Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχική
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
Die Spitz

Οι πεθαμένοι πέθαναν, χώρο στις ζωντανές τώρα

Gorilla, Manchester | 18/02/2026

H Ελένη Φουντή στο Μάντσεστερ ενθουσιάζεται με ένα αμερικανικό ροκ συγκρότημα και καταθέτει προβληματισμούς για την εγχώρια συναυλιακή πραγματικότητα

Προϊόντος του χρόνου και του γαϊτανακίου των αλλεπάλληλων λάιβ ενισχύεται συνεχώς η πεποίθησή μου ότι το αξιομνημόνευτο, έστω και για τους λάθος λόγους, είναι σημαντικότερο μίας παροδικής διαπίστωσης ότι όλα πήγαν καλά. Και για τους Dvne πέρυσι στο Gazarte όλα πήγαν καλά, περιώνυμοι άλλωστε οι progsters για την εκτελεστική τους ακρίβεια, αλλά αν δεν είχε προηγηθεί το γεια σας και αντίο των Allochiria λόγω προβλημάτων “με το κράτος” και την άκομψη προτροπή να ψηφίζουμε καλύτερα (την οποία, προς τιμήν τους, ήραν προσφέροντας δωρεάν λάιβ), αμφιβάλλω αν θα τους θυμόμουν. Και κορυφαία απόδοση έπιασαν, και ηχητικό τείχος θορύβου (για να τιμήσουμε και ένα παλιό metal κλισέ) ύψωσαν και ικανή ώρα έπαιξαν και γενικά δεν έκαναν κανένα λάθος οι Dvne. Αλλά δεν έκαναν και κάτι για να τους θυμάμαι. Κατά τα γνωστά για το progressive metal δηλαδή.

Με προβληματίζει, δε, ότι σημαντικό μέρος των σύγχρονων λάιβ, εν πολλοίς απόρροια της τουριστικοποίησης των συναυλιών ως niche αγοράς για λίγους, είναι ακριβώς αυτού του τύπου, χωρίς μάλιστα να εξαιρούνται τα μικρομεσαία (όπως άλλωστε το προαναφερθέν). Ναι μεν το χρηματιστήριο του gig hopping με τις καλπάζουσες τιμές εισιτηρίων αφορά πρωτίστως τα Καλλιμάρμαρα, Ηρώδεια, ΟΑΚΑ, το Ejekt των “παροχών” τραγέλαφο και τον “Λυκαβηττό” - αποθήκη αμφιβόλου ηλεκτρολογικής πιστοποίησης, με μαγευτική θέα στον Κηφισσό, αθέτηση της ηθικής υποχρέωσης χρηματικής αποζημίωσης των αγοραστών και υπογραφή “30 χρόνια Rockwave Festival”. Όχι ότι είναι αποδεκτή αυτή η αισχροκέρδεια, κάθε άλλο και γι’ αυτό τα λέμε και τα ξαναλέμε, αλλά τουλάχιστον δεν έχει μεταπηδήσει και στα μικρότερα λάιβ. Ο απόηχος του too big to fail όμως έχει μεταπηδήσει στους μουσικούς ως κουλτούρα, εκτός ίσως από όσους απευθύνονται σε 200 άτομα.

Θα στηρίξω, ή μάλλον θα ξαναστηρίξω ότι καλός, χρυσός και απαραίτητος ο σεβασμός στον θεατή, αλλά όταν λειτουργεί εις βάρος του αυθορμητισμού και της απαραίτητης καλώς εννοούμενης αλητείας, τα πράγματα αρχίζουν να χάνουν το νόημά τους. Ακόμα και οι ιστορίες μεταξύ των κομματιών μοιάζουν φασόν καμιά φορά, όσο κι αν η σωτηρία ήρθε πρόσφατα από την υπεράνω υποψίας twee pop των Heavenly στο Temple με την Amelia Fletcher να επαναλαμβάνει με περισσή άνεση τον “θαλάσσιο ελέφαντα” στα ελληνικά που της πρότεινε το κοινό. Εντάξει, δεν ήταν και το δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ, που η Fletcher ως Αγγλίδα το έχει κατώτερο από το δικό μας το άμεσα αρχαιοελληνικό, αλλά δύσκολο να το είχε προβάρει. Παρεμπιπτόντως, μάγκες οι Heavenly που κατάφεραν να επιβληθούν στο αχρείαστα ασφυκτικό πλαίσιο του pure indie show την ώρα της συναυλίας τους. Υπάρχει τρόπος να προβάλλει κανείς την αξιόλογη πορεία του χωρίς να καπελώνει τους άλλους. Η διαρκής προβολή βίντεο με τα επιτεύγματα της Ομάδας Pure πάνω από τα κεφάλια ενός ιστορικού συγκροτήματος της Sarah Records στο πρώτο του λάιβ στην Αθήνα σίγουρα δεν είναι αυτός ο τρόπος, ούτε και απαύγασμα ευγένειας βέβαια.

