Let’s do it a dada
Κύκνειο σκηνικό άσμα για ένα σχήμα που παραμένει εντυπωσιακά σύγχρονο. Όχι μόνο μουσικά... Του Αντώνη Ξαγά
Κατά μία (στην πραγματικότητα, παραπάνω από μία) οπτική πρόκειται όχι απλώς για για αναδρομή, αλλά για μια επιστροφή…
Εδώ στους πρόποδες του όρους των Μαρτύρων (η ετυμολογία της Μονμάρτης) που στεφανώνεται από το καθεδρικό οπτικό εξάμβλωμα της Σάκρε Κερ, έτσι ως διαχρονική υπόμνηση της νίκης του κατεστημένου και της Τάξης απέναντι στους απονενοημένους αντάρτες της Κο(υ)μμούνας, το μετρό της στάσης Anvers ξεβράζει ανθρώπους σαν ταινία παραγωγής σε συνεχή ροή, εργαζόμενους, τουρίστες -υπό την επιρροή του Συνδρόμου του Παρισίου, φασαίους – υπό την επιρροή του Συνδρόμου «ω τι θα ζήσουμε!», μετανάστες από κάθε γωνιά του κόσμου που κατάφερε να αποικίσει κάποτε η Φραγκία, όλο το ανθρώπινο πολυπολιτισμικό μωσαϊκό της πόλης του φωτός.
Αναλογίζομαι θα ήταν πιο έντονη και πρόδηλη η σημειολογική/συμβολική ένταση της ‘επιστροφής’ στην χώρα όπου γεννήθηκε το καμπαρέ και ο Βολταίρος αν η συναυλία γινόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω, στο μαρτυρικό Μπατακλάν στο Boulevard Voltaire (ναι, και φυσικά το ‘αυθεντικό’ Cabaret Voltaire στην Ζυρίχη βρισκόταν -και σε μια μορφή βρίσκεται ακόμη- αλλά το νταντά πολιτισμικά/αισθητικά ήταν κατά βάση γαλλική υπόθεση. Με κάμποσο γερμανικό δάκτυλο.)
Δεν έχει όμως σημασία, κι εδώ στο ανακαινισμένο-αναπαλαιωμένο Élysée, κι αν η φωτιά του 2011 κατέστρεψε αμετάκλητα την πατίνα των δεκαετιών (1807 το έτος κατασκευής!), δεν θέλει πολλή φαντασία για να ‘δεις’ στον χώρο μπαλέτα καν καν, τραπεζάκια με φτηνά ποτά, πυκνούς ύποπτους καπνούς, αβάν γκαρντ και λαϊκές μορφές σε συγχρωτισμό και συνάφεια, και σε μια άκρη στο κοινό έναν Τουλούζ Λωτρέκ ή έναν Μανέ να απαθανατίζει τις σκηνές σε κάποιον από τους πίνακες που σήμερα κρέμονται σ’ ένα από τα πολλά μουσεία της υποχρεωτικής τουριστικής διαδρομής στην πόλη.
