Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχική
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ

Decius/Prolapse live στην Αθήνα, 30 χρόνια μετά το 1996

Ευθυκρισία και συναισθηματισμός, μεγέθη τελικά αντιστρόφως ανάλογα; Και πότε τοποθετείται αυτό το περιβόητο 'Τώρα' που συμβαίνει; Του Άρη Καραμπεάζη

Το 2026 ξεκίνησε, και συνεχίζεται, με συναυλίες που υπό την απαραίτητη δόση υπερβολής θα μπορούσε και να χαρακτηριστούν ως εγχώρια indie/alternative (περισσότερο το πρώτο/λιγότερο το δεύτερο) παλιγγενεσία. Σχεδόν απρόσμενη θα λέγαμε, καθώς πρόκειται για το ροκ παρακλάδι εκείνο για το οποίο στη διάρκεια του χειμώνα, εδώ και αρκετούς χειμώνες, μετράμε τα συνήθη πολυκαιρισμένα κεφάλια, ενώ από πολλούς θεωρείται πρακτικά ‘πεθαμένο’ και υπάρχουν και κάποιοι που βλακωδώς επιχαίρουν κιόλας για αυτόν τον υποτιθέμενο θάνατο.

Θα μου πεις βέβαια και πέρσι οι Inspiral Carpets το είχανε γεμίσει το Gagarin, και μια χαρά τα είχανε πάει και στη Θεσσαλονίκη, όπου γενικώς οι συναυλίες πάσχουν, συνεπώς μήπως άδικα η τόση παραφιλολογία;

Εστιάζοντας στο ότι ενώ οι Carpets εδώ και πολύ πάνω από δύο δεκαετίες ανερυθρίαστα υπάρχουν ως σχεδόν ατόφια nostalgic act (τύπου Neil Sedaka σε μετάκληση Μαστοράκη για πρωτοχρονιάτικο σώου του Ant1 το 1992), ενώ και τα δύο σχήματα στα οποία αναφερόμαστε εδώ τα έχουμε ‘πιάσει’ σε συνεντεύξεις να (μην) ομολογούν ότι κοιτάνε μεν στο παρελθόν, αλλά πάντως με όχι νοσταλγικές διαθέσεις και προθέσεις, αναρωτιόμαστε αρχικά καλόπιστα γιατί τέλος πάντων αποστρέφονται όλοι, πλην του Θ.Π., με τέτοια εμμονή την νοσταλγία, τι δήθεν κακό τους έχει κάνει (;), και πάμε να δούμε τι ίσχυσε τελικά στην πραγματικότητα.

Και τα δύο live εκκινούν οργανωτικά από ένα παραδοσιακού τύπου indie ήθος, προσαρμοσμένου βέβαια στα ήθη του σήμερα, καθώς αμφότερα διοργανώθηκαν όχι τυχόν από τους επαγγελματίες διοργανωτές συναυλιών που έχουμε συνηθίσει, αλλά από άλλους, τους οποίους γενικευτικά ίσως, αλλά πάντως όχι αυθαίρετα, θα μπορούσαμε να εντάξουμε στην έννοια της ομάδας μουσικόφιλων, στα όρια του μη κερδοσκοπικού.

Τα πρώτα live της νεοσύστατης μεν ομάδας ΠΩΡΩΣH, από τα σπλάχνα της Arte Fiasco δε όμως, που ήταν η τελευταία άξια λόγου indie παρέα οργάνωσης συναυλιών των late 00s-early 10s, κινήθηκαν ανάμεσα στο άκρατα πειραματικό (και θα συνεχίσουν έτσι με το πείραμα Xiu Xiu # Nosferatu) και κορυφώθηκαν με το ασφυκτικά γεμάτο An Club για χάρη της μετά- trainspotting-ής ημικολεκτίβας των Λονδρέζων Decius.

