Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχική
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
Chris Isaak & Robert Plant w. Saving Grace and Suzi Dian

‘Λυκαβήττεια 2026’

Θέατρο Λυκαβηττού | 13/06/2026 - 09/07/2026

Δύο παλαίουρες του ροκ εν ρολ σε αναζήτηση των ριζών κι αναμέτρηση με το παρελθόν (τους). Με τον τρόπο τους ο καθένας. Του Άρη Καραμπεάζη

Έχουμε εξηγήσει πολλές φορές ότι ο Iερός Bράχος για τους Αθηναίους μουσικόφιλους είναι ο Λυκαβηττός, χωρίς απαραίτητα εμείς οι Θεσσαλονικείς να καταλαβαίνουμε το γιατί έστω και μετά από σχεδόν 20 χρόνια εδώ (τα μισά περίπου από τα οποία πέρασαν χωρίς live στον Λυκαβηττό βέβαια). Ούτε και εμείς έχουμε την απαίτηση πάντως να συμμερίζονται τη νοσταλγία μας για τον Μύλο της δεκαετίας του ’90, που ούτε βράχος ήταν, ούτε και σε προνομιακό σημείο της πόλης. Κάθε τόπος και ο καημός του, ως γνωστόν.

Η επανεκκίνηση του Ιερού (μουσικού) Βράχου την περσινή χρονιά όσο θεαματική υπήρξε είτε με τα βροντώδη μουρμουρητά της Beth Gibbons είτε με τον υπόκωφο βόρβορο των Rotting Christ, άλλες τόσες αντεγκλήσεις προκάλεσε, ειδικά τις φορές εκείνες που το ιερατείο λεηλατήθηκε από ‘λαϊκούς’. Φέτος κατά πως φαίνεται οι λαϊκοί αφού το έβγαλαν το άχτι τους, άφησαν τον βράχο στην ησυχία του και παρέμειναν πέριξ των ορίων της Ιεράς Οδού, την οποία και γνωρίζουν καλύτερα και οι ίδιοι και οι ακόλουθοι τους. Fair enough για όλους θα λέγαμε.

Συνεπώς, κάπου ανάμεσα προς την αρχή και προς το τέλος της θερινής συναυλιακής σεζόν, και αντιπαρερχόμενοι έντεχνους και θέατρα, στον Βράχο μείναμε κατά βάση με αυτούς που αν μας ρωτούσες ακριβώς τριάντα χρόνια πριν αν θα πηγαίναμε στις συναυλίες τους, πριν διατυπώσουμε την αποφατική μας κρίση, θα σπεύδαμε εξυπνακίστικα να τους χαρακτηρίσουμε κατά το Πανουσικό «κάτι ξενέρωτοι Αμερικάνοι/κάτι ροκάδες του κερατά». Διαζευκτικοί οι χαρακτηρισμοί, αλλά καταλαβαινόμαστε θεωρώ. Το ότι δεν συμμεριζόμαστε αυτούς τους χαρακτηρισμούς τριάντα χρόνια μετά, δεν σημαίνει ασφαλώς ότι κάτι πήγαινε λάθος μέσα μας και εντός τριάντα χρόνια πριν.

Ο Chris Isaak με στολή και εξάρτηση rock ‘n’ roll εργασίας κήρυξε την άτυπη έναρξη του φετινού επαναληπτικά θριαμβικού Release Festival, περισσότερο με στυλ, αλλά όχι απαραίτητα χωρίς το περιβόητο πάθος, που πλέον όχι μόνο αναζητείται, αλλά και ευρίσκεται ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει. Οδεύοντας και αυτός προς τα τρίτα -ήντα (έκλεισε τα 70 δεκατρείς μέρες μετά τη συναυλία), και καθώς όλοι (σχεδόν) οι rock ‘n’ roll ήρωες τους οποίους κατά καιρούς υποδύθηκε αναπαύονται εις τόπους χλοερούς ή/και όχι (είναι και η τέφρα γερά στο κόλπο, πλέον), έδειξε να μην έχει κανένα πρόβλημα στο να υποδυθεί ένα τιμητικό tribute act όχι τυχόν σε μεμονωμένα πλέον πρόσωπα, αλλά συνολικά στο είδος που πάντοτε υπηρέτησε, αλλά σχεδόν ποτέ δεν εξυπηρέτησε από υποχρέωση.