Μιλώντας για πίνακες. Από παρισινή εφημερίδα του 1876 αλιεύουμε κριτικό άρθρο που εστιάζει τα βελάκια του στην ομάδα των ιμπρεσιονιστών. «Έχω δει ανθρώπους να τραντάζονται από τα γέλια όταν είδαν αυτούς τους πίνακες. Αυτοί οι υποτιθέμενοι τάχα μου καλλιτέχνες αυτοαποκαλούνται επαναστάτες. Παίρνουν ένα κομμάτι καμβά, πετάνε επάνω μερικές τυχαίες μουτζούρες και πιτσιλιές χρώματος και μετά τις υπογράφουν. Είναι μια τεράστια απάτη, ως εάν οι τρόφιμοι ενός φρενοκομείου να είχαν μαζέψει πέτρες από την άκρη του δρόμου και να φαντάζονταν ότι είχαν ανακαλύψει διαμάντια»… Με μια μικρή προσαρμογή και λίγο… σάλιο (κυριολεκτικά) παραπάνω το κείμενο θα μπορούσε να αναφέρεται στην υποδοχή που επιφυλάχθηκε για πολλά συγκροτήματα της φάρας των Cabaret Voltaire όταν έσκασαν μύτη μέσα στον πανκ-ροκ προτεσταντικού τύπου δογματισμό (με την ευκαιρία την εμφάνιση των Neubauten στα μέρη μας τούτες τις μέρες, θα είχε ένα ενδιαφέρον να ρωτήσει κάποιος την άποψη του Blixa για το πανκ). Σε παλαιότερη συνέντευξή του ο Chris Watson είχε θυμηθεί ότι τελείωναν τις πρώτες τους άγριες συναυλίες τους ‘covered in spit’. Ουδείς προφήτης - όχι μόνο στον τόπο του αλλά και στην εποχή του (σήμερα οι καταφρονεμένοι ιμπρεσιονιστές και ειδικά ο Μονέ… κόβουν μονέδα παντού στην πόλη… εχμμ συγνώμη για το λογοπαίγνιον).
Μιλώντας για τόπους. Πέρα από την παγίδα του γεωγραφικού αναγωγισμού και μιας ντετερμινιστικής μυθοποίησης της εντοπιότητας (ειδικά απ’ όσους δεν τους έχουν ζήσει), αλιεύουμε ένα σχόλιο του Andy Gill το 1978 στο NME ότι «οι Cabaret Voltaire θα μπορούσαν να είχαν γεννηθεί σε οποιαδήποτε πόλη, και πιθανότατα ακόμη και σε μη αστική περιοχή επίσης», παρατήρηση βαθύτατα αληθής, που όμως όπως κάθε γνήσια αλήθεια αφήνει και περιθώρια αναίρεσής της ώστε να καταλήγει… ψευδής. Όχι τόσο (ή μόνο) επειδή οι Cabaret Voltaire πάντα θα μνημονεύονται στην ίδια πρόταση με σχήματα όπως οι Clock DVA, οι Human League ή οι πιο άγνωστοι Hula, κι όπου αν ανοίξει το πλάνο θα συμπεριλάβει και τους ABC (και τους πρόδρομους τους, τους Vice Versa) και Pulp και In the Nursery, όλα παιδιά αυτής της βροχερής μάλλον καταθλιπτικής πόλης του βρετανικού Βορρά, κάπου σε όλα αυτά μπορεί να βρεθεί ένα κοινό νήμα, αν όχι κάποιος ‘original sound of Sheffield’. Αλλά κι επειδή οι Cabaret Voltaire υπήρξαν πράγματι παιδιά της πόλης, του ηχητικού σκηνικού της (ο ήχος του ανελέητου drop hammer έχει περάσει βιωματικά στα κομμάτια τους), της ιδιότυπης απομόνωσης (να την πάλι η γεωγραφία!), των ανοιχτών χώρων, των κενών δομών (που έγιναν δημιουργικοί χώροι, στέκια και προβάδικα) αλλά και των συναισθημάτων απογοήτευσης που άφησε πίσω της η μαζική αποβιομηχανοποίηση των 70s και των 80s (γεια σου Μάγκυ). Έτσι σε μια πόλη όπου κάποτε χτύπησε δυνατά η καρδιά της βιομηχανικής επανάστασης, γεννήθηκε ένα από τα πιο σημαντικά σχήματα της επονομαζόμενης industrial σκηνής. Η ειρωνεία της ιστορίας πανταχού παρούσα.