Για την ομάδα που εδώ και αρκετά χρόνια κυκλοφορεί με συνέπεια το έντυπο φανζιν Lung, και απασχολείται τόσο με το να καταγράφει τον εναλλακτικό ήχο του σήμερα, όσο (ίσως και περισσότερο) με το να απογράφει εκ νέου το γνωστό και άγνωστο παρελθόν του, με παθιασμένο μεν τρόπο και γνώση, αλλά πάντως κατά το σύνηθες διθυραμβικά, και με διακριτική αποφυγή συγκρουσιακών καταστάσεων και θαρραλέων κριτικών αποτιμήσεων, τόσο εντός, όσο και εκτός συνόρων, η συναυλία των ομοίως βρετανών Prolapse ήταν η πρώτη μετάκληση ‘ξένου ονόματος’, και είναι σημαντικό το ότι στέφθηκε με τέτοια επιτυχία, και εμπορική και συναισθηματική, για κοινό, διοργανωτές και πρωταγωνιστές (οι τελευταίοι μάλλον θα παραμιλάνε για καιρό και μέχρι τουλάχιστον να επιστρέψουν στα μέρη μας). Μάλιστα έγινε σε σύμπραξη με το Threechords Record Store από την Βουλγαρία, με αποτέλεσμα οι Λεστεριανοί να τύχουν ενός mini Balkan tour με αφετηρία τη Σόφια και κατάληξη την Αθήνα, μέσω Θεσσαλονίκης.

Κάπου εδώ όμως, είμαστε καλώς ή κακώς υποχρεωμένοι να τελειώσουμε με τα ωραία (που πάντως, επαναλαμβάνουμε, δεν είναι αμελητέα, ούτε αυτονόητα) και να εστιάσουμε στην ουσία των όσων είδαμε και ακούσαμε σε κάθε μία από τις δύο συναυλίες, που περισσότερο από ότι ενθουσίασαν, κατάφεραν να ενώσουν και πάλι το κοινό τους εις σάρκα σχεδόν μία, παρότι δεν μιλάμε ακριβώς για το ίδιο κοινό, αλλά τα κοινά σημεία υπερτερούν ασφαλώς της όποιας διαφοροποίησης.

Γενικώς στην pop/rock επικαιρότητα είναι από υπερεκτιμημένη έως εντελώς αυθαίρετη η έννοια του ‘τώρα που συμβαίνει’. Νομίζω μάλιστα, ότι και πρόσφατα τα λέγαμε αυτά, αλλά οι Decius είναι ένα πρώτη τάξης παράδειγμα για να τα επαληθεύσουμε. Ξεχειλίζοντας από πάθη, ενέργεια, ιδρώτα και καλά οργανωμένη εκκεντρικότητα, επενδύοντας στο attitude (ή καλύτερα στην έλλειψη αυτού) και όντας πράγματι ένα αμιγώς club act, που όμως βρέθηκε στην άβολη θέση του να πρέπει να δίνει ροκ συναυλίες (ούτε οι πρώτοι είναι βέβαια, ούτε οι τελευταίοι), είναι σχεδόν φυσιολογικό να πρεσβεύουν, να είναι και να ανταποκρίνονται μουσικά στο απόλυτο τίποτε.

Το παραπάνω ειδικά για την περίπτωση των Decius δεν είναι απαραίτητα κακό, καθώς με τον τρόπο τους, πρώτοι από όλους οι ίδιοι μοιάζουν να θέλουν να αποτινάξουν από πάνω τους οποιαδήποτε προσδοκία, είτε αυτή προέρχεται από βαλσαμωμένους οπαδούς των Daft Punk, είτε ακόμη και από μελετητές των επανεκδόσεων του Patrick Cowley στην Dark Entries, δηλαδή σε κάθε περίπτωση πρώτα από εγκυκλοπαιδιστές και κατόπιν από (πρώην) clubbers, daft ή και μη, τουλάχιστον στα καθ’ ημάς.