Προλαμβάνοντας τα όποια τυχόν ειρωνικά μας χαμόγελα για τα πολύκουμπα αμπιγιέ κουστούμια του, δεν άργησε να… ανέβει στο κοινό, προφανώς επειδή δεν είχε ενημερωθεί ότι ο λόγος που τόσα χρόνια ο Λυκαβηττός παρέμενε με λουκέτο, ήταν η ανησυχία περί των ικριωμάτων. Καμία κερκίδα όμως δεν έλιωσε αυτή τη φορά από το υπεργλυκαιμικό του ροκ, και το κοινό του παρότι δεν τον υποδέχτηκε σαν Μεσσία, ούτε λεπτό δεν σκέφτηκε να τον κηρύξει αποσυνάγωγο ως δήθεν πολυκαιρισμένο, που ίσως και να είναι εδώ που τα λέμε. Αλλά αυτό επεδίωξε να είναι εξαρχής, δηλαδή μία πρόωρα ρετρό ροκ φιγούρα, υποταγμένη ισόποσα στο στυλ και στην νοσταλγία, και τώρα στη δύση των πραγμάτων, τους βγαίνει και ως αντίστροφο στοίχημα.

O Chris Isaak μας διηγήθηκε την μεγάλη αμερικάνικη ροκ ιστορία, χωρίς στιγμή να υπονοήσει ότι έγραψε έστω και ένα μέρος της, και ας μπορούμε πλέον ακόμη και να επιχειρηματολογήσουμε για το αντίθετο. Ων ουκ έστι αριθμός βλέπετε οι διασκευές στο ‘Wicked Game’, αλλά όσο να πεις η φετινή (δισκογραφημένη) των Social Distortion μας έκανε να νιώσουμε κάπως λιγότερο άβολα, για το ότι αποδεχτήκαμε να δούμε και να ακούσουμε στα 70 του νταν, έναν κάποτε ενοχλητικά clean cut ρόκερ, που πίσω στα 30 του θα ντρεπόμασταν να τον γνωρίσουμε στους φίλους μας (αλλά όχι στους γονείς μας). Στα 50 μας δεν ενδιαφερόμαστε καν για γνωριμίες, οπότε δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα.

Είναι επίσης άδικο να χρεώσουμε στον Chris Isaak το ότι η συνολικά παραπάνω από αξιοπρεπής παρουσία και του ίδιου και της μπάντας του, δεν είχε κάποιο εσωτερικά συναρπαστικό στοιχείο, και δεν άφηνε περιθώρια εκπλήξεων και ελιγμών. Και γιατί να παρασυρθείς στην παγίδα των εκπλήξεων βέβαια, όταν έχεις ένα τραγούδι σαν το ‘Blue Hotel’, που θέλουν να το ακούσουν live ακόμη και οι εχθροί σου; Δεν είναι όλοι Robert Plant σε αυτή τη ζωή. Επιπλέον δε, έχουμε ήδη για τα καλά εμπεδώσει ότι ακριβώς αυτό το προκάτ θέαμα - ακρόαμα μας περιμένει στο κατά προσέγγιση 80% των συναυλιών που παρακολουθούμε. Και δεν μιλάμε μόνο για τα ‘μεγάλα live’ ασφαλώς. Όσοι μετακινούνται σε όλο το συναυλιακό φάσμα, γνωρίζουν. Λίγα τα περιθώρια εκπλήξεων πλέον.

Δεν κατάλαβα βέβαια τι ακριβώς γνωρίζουν και τι όχι, όσοι με κόπο και με ακόμη μεγαλύτερα έξοδα αυτή τη φορά, ανέβηκαν προς τον Ιερό Βράχο, για να ακούσουν τον Robert Plant (και την παρέα του) σχεδόν μισό αιώνα μετά τη διάλυση των Led Zeppelin. Είναι τόσο κατανοητό, όσο και εύλογο, η άσβεστη δυναμική του ονόματος να υποδαυλίζει την ψευδαίσθηση περί του ότι μπορεί ξαφνικά να του τη βαρέσει του Plant και να παίξει καμιά δεκαπενταριά Ζέπελιν απανωτά και εκτός από την σκαλωσιά/κερκίδα, να βάλουμε δυναμίτη να γκρεμιστεί και ο ίδιος ο βράχος και να γλυτώσουμε και τα ανέβα/κατέβα μια και καλή. Ένας άλλος εγνωσμένος λαϊκός βάρδος όμως μας υπαγορεύει το επίσης άφθαρτο ‘ας είμαστε ρεαλιστές’.