Μιλώντας για προφητείες. Έχει ένα ενδιαφέρον πως ένα σχήμα από αυτό το Σέφιλντ (ή κι από οπουδήποτε), επέλεξε προγραμματικά και δηλωτικά προθέσεων ένα όνομα με τέτοιες πολλαπλές παραπομπές και συμπαραδηλώσεις (ίσως και περισσότερες απ’ ότι άντεξαν και οι ίδιοι): διαφωτισμός και μπελ επόκ και σεξουαλικός αντιδογματισμός και αντίδραση και φυσικά η πιο άμεση: (let’s do it a) dada. Το (αντι)κίνημα τέχνης που φιλοδόξησε να καταργήσει όλες τις συμβάσεις, καταλήγοντας εν τέλει να δημιουργήσει μία ακόμη και να αποτύχει (όπως κατά έναν τρόπο ‘αποτυγχάνουν’ όλα τα καλλιτεχνικά κινήματα) συντριβόμενο στις ξέρες μιας αδυσώπητα βίαιης πραγματικότητας όπως έδειξε η δραματική συνέχεια του αιώνα. Το dada στους Cabaret Voltaire μπορούμε να το ανιχνεύσουμε βαθύτερα όχι τόσο ως οργανική οικειοποίηση αλλά ως ανανοηματοδότηση, καθώς αν και το συγκρότημα στράφηκε για την έκφρασή του κυρίως στα νέα τεχνολογικά μέσα της εποχής (το dada στον πυρήνα του δεν είχε την σαρωτική τεχνολαγνεία του π.χ. ιταλικού φουτουρισμού), ωστόσο υιοθέτησε στη μουσική του την τεχνική του κολλάζ, την cut-up κοπτοραπτική και το πνεύμα του προσεκτικά σχεδιασμένου απροσδόκητου. Μαζί με μια βαθιά αντιεξουσιαστική στάση. Εδώ θα επανέλθουμε...
Μιλώντας για επιστροφές. Η αποψινή συναυλία είναι μια τέτοια. Κατ’ αρχάς επανασύνδεση απροσδόκητη (υπάρχει άραγε τέτοια πλέον;) κι επιστροφή στη σκηνή μετά από πολλά χρόνια. Πότε ήταν ο τελευταίος τους δίσκος (που ακούσαμε;); Είχαμε πάρει χαμπάρι ότι ο Richard H. Kirk είχε βγάλει και Cabaret Voltaire δίσκο μονάχος του; Τον θάνατό του το 2021 τον πληροφορηθήκαμε πάντως χάρις και στην RIP κουλτούρα των καιρών, γνώρισε έτσι την μία μέρα μεγάλης δημοσιότητάς του (στη συναυλία θα του αφιερώσουν το ‘Why Kill Time (When You Can Kill Yourself)’. Τι είναι ο χρόνος τι είναι ο άνθρωπος… Η 50χρονη επετειακή περιοδεία τους «The Final Tour» ξεκίνησε, από …που αλλού, το Σέφιλντ, στις 25 Οκτωβρίου του 2025, και έχει ήδη καταγραφεί δισκογραφικά με τον τίτλο «But What Time Is It Really?».) Ώρα λοιπόν για έναν τελευταίο (μέχρι τον επόμενο) αποχαιρετισμό; Εν μέσω θερμών χειροκροτημάτων οι αρχικοί τρεις που απέμειναν δύο πλέον ανεβαίνουν στη σκηνή, μόνο που εδώ είναι… τέσσερις. Αυτός με την φόρμα που μοιάζει σαν μεσόκοπο παιδί από τα μπανλιέ είναι σίγουρα ο Stephen ‘Mal’ Mallinder. Οι άλλοι τρεις είναι εμφανώς νεότεροι. Μα που είναι ο Chris Watson; Είναι αυτοί οι Cabaret Voltaire που θα δούμε ή μήπως μια φαντασίωση; (που κάθε συναυλία είναι με τον τρόπο της). Ίσως δεν έχει σημασία ένα τέτοιο ερώτημα, αν δηλαδή ο καλλιτέχνης είναι ‘παρών’ (που έλεγε κι έπραττε η Αμπράμοβιτς). Περισσότερο έχει σημασία τι έχει να πει για τις ζωές μας σήμερα. Σαρώνω τον χώρο για να παρατηρήσω τις ζωές ‘μας’, πολυποίκιλο το κοινό και ηλικιακά και ενδυματολογικά, κάμποσα