Το set τους ακούστηκε και ήταν πράγματι ασυνάρτητο, όχι δήθεν στο βωμό κάποιας ιερής πέρα-πανκ αναρχίας, που καταργεί μουσικά όρια και κανόνες, αλλά ως το απολύτως αναμενόμενο αποτέλεσμα της κόπιας εκείνη που έρχεται να κοπιάρει το τόσες φορές κοπιαρισμένο, που κανείς δεν θυμάται πλέον που ακριβώς έχει πεταχτεί το περιβόητα θρυλικό πρωτότυπο. Δεν ξέρω κατά θεωρείται ήδη δόκιμη η έννοια του παλιορέηβερ, όπως κάποτε εκείνη του παλιοροκά, αλλά δεν βλέπω και τον λόγο να την αντιμετωπίσουμε με συμπάθεια, επειδή είναι πιο κοντά στα πιστεύω μας, από ότι ήταν το 1996 το νιοστό reunion των Deep Purple.

Σε όλη τη διάρκεια της, η εμφάνιση των Decius παρέμεινε υποκειμενικά και ομαδόν συναρπαστική, αλλά πάντως εσωτερικά κούφια και χωρίς τελικά το απαραίτητο πυρ, όχι υπό την έννοια της έλλειψης νοήματος, αλλά περισσότερο ως μια ομαδική αυθυποβολή στα όρια της παράκρουσης. Σαν να φτιάχτηκαν για ένα μόλις βράδυ, προκειμένου να πείσουν ένα μεγάλο κομμάτι της πάλαι ποτέ εναλλακτικής Αθήνας, που αγναντεύει τα όρια της επόμενης ηλικίας από τα βάθη της καλοστεκούμενης μεσόκοπης, αναρωτώμενη αν ο χορός και ο ιδρώτας είναι ικανά στοιχεία να σε επαναφέρουν σε κάποιο αόριστο status faux νεότητας, και αποφαινόμενη πως ναι, τουλάχιστον μέχρι το επόμενο πρωί, με την πραγματικότητα να παραμονεύει και το φαντασιακό της επανεκκίνησης να υπαναχωρεί.

Για τους Prolapse από το Λέστερ (οι Σέρρες της Αγγλίας, θα μπορούσαμε να πούμε, αν κρίνουμε και από την ακατάληπτη προφορά στο διαλογικό κομμάτι της βραδιάς, αλλά εκεί έχουν πάρει και ένα πρωτάθλημα όσο να πεις, ενώ οι Σέρρες και πάλι προς την βήτα τραβούν), υπάρχει η γενική αίσθηση ότι ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν σε ένα απροσδιόριστο χρονικό σημείο, κάπου εκεί ανάμεσα στο όταν τους θεωρούσαμε το σπουδαιότερο κιθαριστικό ροκ γκρουπ του Νησιού και στο όταν μας προσγείωσε μουδιασμένα ο αμέσως επόμενος δίσκος τους, με τα φαντάσματα και τα νεκρά αεροπλάνα, αλλά χωρίς τον ανεξέλεγκτο αέρα της σημαίας. Συνεπώς, υποτίθεται αδικήθηκαν ή και αδίκησαν εαυτούς, όπως και να έχει κρέμεται από πάνω τους το πάντοτε αδιόρατο νήμα της ροκ αδικίας, που 9,9 στις 10 φορές υπάρχει στα χαρτιά και μόνο (το 0,1 ανήκει στους U.S. Maple, ως γνωστόν).

Η αλήθεια είναι ότι οι Prolapse όχι απλώς το διέλυσαν το μαγαζί κάπου εκεί στο σφύριγμα της λήξης των 90s, αλλά πράγματι εξαφανίστηκαν από προσώπου γης, όπως άλλωστε διαπιστώνουμε από το ότι και οι ίδιοι ακόμη από την τελευταία εικοσαετία ουδέν άλλο μνημονεύουν παρά μία εμφάνιση σε ένα γάμο, μία άλλη σε μία ‘μικρή pub’ και μια μικρή βοήθεια προς τους Mogwai να σταθούν στα πόδια τους (όλοι κουβαλάμε τις αμαρτίες μας, ας μην κρίνουμε).

