέο δανέζικο κινηματογράφο" του 46ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης [2005] είχαμε δει μια δεύτερη ταινία της, το "Ουκ επιθυμήσεις τη γυναίκα του πλησίον" [Brodre/ Brothers, 2004]. Το σενάριό της βασίζεται στη δέκατη εντολή: Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε όσα τω πλησίον σου εστίν. Αντιγράφω από το σινε-ημερολόγιό μου:
Σαν εντολή εκτυλίσσεται, γι' αυτό και είναι πετυχημένη η απόδοση του τίτλου στα ελληνικά. Κάτι μεταξύ Κάιν και Άβελ και Ελαφοκυνηγού με πιο σύγχρονα [χολιγουντιανά θα λέγαμε] οπτικά εφέ και πιο γκροτέσκα ντοκιμαντερική γραφή. Η θεολογική και ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου που έχει κληρονομήσει ο Ντράγιερ στα εγγονάκια του είναι πανίσχυρη. Αυτή η γενιά έχει βαλθεί να υπερβεί, να ανασκευάσει, να ακυρώσει, να ανατρέψει όλον τον Καρλ σε μια ταινία. Κι όλοι τα καταφέρνουν περίφημα... Καθώς και οι ηθοποιοί της που παίζουν το ίδιο εκπληκτικά σε όλες τις δανέζικες ταινίες της τελευταίας δεκαετίας. Dogme ή μη... Περισσότερα μπορείτε να δείτε σε προηγούμενο σχόλιό μου πατώντας εδώ...
Και να που στο περσινό 47ο Φεστιβάλ μας ξανάρθε με ένα τρίτο φιλμ, το worst case scenario "Μετά το γάμο" [Efter Brylluppet, 2006, 122'], κρατώντας την ένταση μέχρι το τέλος. Αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι κλείνει μια τριλογία, εκ πρώτης όψεως, δεδομένου του γεγονότος ότι και οι τρεις τους είναι σενάρια του Anders Thomas Jensen. Εκ δευτέρας όμως, είναι μια αντιθετο-ανατροπή της 10ης εντολής της προηγούμενης δουλειάς κι άρα πιο κοντά σ' αυτήν. Και εκ τρίτης, η επόμενη ταινία της Μπίερ, Things We Lost in the Fire [2007] συμπαραγωγή ΗΠΑ και ΗΒ [sony και καλά χόλιγουντ], ασχολείται επίσης με την [μετάσταση απ' την] απώλεια, είναι όμως άλλου σεναριογράφου ευαγγέλιο [του σούπερ-νόβα Allan Loeb]. Κι αν δεχτούμε ότι η σκηνοθέτις "μετανάστευσε" στις ΗΠ, τότε μάλλον επιστρέφουμε ξανά στην πρώτη όψη της τριλογίας κι ο κύκλος κλείνει.
Ας έρθουμε όμως στο προκείμενο. Η τάση για φυγή της σκηνοθέτιδος, για άνοιγμα των παγκόσμιων φτερών της προς τον κόσμο της σόου μπιζ, είναι φανερή μέσα από την ταύτισή της με τον πρωταγωνιστή Mads Mikkelsen. Ο ήρωας με το βιβλικό όνομα Ιακώβ έχει δραπετεύσει από μια κατάσταση που τον είχε πολλά καταπιέσει, διαλέγοντας τον τρίτο δρόμο προς την Ινδία. Η αφοσίωσή του στη νέα του ανθρωπιστική αποστολή θα τον ξαναφέρει εκόντα-άκοντα πίσω και θα τον αναγκάσει να "θυσιαστεί" ως ο γιος του Αβραάμ. Κάθε όμως κατάσταση [έστω και κάπως εξωφρενική] που είναι βγαλμένη μες απ' τη ζωή έχει δυο όψεις. Το καλό και το κακό συνυπάρχουν, ενυπάρχουν και συναποτελούν ένα και το αυτό νόμισμα. Εμείς γι' αλλού κινήσαμε, γι' αλλού, κι αλλού η ζωή μας πάει... σαν να λέμε.
Τι σχόλιο να κάνω τώρα εγώ εδωπέρα, ρε γαμώτο; Μια παραγωγή που ούτε στον ύπνο μας δεν έχουμε φανταστεί. Ένα σενάριο που θα το γλυκοκοίταζε ο Χίτσκοκ, ο Κιούμπρικ, ο Μπέργκμαν αν ήθελε να νεάσει. Μια σκηνοθεσία που φανερώνει θαρραλέα και ρωμαλέα καπετάνισσα να κάνει περίπατο σε φουρτούνα. Ερμηνείες τόσο ζωντανές που τις ζεις κι εσύ και νοιώθεις τη ζωή και τον παλμό τους να χτυπάει μέσα σου. Χοροπηδάς και ξεβολεύεσαι κάθε φορά που γυρίζει ο κόσμος γύρω τους και μέσα τους. Τι κι αν είναι μεγάλη η διάρκειά της; Μήπως η ζωή είναι συντομότερη; Μήπως είναι και μακρύτερη; Μεγαλύτερη; Μικρότερη;
Κι η διακριτική παρουσία της μουσικής του Σουηδού "Broder" Johan Soderqvist; Οι τέσσερις διευθυντές φωτογραφίας; Οι δυο μοντέρ; Οι δυο σχεδιαστές κοστουμιών και οι έξι έτεροι σκηνογράφοι; Οι σχεδιαστές του ήχου και των οπτικών εφέ; Μα όλ' αυτά σε ένα αστικό δράμα, θα μου πείτε; Μα ακόμα δεν την έχετε δει, θα σας ρωτήσω εγώ;