αναμενόμενα τα μπλουζάκια δήλωσης (Front Line Assembly και Nine Inch Nails και Sisters και Skinny Puppy πιάνει η ματιά μου), ο χώρος πάντως του θεάτρου δεν είναι γεμάτος, κι αν αρχίσουν εδώ οι απορίες nag nag γκρίνιες πως μια μητρόπολη σαν το Παρίσι δεν καταφέρνει να κάνει …‘sold out’ σε ένα ‘θρυλικό εμβληματικό συγκρότημα’, ας μην το ξεχνάμε, στη Γαλλία βρισκόμαστε, όπου κι αν ο αγγλοσαξονικός μουσικός σπόρος έφτασε κι εδώ αναδεικνύοντας μια πολυποίκιλη γαλλική σκηνή σε πολλά είδη, σε επίπεδο κοινωνικής απεύθυνσης η επίδραση υπήρξε πολύ πιο ισχνή σε σύγκριση με την τοπική με βαθιές ρίζες δυνατή μελοποιητική παράδοση. Ο κάθε τόπος αναδεικνύει την τέχνη που έχει ανάγκη
Μιλώντας για ειρωνείες της ιστορίας. Με το που ξεκινάει η συναυλία κι ακούγεται η πρώτη συχνότητα, η σαμπλαρισμένη φωνή να επαναλαμβάνει «24, 24, 24 hours a day», σαν υπό υπαγόρευση από κάποιο ανεξερεύνητο νευροφυτικό κέντρο, δεκάδες κινητά και μηχανές υψώθηκαν συντονισμένα στον αέρα υπό γωνία ‘χάιλ’, οθόνες που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι σαν μικρές δυστοπικές πύλες (μπροστά μου μάλιστα είναι τύπος που κρατάει δύο, μία σε κάθε χέρι…μένουν σε λειτουργία καταγραφής σε όλο το λάιβ). Σκέφτομαι ότι στον ασαφώς ευρύ χώρο του industrial, ενός όρου που καλύπτει τεράστιο εκφραστικό φάσμα από το στενά αισθητικό επίπεδο μέχρι και το πολιτικοϊδεολογικό, ένας κοινός τόπος, μια τομή υπήρξε η καταγγελία/αποκάλυψη (φτάνοντας έως και στην συνωμοσιολογία ενίοτε) της τεχνολογίας στην υπηρεσία μηχανών/μηχανισμών, εξουσιαστικών γραναζιών, μέσων και φορέων προπαγάνδας, μαζικής καταστολής (η λέξη ‘έλεγχος/control’ αποτέλεσε κλειδί για το είδος, καταδεικνύεται τούτο και με μια απλή λεξιλογική αναζήτηση σε τίτλους και στίχους τραγουδιών αλλά και σε καταστατικά για το είδος λογοτεχνικά έργα, όπως χαρακτηριστικότατα εκείνα του William Burroughs). Η εποχή των Cabaret Voltaire βέβαια μοιάζει σχεδόν αθώα σε σχέση με την σημερινή (όπως σίγουρα θα μοιάζει και η σημερινή για τις επόμενες …), έκτοτε πολλές κυβερνήσεις έπεσαν αλλά μαζί με την αγάπη έμεινε και ο πόθος των εξουσιών για ολοκληρωτικό έλεγχο, οι οθόνες παίζουν πάλι προεξάρχοντα ρόλο, αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο, τώρα έχουν πολλαπλασιαστεί σαν ιοί, έγιναν διαδραστικές και αμφίδρομες, παθητικά και ενεργητικά κέντρα (αυτο)παρακολούθησης και οικειοθελούς υποταγής, ορίζοντας έτσι μια εξατομικευμένη μεταπραγματικότητα όπου τα δυστοπικά οράματα υλοποιούνται όχι με τον τρόπο π.