Κανένα Primavera Sound δεν τους θυμήθηκε ποτέ (ναι λες και θυμήθηκε τους The Ex), ενώ παράλληλα τους κατάπινε η κατάρα του ‘9 to 5’ ωραρίου εργασίας, που στα βρετανικά ροκ δρώμενα είναι το αντίστοιχο του δικού μας φανταρικού και τελικώς ακόμη και το ότι έχουν επιστρέψει δεν τους φαίνεται και τόσο ελπιδοφόρο. Πάντως το ότι δεν είχαν έρθει ποτέ στην Ελλάδα, όπου τους περίμενε ένα status ανάλογο με αυτό των Puressence, το λες και την πλέον άτυχη συγκυρία, της ούτως ή άλλως όχι και τόσο τυχερής πορείας τους.

Τα ένθερμα νέα από την εμφάνιση στη Θεσσαλονίκη είχαν ήδη φτάσει από την προηγούμενη βραδιά, το μικροκλίμα υπήρχε ούτως ή άλλως για ένα γκρουπ που όλοι θέλαμε να έχουμε δει, αλλά σχεδόν κανένας δεν είχε δει και κάπως έτσι η ουρά έξω από την Αρχιτεκτονική ήταν ακόμη της υπομονής ενώ οι Bokomolech βρίσκονταν ήδη στα μισά του set τους (δεν θα μπούμε στον κόπο να σχολιάσουμε εκ νέου το εν λόγω venue, ελπίζουμε πραγματικά το μίσθωμα να μην είναι πάνω από 100 € τη βραδιά, ώστε να υπάρχει ουσιαστικός λόγος να συνεχίσουν να γίνονται εκεί συναυλίες). Τελικώς παρότι η παράταση της ουράς οφείλονταν περισσότερο σε τεχνικά ζητήματα, παρά στην προσέλευση αυτή καθαυτή, ο χώρος όχι απλώς γέμισε εντός ορίων μη ενοχλητικού sold out, αλλά και υπήρχε στον αέρα αυτή η αίσθηση μεγάλης αναμονής που επίκειται οπωσδήποτε να εκπληρωθεί, που συνήθως προμηνύει ένα συναισθηματικά επικερδές live, ανεξάρτητα από την επί σκηνής απόδοση του γκρουπ.

Όπερ και εγένετο δηλαδή. Τα πρώτα 20’-25’ κύλησαν ομαλά και ευχάριστα, με ένα γκρουπ που επί σκηνής έδειχνε περισσότερο σαστισμένο, παρά αποφασισμένο, από την υποδοχή που του επιφυλάχθηκε, με ένα κοινό που δικαίως ή αδίκως, δεν έχει και τόσο σημασία, είχε προ-αποφασίσει να μην επιδείξει έστω και το παραμικρό σημάδι αντίστασης στην επικράτηση κάθε συναισθηματικής ορμόνης έναντι έστω και ίχνους ευθυκρισίας, αλλά και πάλι είχες την αίσθηση ότι βλέπεις και ακούς ένα συγκρότημα σε μία γενική πρόβα, που την αμέσως επόμενη φορά, ίσως και να είναι καλύτερη, αλλά σίγουρα δεν θα είναι τόσο καλή, που να τους επιτρέψει να κατακτήσουν τον κόσμο, που πάντοτε (πρέπει να) είναι το ζητούμενο της κάθε ροκ ουτοπίας .

Στις πρώτες μη νότες του ‘Slash/Oblique’ και κυρίως στο σημείο που τα περιβόητα διπλά/αντιθετικά φωνητικά συνέχισαν να ακούγονται σαν χορωδία ατίθασου, αλλά πάντως νηπιαγωγείου, ήταν ευχερές να κατανοήσει κανείς (μη παρασυρόμενος από τα συναισθήματα του) μια και καλή τους λόγους για τους οποίους ενώ οι Prolapse ήταν και θα παραμείνουν πάντοτε ένα υποκειμενικά σημαντικό συγκρότημα, δεν έγιναν και δεν θα γίνουν ποτέ ένα πραγματικά σπουδαίο συγκρότημα. Το αν αδικήθηκαν τελικά ή όχι, νομίζω ότι το έχουν απαντήσει ήδη οι ίδιοι, και δεν αναφερόμαστε εδώ στην επί σκηνής απόδοση τους.

