How (live) music works
Και... μπορεί να βρεθείς να σκέφτεσαι, τι συναυλία είναι αυτή που είδαμε; Του Αντώνη Ξαγά
Όταν η κουβέντα έρχεται στις αυτοβιογραφίες κατά βάση ανακαλώ την άποψη εκείνου του παλιού Γάλλου, του Σατωμπριάν, ο οποίος αναφερόμενος στον Ναπολέοντα σημείωνε στο ‘Mémoires d’outre-tombe’ ότι καλώς έκανε και ο επονομασθείς και μέγας στρατηλάτης δεν άφησε πίσω του απομνημονεύματα, οι άνθρωποι του βεληνεκούς του δεν πρέπει να μιλούν οι ίδιοι για τη ζωή τους, αυτό πρέπει να το αφήνουν «στη φωνή των λαών και των αιώνων.» «Μόνο εμείς οι κοινοί άνθρωποι μπορούμε να μιλάμε για τους εαυτούς μας, επειδή, ειδάλλως, δεν θα το έκανε κανένας άλλος». Χμμμμ…. Έβλεπε μπροστά η ρομαντική αυτή φιγούρα του 19ου αιώνα (πριν γίνει τσικνισμένος και κατουρημένος δρόμος της κεντρικής Αθήνας μας).
Νομίζω ήθελα να βρω έναν πιο λόγιο κι επιδεικτικό τρόπο και αιτιολόγηση να πω ότι αποφεύγω τις διάφορες αυτοβιογραφίες, και ειδικότερα εκείνες του καλλιτεχνικού χώρου. Αλλά όπως πάντοτε, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις (που εν τέλει αναιρούν και τον κανόνα).
Στο βιβλίο του με τον φιλόδοξο τίτλο ‘How music works’, ο David Byrne τύποις αυτοβιογραφείται καλλιτεχνικά, ωστόσο αυτό που καταφέρνει είναι να ξεπερνά τις όποιες συνήθεις αυτοαναφορικές ερμηνείες του έργου του (που σπανίως το φωτίζουν αυτό καθαυτό -αν δεν το συσκοτίζουν ή το παραμορφώνουν κιόλας) και τον πειρασμό για ‘ζουμερές’ κουτσομπολίστικες λεπτομέρειες και διευρύνει το βλέμμα του καταλήγοντας σε μερικές από τις πιο οξυδερκείς και πραγματικά ανοιχτόμυαλες παρατηρήσεις και ανατομές πάνω στην μουσική σε όλες τις της εκφάνσεις και λειτουργίες της. Ας σταθούμε έτσι παραδειγματικά στην σελίδα 17 και στην απομυθοποίηση της δημιουργικότητας και ειδικά της εξέλιξης αυτής. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.
Ας περάσουμε όμως και στις …επιφυλάξεις.
….όπου στο μεταξύ έχουν περάσει κάποιες μέρες από την συναυλία του David Byrne στο Ξέφωτο του γνωστού Ιδρύματος, οι εκστατικές ‘τι ζήσαμε’ πομφόλυγες, οι λογιοτατικοί συναισθηματισμοί και ο πάνδημος κατακλυσμός των υπερθετικών έχουν κοπάσει ή μάλλον αλλάξει στόχευση, μεσολάβησαν άλλωστε κι οι συναυλίες των …., του …., της …., συμπληρώστε κατά βούληση, απανωτά τα χτυπήματα και τα θαυμαστά που μας συμβαίνουν (με το πολύ αζημίωτο ασφαλώς), μα τι ζωή είναι αυτή που ζούμε… αλλά που θα πάει, όταν θα περάσει με το καλό κι ο Ιούλιος (the rotting carcase of July που λέει σε ένα φοβερό