χ. ενός Όργουελ, δηλαδή ως μια εξ άνωθεν επιβαλλόμενα ασφυκτική καταστολή, αλλά παρουσιαζόμενα ως μια κανονικότητα μαζί με μια (ψευδ)αίσθηση ατομικής ελευθερίας επιλογής (έστω και αλγοριθμικής, ‘για μένα με εμένα’ όπως δεν διανοήθηκε ποτέ να προβλέψει ο Βασίλης). Και κάπως έτσι τα τσιπάκια δεν χρειάζεται να τα εμφυτεύσει κάποια σατανική σκοτεινή δύναμη, κάποιο… 666 και άλλα τέτοια γραφικά και περιγελούμενα κατά καιρούς ως ‘ψεκασμένα’ (όπου παίρνοντας τον ρόλο του συνήγορου του διαβόλου, ας σημειώσουμε ότι με ‘ψεκασμένες’ ιδέες προχώρησε ο κόσμος και η επιστήμη και η τέχνη, ενώ από την μεριά του ο ‘ορθολογισμός’, ειδικά όταν από απλή μέθοδος και εργαλείο καθίσταται αξίωμα όχι μόνο είναι απλά μια αναπαραγωγή και υπεράσπιση του ήδη κατακτηθέντος αλλά δεν ενέχει και κανένα ψήγμα αμφισβήτησης. Ο ορισμός του συντηρητισμού. Όμως «η σκέψη εξελίσσεται διά της ανωμαλίας» όπως είχε πει κάποτε κι ο Μπορίς Βιαν όταν ήταν στην παταφυσική του περίοδο.
Μιλώντας για μηχανές. Είναι ενδιαφέρον ότι τούτη η αντιδραστική στάση δεν συνδυάστηκε όπως θα αναμενόταν με μια τεχνοφοβία και έναν νεολουδιτισμό (άλλοι συκοφαντημένοι της ιστορίας αυτοί, αλλά ας μην πλατειάσουμε κι άλλο) και καταγγελίες against the modern world, αλλά πολλοί μουσικοί και καλλιτέχνιδες υιοθέτησαν ασμένως τα όπλα του …εχθρού, με την επιδίωξη και ελπίδα ίσως και μιας υπονομευτικής δράσης. Φρούδα εν τέλει, όλα γαρ αλέθονται και χωνεύονται στον ποπ μύλο, όσο ‘επικίνδυνα’ κι αν (θέλουν) να παρουσιάζονται, η κατάληξη ήταν ενίοτε κι ένας ακίνδυνος εστέτ τεχνοφετιχισμός. Ας παρατηρήσουμε επίσης ότι από τότε είχε τεθεί ήδη στην πράξη και το δίλημμα ‘άνθρωπος ή μηχανή’ (να που η κουβέντα η σύγχρονη περί τεχνητής νοημοσύνης -ή και ανοησίας- δεν είναι καινοφανής, είναι ωστόσο χαρακτηριστικό κάθε εποχής να συζητάει τα ζητήματα της σαν τούτα να είναι πρωτοφανή, ένας ιδιότυπος εγωισμός ή μήπως αμνησία;). Έτσι κι αλλιώς η πολυπλόκαμη σχέση μηχανής και ανθρώπου είναι ένα πολυκαιρισμένο και διαρκώς επανερχόμενο ζήτημα πολύ πριν π.χ. κι από την μουσική εργατιά των Kraftwerk, του ‘Man Machine’ και του ‘We are the robots’. Κι αν ασφαλώς δεν έχουμε φτάσει (ούτε θα φτάσουμε ποτέ, ας… προφητεύσουμε) στον «θάνατο του καλλιτέχνη» (όπως διακήρυσσε κάποτε η μεταμοντέρνα θεωρία), δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η τεχνολογική εξέλιξη, η οργανολογία, τα διαθέσιμα μηχανήματα σαφώς και καθορίζει και θέτει τα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας πολύ περισσότερο απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε, ειδικά όταν γράφουμε οι μουσικογραφιάδες εύκολα και παχιά λόγια για ‘επαναστάσεις’ και κινήματα (τα οποία στον δρόμο πραγματώνονται, στα οδοφράγματα, στην χειροπιαστή ‘αναλογική’ πραγματικότητα, μας το υπενθυμίζει εμφατικά και η ιστορία της πόλης τούτης). Το γεγονός π.χ. ότι σήμερα η μουσική μοιάζει να έχει φτάσει σε ένα πλατώ εξέλιξης (συνέπεια αυτού π.χ. είναι ότι δεν πια εύκολη με την πρώτη μια χρονική ταυτοποίηση) οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η τεχνολογία έχει σταματήσει να μας προσφέρει νέους… ανήκουστους ήχους.