Είναι απορίας άξιο δηλαδή το πως και γιατί ένα συγκρότημα που υπάρχει εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, στην πράξη δεν έχει καταλήξει ακόμη στο πως θα σταθεί επάνω στη σκηνή, αποδίδει τα περισσότερα τραγούδια του με περίσσιο πάθος και ένταση μεν, αλλά πάντως με τον τρόπο που θα το έκανε αντ’ αυτών και ένα οριακά μέτριο tribute act προς αυτούς, δηλαδή ακριβώς σαν να είναι τραγούδια που ενώ έρχονται από μέσα τους, στην ουσία τους και στην τεχνική τους πραγματικότητα, τόσες δεκαετίες μετά, δείχνουν να μην τα έχουν κατακτήσει με τον τρόπο που τους πρέπει. Κοινώς, οι ίδιοι αδικούν το υλικό τους με μία τέτοια απόδοση σχεδόν ομολογημένα μειωμένη.

Στον εύλογο αντίλογο περί του ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με χαοτικό και θορυβώδες εναλλακτικό ροκ, και όχι με παλαιολιθικές τεχνικούρες που απαιτούν εκτελεστική αρτιότητα εις βάρος του πάθους και της οργής, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να πούμε πολλά εν έτη 2026. Το εναλλακτικό ροκ είναι μία παλαιολιθική πραγματικότητα ούτως ή άλλως, και ενώ όσοι είχαν την τεράστια τύχη να δουν έστω και μία φορά επί σκηνής τους Shellac, όχι μόνο του τεράστιου Albini, αλλά και των παικταράδων ολκής Weston και Trainer, που ήξεραν πως και γιατί να οργανώσουν το χάος της αντι-τεχνικής, ως μία νέα ολοκληρωμένη τεχνική πρόταση, που συνθλίβει όχι μόνον κάθε μουσειακό ροκά, αλλά και κάθε νεόκοπο τεμπέλη, που δεν κάθεται να παιδευτεί λίγο στο πλαίσιο μιας δήθεν ροκ ελευθεριότητας, ξέρουν ήδη σε τι ακριβώς αναφερόμαστε όταν είμαστε στη δυσάρεστη θέση να διαπιστώσουμε ότι οι Prolapse επί σκηνής είναι ένα ροκ γκρουπ ελάχιστων ικανοτήτων.

Έχω την αίσθηση μάλιστα, ότι περί αυτού την κύρια ευθύνη φέρει o Mick Derrick ο οποίος έχοντας, ίσως και εξαναγκασμένα δεν λέμε, αποφασίσει ότι οι Prolapse δεν είναι ένα επαγγελματικό ροκ γκρουπ, δυστυχώς καταλήγει να τους υποβιβάζει, ασυνείδητα και δια παραλείψεως, σε ένα γκρουπ-φάντασμα, που αν δεν είχε την αύρα των στουντιακών επιτευγμάτων του παρελθόντος, με δυσκολία θα έπαιζε ακόμη και σε ερασιτεχνική κατηγορία. Οι μουσικοί γύρω και δίπλα του, στέκονται ένα-δυο σκαλοπάτια παραπάνω από αυτό, αλλά ακριβώς τόσα, όχι περισσότερα.