Δεν υποστηρίζω πάντως ότι είναι λίγα τα ουσιώδη gigs που βλέπουμε, αρκετά είναι, αλλά το μερίδιο της πίτας μικραίνει όσο κερδίζουν έδαφος οι αψεγάδιαστες συναυλίες στον αυτόματο πιλότο και το λέω εν πλήρει συνειδήσει ότι η γενική εντύπωση εκεί έξω είναι η αντίθετη. Υπάρχει πάντως και μία κατηγορία αντικειμενικά σπάνια πια, θεωρώ. Οι συναυλίες όπου η κριτική ως προς τα επιμέρους είναι δύσκολη γιατί η αδρεναλίνη ανέβηκε όσο χρειάζεται ώστε η αξιολόγηση να συσκοτίζεται από το εναπομείναν ερώτημα αν τελικά πέρασες καλύτερα εσύ ή το συγκρότημα. Και πάλι βέβαια θα αξιολογήσουμε, όπως οφείλουμε να κάνουμε πάντα, χωρίς να καταπιέζουμε το συναίσθημά μας αλλά και χωρίς να του επιτρέπουμε να μας χειραγωγεί. Πόσες φορές βγήκατε από ένα λάιβ τελευταία και θέλατε να αρπάξετε έναν άγνωστο από το γιακά, όχι επειδή σας άγγιξε το impulse, αλλά για να του πείτε “ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΓΑΜΩ”; Με βάση τη μέθοδο Up The Hammers όπου κάθε γκρουπ είναι αξεπέραστο έπος επών μέχρι να ξεπεραστεί από το επόμενο (και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν σημειωθεί τέτοιες επιδόσεις στο φεστιβάλ αλλά ότι οι μέτριοι καλό είναι να λέγονται μέτριοι), λογικά θα μου απαντήσετε “κάθε μέρα”, αλλά αν η ερώτηση τεθεί σε μία σχετικά ουδέτερη συναυλιακή περίοδο ίσως είναι πιο δύσκολο να θυμηθεί κανείς πότε του συνέβη τελευταία φορά.

Εμένα πάντως μου συνέβη στις 18 Φεβρουαρίου στο Μάντσεστερ. Έχει περάσει ένας μήνας από τότε, έχω δει τη Laura Agnusdei που πέρυσι περίπου έφτιαξε νέα tropicalia με την οικολογική ηλεκτροακουστική τζαζ του “Flowers Are Blooming In Antarctica”, φυσικά τους Heavenly, οι οποίοι μου υπέγραψαν τον νέο δίσκο τους (και ένα μπαλόνι το οποίο μου χάρισαν), ήμουν στο An Club στην πρώτη θριαμβευτική των Θλίψις μαζί με τους έμπειρους πια Dödsrit και τον βαμπιρικό Lamp Of Murmuur που μολονότι στρουμφάκι με corpse paint αποδεικνύεται δίκαια το (σχεδόν) νέο πολυσυζητημένο αμερικανικό black metal act και βγήκα αλώβητη από τρεις μέρες “με το metal μας”, όπου μαζί με τις σοβαρές αντιρρήσεις μου για την κατεύθυνση που έχει πάρει το Up The Hammers είχα την τύχη να δω και να μιλήσω λίγο με τους Phantom Spell που ήταν ο κυριότερος λόγος που πήγα.  