Πάντως βλέποντας και ακούγοντας τον ‘Mal’ με το μπάσο του και τους τρεις συνοδούς του (Tara Busch, Eric Random, Oliver Harrap) σε συνθετητές, ηλεκτρονικά ντραμς, πλήκτρα και κιθάρες, αυτόν τον ιδιαίτερο συνδυασμό παραδοσιακών και ηλεκτρονικών οργάνων (όλα μη φυσικά είναι!) και το ηχητικό του αποτέλεσμα το τόσο αναγνωρίσιμο, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η μουσική προσέγγιση των Cabaret Voltaire με τις μη συμβατικές δομές, τους επαναληπτικούς μηχανικούς ρυθμούς, τις θραυσματικές φωνές προοικονόμησε κατά το μερίδιο που της αναλογεί την μουσική κατοπινών καιρών, φτάνοντας και μέχρι το σήμερα όπου η δημιουργία έεχι γίνει και απλό (μετα)χρήση δεδομένων (ας το υπογραμμίσουμε όμως με παχιά γραμμή εδώ, όχι, ότι η τέχνη δεν οφείλει να έχει ‘προφητικές’ ιδιότητες ούτε επίσης η περίφημη ‘επιδραστικότητα’ αποτελεί αυταξία. Δεν οφείλει καν να προτείνει, όπως επιτάσσει η συνήθης επωδός του σκληρού συντηρητισμού «τι έχεις να προτείνεις;». Όχι. Η κάθε εποχή αναδεικνύει την τέχνη που έχει ανάγκη. Η υστεροφημία και η ‘διαχρονικότητα’ ουσιαστικά δεν την αφορούν. Είναι ‘irrelevant’ (ας μου συγχωρεθεί ο αγγλισμός), ζητήματα των αγέννητων. Οι δε Cabaret Voltaire δεν υπήρξαν ποτέ πολιτικά στρατευμένο σχήμα, με την στενή έννοια του όρου, περισσότερο περιέγραφαν παρά πρότειναν. Αν και θα αντιλαμβανόμουν από την άλλη την απόδραση -ή μια γραμμή διαφυγής που θα ‘λεγε ο Ντελέζ- του Chris Watson το 1981 -πέραν των πειραματισμών των Hafler Trio- στην… βροχή, στον άνεμο, στις μεταλλικές κλαγγές και στους ήχους των θηρίων της ζούγκλας ίσως να υπήρξε μια τέτοια ‘αντιπρόταση’ (όπως και να χει θεωρώ το έργο του στον τομέα των ηχογραφήσεων πεδίου μοναδικό, ειδικά με δίσκους όπως το «El tren fantasma» αλλά κυρίως το «Weather Report»).