Παρασύροντας σε όλο αυτό μάλιστα και την κατά τα άλλα όχι απλά συμπαθή, αλλά και ξεκάθαρα πιο συνειδητοποιημένη για τα δρώμενα του γκρουπ, Linda Steelyard, σε σημείο που όχι μόνο οι διάλογοι, αλλά και οι ίδιες οι εσωτερικές ιστορίες των τραγουδιών, σχεδόν αποσυντίθενται επί σκηνής, δείχνοντας με επικίνδυνο τρόπο την έξοδο κινδύνου προς την διάλυση του μύθου των Prolapse, τουλάχιστον σε όσους είναι έτοιμοι να την αποδεχτούν. Διότι μπορεί και να μην είναι ποτέ έτοιμος κάποιος για κάτι τέτοιο, πράγμα που επίσης μπορούμε να το αποδεχτούμε, καθότι είναι βεβαιωμένο πλέον ότι οι διαρκείς παρατάσεις της σχέσης των οπαδών του με το εναλλακτικό ροκ, μόνο δια της τυφλής πίστης μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Από εκεί και πέρα, είναι απολύτως θεμιτή και καλοδεχούμενη, έστω και αργοπορημένα, η επιδίωξη της όποιας indie/alternative κοινότητας, που διαλύθηκε πριν καν το καταλάβει, να επανακάμψει δυναμικά ή όχι και τόσο, αλλά κυρίως άκρατα συναισθηματικά, είτε κάτω από καλοδουλεμένες ρέπλικες, είτε υπό την σκέπη της υπόγειας αίγλης μιας υποτιθέμενα μεγάλης χαμένης ευκαιρίας από το παρελθόν. Πιθανολογείται ότι θα επανασυμβούν όλα αυτά στο άμεσα προσεχές μέλλον, ίσως και αύριο-μεθαύριο. Θα έρχονται και θα ξανάρχονται οι Deus δηλαδή, και μέχρι το 2055 νέο ροκ θα θεωρούνται, όποτε και για λόγους βιολογικής θεώρησης μάλλον θα παύσουν να έρχονται.

Διακρίνουμε πάντως ότι αυτή η επιδίωξη σε ουδέν άλλο στοχεύει, παρά σε αυτό που με σθένος, εμμονή, ενίοτε και γραφικότητα περιχαράσσεται εδώ και δύο δεκαετίες τουλάχιστον η παραδοσιακή χεβιμεταλλική κοινότητα της χώρας (και γενικώς κάθε χώρας, θα λέγαμε), που ως αυτοσκοπό έχει το να συνεχίσει να υπάρχει και να περνάει καλά με την πάρτη της, ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν οι απ’ έξω για αυτό, εξ ου και εκδηλώσεις / καταστάσεις του τύπου Up The Hammers, Up The Irons, Horns Up κλπ (γενικώς η ροκ στύση είναι σημαντικό ζήτημα) είναι από καιρό σημείο αναφοράς στα δρώμενα του είδους, σε σχεδόν θεσμικό επίπεδο, αλλά δεν βρίσκουμε τίποτε κακό σε αυτό.

Ίσως απλά θα πρέπει να υποσημείωσουμε το ότι οι ‘εναλλακτικοί’ μπορεί και να χρωστούν ένα κάποιο συγνώμη στους ‘μεταλλάδες’ εκείνους της ελιταρισμένης νιότης τους, για τους οποίους η στερεοτυπική, αλλά ξεχασμένη πλέον, προφητεία υπήρξε μόνιμα το ότι δήθεν «μετά το σχολείο θα κόψουν τα μαλλιά τους και θα το ρίξουν στα σκυλάδικα». Η θεωρία καταρρέει εσωτερικά τις περισσότερες φορές, και αυτή είναι μία από τις φορές εκείνες.

27/02/2026
Άρης Καραμπεάζης

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

Rafael Toral Traveling Light/Spectral Evolution

ΔΙΣΚΟΣ

La Niña Furesta

ΔΙΣΚΟΣ

Sugar for the Pill LUV

ΔΙΣΚΟΣ

Morrissey Without His People, Morrissey Dies

LIVE REVIEW

Σίσσυ Δουτσίου/Π.Ι.Ε.Β./V.V.I.A. Προσβολή Δημοσίας Αιδούς/Detroit/I Knew You Before We Met

ΔΙΣΚΟΣ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

RECOMMENDED

Skyclad

Skyclad Ντυμένοι με ουρανό και λόγια από τον δρόμο

LIVE REVIEW
Χρήστος Αλεξόπουλος

Χρήστος Αλεξόπουλος (Puzzlemusik) Στόχος είναι να συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε, πράγμα διόλου αυτονόητο

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ιχνηλατώντας τον Tim Buckley

ΘΕΜΑ
22ο έτος
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2000-2021 MiC, All rights reserved. Designed & Developed by E-Sepia