στιχουργικά κομμάτι του ο Edwyn Collins όπου βάζει στο στόχαστρο τα καλοκαιρινά φεστιβάλ και εξαπολύει βελάκια: τα υπέροχα χίπικα όνειρά σου πεθαίνουν, τα εξαντλημένα μυαλά σου σαπίζουν, ξανασυσκευάζονται, πωλούνται και απολυμαίνονται, ναι, ναι, ναι, είναι το καλοκαιρινό φεστιβάλ, το πραγματικά απεχθές καλοκαιρινό φεστιβάλ)… που θα πάει λοιπόν, θα σχολάσουν τα καλλιτεχνικά δρώμενα που συμβαίνουν στην πόλη μας και οι μαχητές και οι μαχήτριες της μουσικής θα ξαμολυθούν πια στας εξοχάς σαν άλλες ‘μοντέρνες από την Αθήνα’, στους διακοπικούς προορισμούς, το φεστιβάλ θα γίνει πανηγύρι, οι κιθάρες και τα σύνθια θα μπουν στην άκρη για να αναλάβει το κλαρίνο, το βιομηχανικό street food θα αντικατασταθεί από γουρνοπούλα/προβατίνα, μαζί θα έρθει η ώρα της αποθέωσης της όποιας κρυμμένης παραλίας που θα ανακαλύψουν οι Κολόμβοι του άστεος, του ενός βιβλίου (της χρονιάς) που θα είναι ασφαλώς ‘εξαιρετικό’ (γιατί είμαι Εγώ που το διάβασα) και θα έχει και φωτογένεια με φόντο την άμμο και… αχχχ κι εκείνο το ταβερνάκι, κρίμα που είμαι εδώ και δεν είστε εσείς εδώ, ‘μα τι ζούμε’, έτσι είναι όμως στη ζωή του υποψήφιου burned out χαμστερακίου, κάθε εμπειρία (ή φέτα;) ζωής που ξεφεύγει από τον τροχό της καθημερινότητας πρέπει, οφείλει να είναι, δεν μπορεί να μην είναι, είναι αδιανόητο να μην είναι τίποτε λιγότερο από… εξαιρετική. Κατ’ εξαίρεση. Χωρίς κανόνα. Από κάθε άποψη.
Επανέρχομαι όμως… Στο μεταξύ έχουν περάσει κάποιες μέρες από την συναυλία του David Byrne, και αξίζει να παραμερίσουμε λίγο τον επικοινωνιακό θόρυβο και να βάλουμε μερικά (κάμποσα) λόγια αλλά και λόγους στα ‘δεν έχω λόγια, δεν υπάρχουν λόγια’ σχόλια. Να αναζητήσουμε ένα ‘γιατί’; δηλαδή. Κι ας διατηρώ την άποψη ότι στην τέχνη και ειδικά στην πρόσληψή της δεν υφίσταται η έννοια του ‘επιχειρήματος’, τουλάχιστον με την στενά επιστημονική του διάρθρωση, μια απάντηση στο ερώτημα ‘γιατί;’, ‘γιατί έτσι μου αρέσει’ (σαν παραπομπή σε παλιά αφρώδη διαφήμιση) είναι ήδη ένα επιχείρημα επαρκές και ακλόνητο απ’ όλα τα ‘επιχειρήματα’ του κόσμου. Και η αισθητική συγκίνηση, ειδικά όταν είναι γνήσια και πηγαία, δεν έχει αριθμητικό μέτρο για να μπαίνει σε συγκρίσεις και ανισώσεις. Ωστόσο η αναζήτηση απάντησης ακόμη κι ενός ερωτήματος το οποίο δεν έχει (μια) απάντηση έχει την δική της αυταξία. Αν κοτζάμ φιλοσοφία και επιστήμη αν το καλοσκεφτεί κανείς με μη απαντήσιμα ερωτήματα ασχολούνται, δικαιούμαστε κι εμείς να θέτουμε κάποια ποιο ταπεινά (αλλά ίσως εξίσου αναπάντητα).