Ακούγοντας απόψε τα κομμάτια που έχουν προκρίνει για την (ιδανική) διάρκεια της μιάμισης ώρας συναυλίας, κάνει εντύπωση η εστίασή τους στο δίδυμο «Micro-Phonies» (1984) και κυρίως στο «The Crackdown» του 1983 (το οποίο παίζουν σχεδόν ολόκληρο), προφανώς το θεωρούν ως την καλλιτεχνική τους κορύφωση (η πλέον ευπώλητη τους θα ήταν το «Code» υπό την καθοδήγηση του Adrian Sherwood). Στα οποία όλα ας σημειωθεί δεν συμμετείχε ο Watson, γενικά τα κομμάτια που παίζουν είναι τα περισσότερα δημιουργημένα χωρίς αυτόν, μια όσο να ’ναι παράξενη επιλογή… Ακόμη και το σπουδαίο «Red Mecca», το οποίο κάποτε ένας άγουρα ενθουσιώδης συντάκτης σε τούτες τις σελίδες το είχε βαθμολογήσει με 10, δίσκος που είχε γραφτεί το 1981 στο σταυροδρόμι ηλεκτρονικού θορύβου και φανκ ρυθμολογίας υπό την έμπνευση της σοβούσας και τότε σύγκρουσης θρησκόληπτου δυτικού και ανατολικού φανατισμού, εκπροσωπείται μόνο από το «Landslide». Όπως επίσης (δικαίως;) αγνοούνται και τα χαοτικά-άμορφα πειράματα των πρώτων ετών, τότε που ακόμη έψαχναν τον δρόμο τους και τα εκφραστικά τους εργαλεία. Κι αν γενικά και in principio βαριέμαι αφόρητα τις κριτικές συναυλιών τύπου ‘έπαιξαν αυτά-δεν έπαιξαν εκείνο’, ωστόσο εν προκειμένω, σε μια συναυλιακή σειρά που φέρει το βαρύ επίθετο ‘τελευταία’, οι επιλογές έχουν την σημασία τους, τις αντιμετωπίζουμε κι ως μια παρακαταθήκη όπως την επιθυμούν και την φαντάζονται οι ίδιοι. ‘Έτσι θέλουμε να μας θυμούνται’. Βέβαια η Ιστορία συνήθως αγνοεί τις επιθυμίες και τις βουλές των δημιουργών, αλλά αυτό είναι μια άλλη…ιστορία.
Ο ήχος τους σήμερα ακούγεται κρυστάλλινα σαφής και φρεσκαρισμένος, τα κομμάτια είναι ξαναδουλεμένα, για ένα συγκρότημα τυφλοπόντικες του στούντιο το λάιβ είναι αρκούντως δυναμικό (το κοινό όχι τόσο). Νομίζω σε αναλογία η προσέγγισή τους και η παλέτα των ήχων έχει κάτι από Kraftwerk και ειδικά από τον τρόπο με τον οποίο η τετράδα από το Ντίσελντορφ ξανακοίταξε/εκσυγχρόνισε τα δημιουργήματά της υπό το φως της ψηφιακής εποχής στο «The Miχ». Είναι κι εκείνα τα χρόνια που οι Cabaret Voltaire έμπλεξαν και ανακατεύτηκαν με τις νέες μουσικές και… πίστες, την house, την dance και την acid, τις οποίες ενώ αρχικά επηρέασαν μετά κατέληξαν να τις ακολουθούν ασθμαίνοντας σε μια πιο αμφίδρομη πλέον αλληλεπίδραση. Ας μην το ερμηνεύσουμε όμως τούτο ως παρακμή ούτε ως «συμβατοποίηση» (sic), ας το δούμε σαν γνήσια και ζωντανή δημιουργική ανθρώπινη ανάγκη. Συμβαίνει… Ένα πρωτοποριακό σχήμα ή καλλιτέχνης να εισάγει, να κομίζει το δικό του νέο στην τέχνη, μετά να βλέπει τους επιγόνους του να το υιοθετούν, να το μιμούνται ακόμη ακόμη, να το μεταβολίζουν, να το κάνουν δικό τους, κι οι ίδιοι από την ιδιότυπη μοναξιά του σκαπανέα να περνάνε στον συντονισμό με το πνεύμα της εποχής, η οποία μοιραία και αναπόφευκτα όχι μόνο τους φτάνει αλλά και τους προσπερνά.
Όπως και να ‘χει, το όνομά των Cabaret Voltaire μια σημείωση θα την έχει κατοχυρωμένη (πιθανότατα!) σε διάφορες ιστορίες, της industrial αλλά και της electropop σίγουρα. Ωστόσο, επειδή μιλήσαμε και αρνηθήκαμε παραπάνω την μη αυταξία της επιδραστικότητας, την δική τους την ανιχνεύουμε (φευ) και σε μεγάλο μέρος του κακέκτυπου σκοτεινού/σκληρού ηλεκτρονικού κατιμά που μας έπνιξε από το ’90 και μετά (ας μην χρησιμοποιήσω την… λέξη του Μαχαιρίτσα), θυμάμαι είχα γελάσει πολύ με μια αιχμηρή παρατήρηση του S. Alexander Reed στο πολύ αξιοδιάβαστο του βιβλίο «Assimilate – A critical history of industrial music», για όλους αυτούς που ακούγονται σαν «pissed off Pet Shop Boys». Ονόματα δεν λέμε.