Δεν γνωρίζω κατά πόσο μπορεί να γίνει πιστευτό, αλλά ο κύριος λόγος για τον οποίο ήθελα να δω τον Robert Plant, τους Saving Grace και την Suzi Dian ήταν για να ακούσω την αναπάντεχα (για εμένα τουλάχιστον) διερευνητική διασκευή του(ς) στο ‘Everybody’s Song’, ένα ούτως ή άλλως απόκοσμα ριζοσπαστικό τραγούδι μέσα από το ‘Great Destroyer’ των Low (το άλμπουμ ‘στροφή’ της δισκογραφίας τους δηλαδή). Το είδα και τελευταίο στο setlist και μου φάνηκε ιδανική η περίσταση. Ειλικρινά δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν μου αρέσει πλέον περισσότερο αυτή η εκτέλεση από το αυθεντικό ή αν απλώς βιώνω τον ενθουσιασμό της νέας σχέσης. Κάπως σαν την περίπτωση του ‘Bathysphere’ και της Cat Power δηλαδή.

Οι λόγοι που δεν ήθελα και τόσο πολύ να δω τον Robert Plant εν έτει 2026 δεν ήταν ούτε το ότι σε κρίσιμα χρόνια ξεγελάστηκα από τα πανκ ευαγγέλια και περισσότερο από απεχθή, δεν μου ήταν καν ανεκτά τα όσα καθ’ υπερβολή είχαν αφήσει ως παρακαταθήκη οι Led Zeppelin, ούτε ασφαλώς επειδή για αρκετά χρόνια δεν είχα την ικανότητα να διακρίνω τα αληθή νοήματα πίσω από την γραμματική ερμηνεία των παθιασμένων αφορισμών του Lester Bangs.

Πάνω κάτω οι πάντες έχουμε συμφιλιωθεί με τα πάντα, και όσοι δεν το έχουν κάνει, είναι μάλλον επειδή τα παράτησαν σχεδόν όλα, κάπου στην πορεία, και αφοσιώθηκαν σε κάτι σοβαρότερο από την ροκ μουσική. Τον Robert Plant δεν ήθελα και τόσο πολύ να τον δω, επειδή στην πράξη δεν έχω ακούσει με προσοχή τίποτε σχεδόν από όσα έχει κάνει εδώ και σχεδόν μισό αιώνα. Δεν ασχολούμαι δηλαδή μαζί του να το πω απλά. Εκτός ίσως από εκείνα τα ‘No Quarter’ κλπ πίσω στα 90s, όταν όλο το ροκ μας ήταν νέο ακόμη, ως κατά βάση άγνωστο, αλλά αυτά ήταν πριν αρχίσουμε να ανοίγουμε κανένα σοβαρό ροκ βιβλίο μπας και ανοίξει η σκέψη μας και κλείσουν οι ορίζοντες μας.

Παρότι η τελική περί του ‘Rock ‘n’ Roll’ απόφαση του για προσωρινή παρέκκλιση από το δεδομένο set list (που όσο άνοιξε την όρεξη της βόρειας χώρας για την αμέσως επόμενη εμφάνιση στον κάθε άλλο παρά ιερό λόφο της Σάνης, άλλο τόσο την άφησε με την όρεξη) ήταν που προκάλεσε την έκρηξη και το έστω και ολιγόλεπτο τέλος της ταξικής χωροθέτησης που μας ταλαιπώρησε σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας, καθώς όλοι σαν σε αυθυποβολή έψαξαν μία έστω και μη προνομιούχα θέση ορθίων μπροστά στη σκηνή, ανεξάρτητα από το πόσα δεκάδες ευρώ είχαν πληρώσει για την τυχόν προνομιούχα θέση στην οποία την έβγαλαν όλη την προηγούμενη ώρα, η πραγματική αίσθηση τόσο της συναυλίας, όσο και κύρια της προσπάθειας του Robert Plant ήταν αυτή η οποία υπαγορεύτηκε από τα εκτός Ζέπελιν τεκταινόμενα.