Οπότε... Πως λειτουργεί η μουσική ζωντανά κατά την οπτική του σημερινού Byrne; (τον οποίο ειρήσθω εν παρόδω (δεν) τον έχουμε δει κάμποσες φορές στα μέρη μας, ακόμη και στα ντουζένια του, με τους Talkings Heads αλλά και σόλο, κάποιες φορές και σε μισοάδειο σκηνικό – και χωρίς ανάλογες υπερχειλίσεις ενθουσιασμού στα ρεπορτάζ της εποχής –που κάτι λέει ακόμη και για το ίδιο το μουσικογραφιάδικο σινάφι και για τον τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας – πέραν του γνωστού συνδρόμου της δωρεάν πρόσκλησης).
Από αυτό λοιπόν που είδαμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, έχουμε να κάνουμε με την μετάλλαξη της συναυλίας σε θέαμα και θεατρικό δρώμενο. Κι επειδή εδώ μιλάμε με καθαρά αμερικάνικους όρους, να μιλήσουμε για σώου και μιούζικαλ; Που κι αν το μιούζικαλ έχει γερές ρίζες στην ευρωπαϊκή όπερα (ή ακριβέστερα στην οπερέτα), οι Αμερικανοί το εξέλιξαν και το μεταμόρφωσαν σε κάτι πολύ διαφορετικό που ξανακατέκτησε μαζικά τον κόσμο (που το μετέφρασε και μετέφερε και στα μέρη μας με αξιόλογη οπτική και αισθητική προσέγγιση με τα χορευτικά του και τα υπερκορεσμένα χρώματα ένας Δαλιανίδης … και η αναφορά εδώ ας σημειωθεί δεν είναι εντελώς άσχετη ή παράταιρη).
Ασφαλώς κάποιος θα μπορούσε να κάνει την παρατήρηση ότι εξ ορισμού η κάθε συναυλία ενέχει και στοιχεία θεατρικότητας, και πράγματι για να τον αντέξει η σκηνή ένας καλλιτέχνης με αξιώσεις πρέπει να διαθέτει ένα εξωμουσικό ‘υποκριτικό’ και επικοινωνιακό χάρισμα (εξού και θεωρώ ύψιστη αδικία –πέραν της παραμέτρου των αστάθμητων μη ελέγξιμων παραγόντων- να κρίνεται η αξία ενός μουσικού από το εάν αυτός είναι «καλός/ή στη σκηνή». Συμφωνεί και ο Byrne σ’ αυτό– βλέπε βιβλίο, σελίδα 23).
Ας σημειώσουμε επίσης ότι αυτή η τάση του Byrne δεν είναι διόλου όψιμη, ανέκαθεν είχε επιδείξει ενδιαφέρον και είχε αποκαταστήσει συνδέσεις όχι μόνο φυσικά με την έντονη θεατρική σκηνή της Νέας Υόρκης, downtown, off και …on Broadway, από την πιο mainstream μέχρι την πλέον πειραματική, από τον Robert Wilson μέχρι το Mabou Mines, αλλά κάποια στιγμή ανοίχθηκε (ειδικά τους καιρούς που ανίχνευε τις οδούς προς τον Τέταρτο κατά Hassell Κόσμο) και σε πιο εξωτικές επιρροές (χοροί του Μπαλί, ιαπωνικό θέατρο, μαμά Αφρική κοκ), τις οποίες και ενσωμάτωσε στις συναυλίες των Talking Heads ήδη από την πρώιμη εποχή, αναζητώντας διαρκώς νέους τρόπους παρουσίασης της έτσι κι αλλιώς απαιτητικής για ζωντανή εκτέλεση πολυστρωματικής μουσικής τους (προς επίρρωση όλων τούτων να σημειώσουμε ότι και στο βιβλίο του αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο «My life in performance”, βλέπε σελίδες 31-73).