Στο μεταξύ η ίδια η συναυλία εξελίσσεται χωρίς πολλές εκπλήξεις, δεν λείπει φυσικά και το κομβικό για την πορεία τους ‘Yashar’ στο remix του John Robie, για το ανκόρ αφήνουν αναμενόμενα τα δύο πιο κοντινά σε χιτ τραγούδια τους: το «Nag Nag Nag» (άλλη μια ‘επιστροφή’, καθώς όπως μας πληροφορεί από μικροφώνου ο Mal το είχαν πρωτοπαίξει λάιβ στο ιστορικό Gibus Club στην Place de la République) και για το τέλος το «Sensoria» (το οποίο ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, αν μου πέφτει λόγος, θα προτιμούσα αντ’ αυτού το καταιγιστικό «I want more» ένα πραγματικό tour de force -ας μου επιτραπεί ο γαλλισμό- της ηλεκτρονικής ποπ των μέσων των 80s). Λήξις… Έξω η παρισινή νύχτα συμμαζεύει κάθε σκέψη…
Επανέρχομαι στο καθοριστικό πρότερο ερώτημα. Τι έχουν τελικά να πουν για τις ζωές μας σήμερα; Υποκειμενικά αντικειμενική η απάντηση. Πιθανότατα απλά συλλέξαμε (σε ατελείωτα MB) «μια εμπειρία ακόμη λοιπόν» που έλεγε ο ΛεΠα. Κρατώ την σκέψη ότι η κάθε εποχή παράγει την τέχνη που χρειάζεται. Μαζί και ότι η κάθε γενιά δημιουργεί τις δυστοπίες και τις ουτοπίες που χρειάζεται. Κι εμάς δεν μας πέφτει λόγος άλλος… Αργότερα ακούω τυχαία έναν στίχο του Léo Ferré: «η αταξία είναι η τάξη χωρίς εξουσία». Δεν ξέρω αν έχει οιαδήποτε σχέση, αλλά ήθελα να τον αναφέρω για επίλογο…
(Όπως θα ήθελα πολύ να γράψω περισσότερα λόγια για το γαλλικό σχήμα που άνοιξε τη βραδιά, το δίδυμο Turzi Gage (στη σκηνή τρίο, μαζί με ‘φυσικό’ ντράμερ). Όχι μόνο/τόσο για λόγους επαγγελματικής πληρότητας, όχι μόνο επειδή είναι και μια ωραία ιστορία, η ιστορία φιλίας ενός μουσικού κι ενός υπάλληλου δισκοπωλείου που καταλήγει σε δίσκο («Drop!»), αλλά κι επειδή για τον εκ Βερσαλλιών Romain Turzi ειδικά είχαμε ενθουσιαστεί κάποτε σε τούτες τις σελίδες, το μακρινό 2015, με την τριλογία του «Α», «B» και ειδικά το «C», μια θαυμάσια μεταφορά του Morricone ήχου σε ήλεκτρονικές συντεταγμένες. Έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Έτσι είχα χαρεί πολύ όταν είδα το όνομα του στην ανακοίνωση. Ομολογώ όμως ότι το πολυποίκιλο μείγμα που έφτιαξαν που περιέχει μέχρι και madchester και kraut και ψυχεδέλεια, ενώ είχε μεν ενδιαφέρον, μ’ ‘έπιασε’ μόνο στις λίγες πιο ταξιδιάρικες του στιγμές και κάποια μελωδικά περάσματα (βασικά το πολύ όμορφο εναρκτήριο «La Montée» αλλά και το «Chevauchée»).