Ο Robert Plant τολμάει και επιλέγει μουσικούς, οι οποίοι σε ουκ ολίγες φάσεις της συναυλίας σε κάνουν μέχρι και να ξεχάσεις το μέγεθος του ονόματος, της φήμης και του θρύλου του. Τους ακολουθεί και τους αφήνει να πηγαίνουν μπροστά, χωρίς να ενοχλείται από το ότι πλησιάζοντας ο ίδιος τα 80 του χρόνια μπορεί να δημιουργηθεί έστω και η ψευδαίσθηση ότι τρέχει από πίσω τους και δεν τους φτάνει (δεν ισχύει κάτι τέτοιο ασφαλώς). Γιατί το κάνει αυτό άραγε; Σίγουρα όχι από υστέρηση ίδιων δυνάμεων, ούτε γιατί θέλει να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από τον θρύλο των Ζέπελιν σε οτιδήποτε άλλο δεν θα τον εξαναγκάζει να ζει και να δημιουργεί υπό το βάρος του αξεπέραστου. Οι εύηχα εύστοχες φράσεις με τις οποίες αναφέρονταν στο ‘παλιό του συγκρότημα’ σε κάθε ένα από τα τραγούδια των Ζέπελιν που είχαν σχεδόν στρατηγικά τοποθετηθεί στο setlist της βραδιάς, δεν αφήνουν περιθώρια για μια τέτοια ερμηνεία.

Ο Robert Plant, ίσως και λόγω της φυσικής του παρουσίας και εικόνας ακριβώς τώρα στην ηλικία των σχεδόν 80, δεν μπορεί να κρύψει ότι είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος επειδή ακριβώς όχι απλώς προσέγγισε την θέση του rock’n’ roll Θεού, αλλά κατάφερε και παρέμεινε σε αυτή για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από κάθε προηγούμενο ή επόμενο σφετεριστή της, όταν τελικά εκούσια ή και μη πέρασε από την αποθέωση στην εκθρόνιση, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην άλλη μεγάλη ιδέα που τρώει τα σωθικά ανθρώπων και θεών του είδους.

Είναι σαφές ότι αναζήτησε, αναζητάει και θα αναζητάει όσο τον βαστάνε τα πόδια, οι φωνητικές χορδές και το κοινό του όχι απλώς την ουσία, αλλά την ίδια τη φύση του rock ‘n’ roll, ώστε τελικά να κατανοήσει και ο ίδιος ποιας θρησκείας θεός υπήρξε τελικά.

Roots, folk, blues… country, americana, bluegrass… δεν ξέρω εγώ τι περισσότερο και διαφορετικό, ο Robert Plant, όχι απλώς με επιμέλεια, αλλά με δέος, σχεδόν με φόβο θα λέγαμε, που κανείς δεν θα περίμενε από έναν -έστω και πρώην - Θεό, κινείται ανάμεσα τους, τα επανεκκινεί και τα φέρνει με απόλυτα θεμιτούς τρόπους στο σήμερα, και περισσότερο από το να τα γνωρίσουμε, μας καλεί να αισθανθούμε κι εμείς μαζί του το αδιέξοδο μιας μουσικής, που ενώ κατά βάση είναι λαϊκή, στο τέλος κάθε επόμενης φοράς καταλήγουμε στο ότι μπορεί και να είναι μία απολύτως σοβαρή μουσική, από την οποία μάλλον δύσκολα τελικά θα ξεμπλέξει ο κόσμος, παρά τις υποσχέσεις για τον αιώνια επερχόμενο θάνατο της.

Με όλα αυτά όμως δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να πούμε ότι και καλά ξαφνικά οι Ζέπελιν δεν έχουν καμία σημασία, και ότι είναι για το ανάθεμα όσοι αναζητούν ακόμη περισσότερους ακόμη και στον 80άρη Robert Plant του 2026. Οι Ζέπελιν έχουν και θα έχουν την ύψιστη σημασία για την περίπτωση του Plant και το ξέρει και ο ίδιος και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, κι ας μην μπορώ να τους ακούσω περισσότερο από 2,5 λεπτά. Συνεπώς ας μην κατακρίνουμε τους οπαδούς. Πάντοτε έχουν ένα ορισμένο δίκιο, έστω και στο περιορισμένο πλαίσιο που τους εξαναγκάζει το τυχόν πείσμα τους ως προϊόν άγνοιας.