Η παράσταση λοιπόν (ας μείνουμε σε αυτόν τον όρο) που έφερε τον τίτλο «Who Is The Sky?» είναι ένα εντυπωσιακό πολυμεσικό δρώμενο όπου η μουσική υπηρετεί (έμφαση στο επίθετο) μια χαλαρή κεντρική ιδέα ‘πανανθρωπισμού’. Η εκτέλεση υποστηρίζεται από εκπληκτικής ευκρίνειας προβολές και επί σκηνής από –μαζί με τον Byrne- 13 νοματαίους και νομάτισσες (‘σήμερα μάθαμε ότι ο Byrne δεν είναι προληπτικός’ σχολιάζει ο Δημήτρης Κάζης δίπλα μου), μουσικούς και χορευτές και τραγουδιστές, σε διαρκή κίνηση και χορογραφημένη εναλλαγή απόλυτα μελετημένη. (Μικροί) τυμπανιστές και κρουστοί και πνευστά και σύνθια και κιθάρες, όλα φορητά, ούτε μικρόφωνα ούτε ενισχυτές ούτε μόνιτορ, όλο το σύνολο σε συντονισμό και ντυμένο στα μπλε, νεότατοι και νεότατες και με προφανή συμπεριληπτική διάθεση επιλεγμένοι, όργωναν την σκηνή πέρα δώθε σαν… απεντοπισμένα ηλεκτρόνια (θα τα άξιζαν τα βαρέα και ανθυγιεινά ένσημα) δίνοντας από την μία μια ζωντάνια (θυμίζοντας κι ότι μια συναυλία είναι και ζωντανή μουσική/οί και όχι απλώς θωπείες σε κομβία και πλήκτρα) αλλά από την άλλη μια επιθετική για το βλέμμα και περισσότερο …σκεδαστική παρά δια-σκεδαστική για τον νου δράση. Κι ανάμεσα τους ακάματος ο ετών 74 Byrne να καταφέρνει να εντάσσει τον εαυτό του σε ένα αρμονικό σύνολο παραμένοντας ο ίδιος βέβαια στο επίκεντρο, θυμίζοντας ενίοτε κονφερασιέ σε παλαιάς κοπής βαριετέ, με τις παρεμβάσεις του στα τραγούδια, τις ιστορίες, τα σχόλια, και το χιούμορ του να δίνει πινελιές και να διασώζει και κάποιες φορές τις όποιες διδακτικές τάσεις (βλέπε παρακάτω).
Από την αρχή της παράστασης με ένα απογυμνωμένο ‘Heaven’ (εποχής του ‘Fear of music’, το οποίο εκπροσωπήθηκε άξια κι από ένα ‘Life during wartime’ κι από ένα ‘Air’, όχι φευ από ένα ‘Cities’) μέχρι και το ‘Psycho killer’ ‘καις κεσέ’ (συγνώμη…), οι επιλογές ανθολόγησαν διάφορες περιόδους, το κριτήριο ήταν και προφανώς η ένταξη στον εννοιολογικό άξονα της παράστασης, δεν έλειψε κομμάτι (‘Strange overtones’) που φέρει συνεργατική σφραγίδα του Brian Eno (πως θα μπορούσε άλλωστε;), ωστόσο όλο και κάποια σίγουρα θα πεθύμησε ένα ‘Road to nowhere’ ή ένα ‘The lady don't mind’ από την απροκάλυπτα ποπ περίοδο τους. Πάντως δίπλα σε τόσο(α) σπουδαία κομμάτια, εκείνα από την προσωπική του πορεία, ειδικά τα πρόσφατης σοδειάς, κατέληξαν να φαντάζουν απελπιστικά αδύναμα και χλωμά, τα διέσωζε μόνο η δυναμική και επιβολή του θεάματος.
Η παράσταση έκλεισε με το χορευτικό τέλος του ‘Burning down the house’ (όπου θυμήθηκα το ίδιο κομμάτι πριν από χρόνια χορογραφημένο από τους επίσης Νοεϋορκέζους Momix) με την σκέψη ότι το ‘house’, το σπίτι, είτε ως υλική αντικειμενική υπόσταση, είτε ως αρχιτεκτονικό δημιούργημα (ακόμη και ως …γεννήτρια ήχων), είτε ως συμβολική έννοια, ως καταφύγιο αλλά και ως ασφυκτικό όριο, κατέχει κεντρική θέση στη διαχρονική στιχουργική του Byrne, η οποία ανέκαθεν είχε ξεφύγει από το κλασικό ‘σε θέλω με θέλεις δεν σε θέλω δεν με θέλεις’ πλαίσιο και είχε εστιάσει σε άλλη θεματολογία, ειδικά στο αστικό τοπίο, στα κτίσματα και τις αλληλεπιδράσεις του(ς) με τον άνθρωπο (στάση που του έδινε σχεδόν στερεοτυπικά χαρακτηρισμούς όπως ‘ιδιοφυία’ και ‘εγκεφαλικότητα’). Βέβαια η έννοια του ‘my house’ είναι κεντρική για την αμερικάνικη ιδιοσυστασία, με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αποτελεί π.χ. το ‘κεραμίδι πάνω από το κεφάλι’ στα δικά μας μέρη, εκκινώντας από την λατρεία της ατομικής ιδιοκτησίας ως απόλυτης κατοχής, της απόκτησης του σπιτιού ως απόδοση κοινωνικής ταυτότητας, ταξικής ανόδου και επιβεβαίωσης (ξεχνάμε ότι η καταστροφική παγκόσμια Κρίση του 2008 από την αμερικάνικη στέγη ξεκίνησε;), ούσα πυρηνικό συνθετικό της «American Utopia» και του αμερικάνικου ονείρου. Με όλα αυτά έχει ‘παίξει’ μέσα από διάφορες σκοπιές και κριτικές οπτικές κατά καιρούς και ο Byrne (ας μην καθίσουμε να απαριθμήσουμε κομμάτια, είναι πολλά, ας μνημονεύσουμε μόνο τα ‘This Must Be the Place’ ‘Everybody’s Coming to My House’ και ‘Once in a lifetime’, που τα ακούσαμε κιόλας), σε μια πορεία τον έφερε και τον ίδιο από τα πρώτα πιο φτωχικά ‘communal lofts’ του 1974 στο κομψότατο πανάκριβο loft του σήμερα, το οποίο και μας παρουσίασε περήφανα στο κομμάτι ‘My apartment is my friend’ σε μια από τις μάλλον cringy (μουσικά και όχι μόνο) στιγμές της παράστασης (όπου τουλάχιστον αναρωτήθηκε κάποια στιγμή αυτοκριτικά «am I privileged?» Ρητορικό το ερώτημα).
«Επαγγελματική νίκη» σχολίασε φίλος μετά το λάιβ των Pet Shop Boys λίγες μέρες μετά (μα τι ξαναζήσαμε!), σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή σαν απάντηση ότι σε αυτές τις κλίμακες και τα μεγέθη, δεν γίνεται αλλιώς, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει χώρος για ερασιτεχνισμούς, για απρόοπτα και αυθόρμητα, για happy (ή μη) accidents, τα συμβόλαια είναι βαριά, όλα είναι υπολογισμένα και μετρημένα στο δευτερόλεπτο, από την ατάκα και το αστείο μέχρι το δάκρυ και το ξέσπασμα.
Και φυσικά αν μείνουμε σε επίπεδο διάθεσης…. ο κόσμος ‘πέρασε καλά’, κουνήθηκε, χόρεψε (είναι κι αυτός ο ακαταμάχητος παλμός του funky μπάσου), τραγούδησε (όσα ήξερε), πόσταρε, συναντήθηκε στην (ψευδ)αίσθηση της κοινότητας κι είχε να λέει ότι είδε κι έναν θρύλο του παρελθόντος επί σκηνής, δεν χρειάζεται και πολλά παραπάνω μια επιτυχημένη βραδινή έξοδος. Κι επιπλέον, ακόμη βασικότερο, που εξηγεί εν μέρει και τον ενθουσιασμό… ταυτίστηκε. Τα ήπια ανθρωπιστικά μηνύματα (με σαφή αντι-τραμπ υποδήλωση βεβαίως βεβαίως) του Byrne, άλλοτε σε μορφή παρλάτας κι άλλοτε συνθήματος (η απόλυτη στιγμή ‘σηκώστε τα κινητά σας και φωτογραφήστε’ το ‘Make America gay again’) έπεφταν σε γόνιμο προετοιμασμένο έδαφος, κανένας δεν χρειάστηκε να πειστεί και κανένας να αντιδράσει. Δεν είναι άλλωστε κανένα από αυτά το ζητούμενο ούτε το επιθυμητό.