Τα 3-4 τραγούδια των Ζέπελιν λοιπόν σε όλη αυτή την διαλεκτική του Plant με την διαχρονικό ροκ-εν-ρολ δίκαιο και τις κατά τόπους ερμηνείες του, είναι τα υποστηρίγματα που και ο ίδιος ξέρει ότι χρειάζεται ώστε το κοινό του να του επιτρέπει να το υποβάλλει σε δεύτερες σκέψεις, αλλά ακόμη και να τον συγχωρεί για αυτό. Παρότι βέβαια υπάρχουν πάντοτε και αυτοί που δεν συγχωρούν. Χωρίς τα τραγούδια αυτά, το οικοδόμημα του ενδέχεται μεν να μην καταρρεύσει, αλλά σίγουρα δεν θα πάει πολύ πιο μακριά από αυτό του John Paul Jones για παράδειγμα, ο οποίος καθώς μεγαλουργεί σε ένα ευρέως εννοούμενο περιθώριο, δεν έχει καν την πολυτέλεια να μην τον συγχωρούν και να τον παίρνουν στον κυνήγι οι φαλακροκοτσιδάτοι νοσταλγοί του καθεστώτος, που θα έλεγε και ο φίλος μας ο Τζιρίτας. Για τον Jimmy Page ας τα αφήσουμε να τα πούμε μια επόμενη φορά καλύτερα. Ή και μάλλον, ποτέ.

Για το τέλος θα μας επιτραπεί να πούμε ότι και οι δύο διοργανώσεις (και ειδικά αυτή του Robert Plant) αδίκησαν τον εαυτό τους, καθώς τελικώς δεν δόθηκε η δυνατότητα να μεθοδευτούν όλα τα παραπάνω ενώπιον ενός πολύ ευρύτερου κοινού από αυτό το οποίο τελικά ανέβηκε στον Λυκαβηττό και τις δύο βραδιές.

Παρά τις καχυποψίες στην περίπτωση του Chris Isaak και τις επιμέρους γκρίνιες σε αυτή του Robert Plant, η γενική αίσθηση αποδοχής, υπαγορεύει ότι με ένα ενιαίο εισιτήριο της τάξης των 50 € θα είχαμε μία πραγματικά αθρόα προσέλευση, η οποία άξιζε και με το παραπάνω και για τους δύο. Και όχι απλώς τιμητικά. Ειδικά για την συναυλία του Plant ξαναλέω, η οποία πραγματικά εξαναγκάστηκε σε ασφυξία από τις βαριετέ τιμολογημένες ζώνες, την απαγόρευση ορθίων μέχρι νεότερης ειδοποίησης κλπ κλπ. Πιθανόν αυτή είναι η νόρμα και στις έξω από εδώ συναυλίες του, αλλά ως είδαμε και στο τελικό κάλεσμα του Rock’n’ Roll, εδώ είναι όντως Βαλκάνια.

15/07/2026
Άρης Καραμπεάζης

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

Matmos live ‘Ρε τους (…) τους Matmos’

LIVE REVIEW

Decius/Prolapse live στην Αθήνα, 30 χρόνια μετά το 1996

LIVE REVIEW

Rafael Toral Traveling Light/Spectral Evolution

ΔΙΣΚΟΣ

La Niña Furesta

ΔΙΣΚΟΣ

Sugar for the Pill LUV

ΔΙΣΚΟΣ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

RECOMMENDED

40 κομμάτια από την μουσική Ελλάδα του 2018

40 κομμάτια από την μουσική Ελλάδα του 2018

MIXTAPE
Pram

Η κατάρριψη «προσωπικών» μύθων, Νο 1 : πειραματική μουσική!

ΣΤΗΛΗ
Godspeed You Black Emperor

Godspeed You! Black Emperor Η διαδικασία μιας αργής εξέγερσης

ΘΕΜΑ
22ο έτος
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2000-2021 MiC, All rights reserved. Designed & Developed by E-Sepia