Κι είναι τούτο ένα φαινόμενο αμφoτερόπλευρο: από την μία η άποψη που έχουν υιοθετήσει πολλοί και πολλές μουσικοί, ειδικά μέσα στο ασφυκτικά υπερ-πολιτικοποιημένο κλίμα των καιρών, ότι οφείλουν από την εκ του άμβωνος που κατέχουν εξ ορισμού όχι μόνο να παίρνουν ‘θέσεις’ και να πιάνουν ‘ταμπούρια’ αλλά και ακόμη πιο πέρα, να μας κάνουν ‘καλύτερους ανθρώπους’ (ότι κι αν σημαίνει αυτό). Κι από την άλλη, από κάτω, εμείς, ο κόσμος, να αποζητάμε σαμάνους, κιθαρωδούς-ραψωδούς με ενορατικές ιδιότητες για να δώσουν ένα νόημα στον κόσμο, ειδικά σε εποχές που υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση ότι ο κόσμος έχει σταματήσει να ...making sense (που μεταξύ μας, ποτέ δεν είχε ούτε θα έχει ποτέ, αλλά ας μην ανοίξουμε αυτή την κουβέντα τώρα). Περισσότερο όμως να μας διαβεβαιώσει ότι έχουμε την σωστή άποψη, ότι βρισκόμαστε από την περίφημη σωστή πλευρά της ιστορίας. Εν προκειμένων όμως, και πέραν της όποιας συμφωνίας (ή και μη) με τα εκπεμπόμενα μηνύματα, κάτι με τσιγκλάει. Είναι μάλλον που φρονώ ότι αν, αν λέω, οφείλει κάτι η τέχνη, αυτό είναι να στήνει γέφυρες, να έχει αμφισημίες, πολυσημίες, αντιφάσεις, να φωτίζει τις σκοτεινές γωνίες και σκοτεινιάζει τις φωτεινές, να σκαλίζει τις ρωγμές της βεβαιότητας, να παρηγορεί τα χάσματα της αβεβαιότητας, να υπερβαίνει δίπολα και διλήμματα, να αποφεύγει κατηχήσεις, in your face μηνύματα, δόγματα του σοκ και σφιγμένες γροθιές.
Και δεν ξέρω αν, όπως επαναλάμβανε διαρκώς ο Byrne (που για το δίκαιο του πράγματος στον John Cameron Mitchell πρέπει να χρεωθεί η ατάκα) η αγάπη και η καλοσύνη είναι το νέο πανκ (εδώ που τα λέμε, γιατί όχι η νέα …τζαζ; πάνω που (δεν) ξεμπλέξαμε με την οικειοποίηση και το ξεχείλωμα του/της ροκ για πάσαν νόσο, μπλέξαμε και με το πανκ τώρα;), πολύ αμφιβάλλω ωστόσο. Όχι μόνο βάσει εμπειρικών διαπιστώσεων όπου η σύγκρουση των σωστών ‘εναλλακτικών’ γούστων και της επιδεικτικά πολιτικά ορθής εικόνας στα κοινωνικά μέσα με την πραγματικότητα και με την συμπεριφορά στο καθημερινό ανθρώπινο επίπεδο είναι ενίοτε σφοδρή και μετωπική και δεν αφήνει τίποτε όρθιο. Είναι που έτσι κι αλλιώς πιστεύω (πια) ότι η μουσική δεν σε κάνει καλύτερο, αλλά ας μην ανοίξουμε και αυτή την κουβέντα τώρα…
Μια παράσταση ήταν εν τέλει... και πάμε παρακάτω, η ζωή συνεχίζεται και the heat goes on… (από το ‘Born under punches’ που ούτε αυτό το έπαιξε, κι ας είναι το αγαπημένο μου ‘προσωπικά’). Τούτο ερμηνευόμενον κατά βούληση…