Όλα αυτά συνέβησαν μετά τις Die Spitz και ακόμα να ξεχάσω την Eleanor Livingston να φωνάζει “I hear Texas has the best crowds. Is that true, Manchester?” από τη σκηνή του Gorilla, ενώ ήδη από κάτω χρειάζονταν κα’να δυο φορεία να μεταφέρουν moshers και crowdsurfers και η ίδια πρέπει να είχε βουτήξει πέντε έξι φορές στο πιτ έως τότε. Λεπτό δεν έκατσε ο υπεύθυνος του crowd control. Και στην πατρίδα τους στο Texas πάντως αυτά γίνονται στις συναυλίες των Die Spitz, οι οποίες ανάμεσα στα σημαντικά που επαναπροτείνουν στο σύγχρονο punk rock / metal, ξεχωρίζουν για τα old school λάιβ της κουλτούρας της (ελεγχόμενης - και σωστά) κλωτσοπατινάδας, που απαιτεί κόπο, τρόπο, αυτοσχεδιασμό, δεν ελέγχεται υπό την οριοθετημένη σκέπη της πρόβας και άρα αν δεν είναι κανείς ικανός μουσικός εγκυμονεί το ρίσκο να τον / την εκθέσουν.

Ας πάρουμε όμως με τη σειρά τα πράγματα, αφενός γιατί η βραδιά δεν ξεκίνησε με τις καλύτερες προϋποθέσεις και αφετέρου γιατί και αυτό το λάιβ θα το δούμε αξιολογικά όπως είπα και πριν, όσο κι αν τα επιμέρους είναι επουσιώδη σε μία συναυλία που το πιτ ανοιγόκλεινε συνέχεια.

Έχοντας συνηθίσει στην ανακοίνωση αναλυτικών ωρών εμφάνισης συγκροτημάτων ακόμα και στην παμπ της τότε γειτονιάς μου, το The Water Rats (ιστορικό venue ωστόσο - εδώ έδωσε ο Bob Dylan την πρώτη του συναυλία στη Βρετανία), από το 2004 που ο δρόμος με πήγε για τρία χρόνια στο Λονδίνο αλλά και στη συνέχεια όποτε ξανανέβηκα για συναυλία, ομολογώ ότι δεν περίμενα να συναντήσω πουθενά στο Νησί τη λογική “έλα με το άνοιγμα και βλέπουμε” και μάλιστα εν έτει 2026. Το σημειώνω στα αρνητικά αν και ήταν απόλυτα ταιριαστό με το γενικότερο DIY, old school κλίμα της βραδιάς.

Το Gorilla, An Club στο μέγεθος άντε και λίγο μεγαλύτερο, Temple στην κάτοψη, Gazarte Ground - στο πολύ πιο κάφρικο όμως - στη διαρρύθμιση (σε περίπτωση που νόμιζε κανείς ότι οι αναφορές μου στις προηγούμενες συναυλίες ήταν τυχαίες) και μόλις πέντε λεπτά με τα πόδια από το πάλαι ποτέ κατεδαφισμένο Haçienda (ένα RIP αρμόζει πάντα) προέκυψε εξ αναβάθμισης του μικρότερου The Deaf Institute, γιατί οι προνοητικές/οί εξαφανίσαμε στο άψε σβήσε τα εισιτήρια του αρχικού μίνι EU/UK tour, το οποίο αποδείχθηκε υπερβολικά χαμηλών προσδοκιών για την εμβέλεια των κοριτσιών. Τα venues άρχισαν να μεγαλώνουν, οι ημερομηνίες να πυκνώνουν και το tour Φεβρουαρίου είναι πλέον tour 2026. Αυτή τη στιγμή κάποιος ψάχνει εισιτήριο σε κάποιο από τα επόμενα λάιβ των Die Spitz και όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε. Λογικό ήταν να φτάσουμε σε ένα σχεδόν πιταρισμένο Gorilla, εγκαίρως για να προλάβουμε και τους απαραίτητους τοπικούς ήρωες που άνοιγαν το gig, για τους οποίους δεν είχα ακούσει τίποτα πριν και έκπληκτη διάβασα διθυράμβους εκ των υστέρων.

Καθώς το ότι οι Aerial Salad “το παλεύουν” είναι ύποπτα γενικόλογo και στην εποχή μας δεν λείπουν τα live reviews και από ανθρώπους που δεν ήταν εκεί, ας ξεκαθαρίσω ότι καλώς ή κακώς εγώ εκεί ήμουν και κάτι καλύτερο για τα παιδιά δυστυχώς δεν διαθέτω. Το παλεύουν λοιπόν όπως όλοι, με ένα κάπως gritty punk (όπως όλοι), έχουν όρεξη και ίσως να έχουν και τραγούδια, θα σας γελάσω. Εμείς πάντως έναν βόμβο από μπάσο και ντραμς ακούγαμε, παρότι βλέπαμε και κιθαρίστα στη σκηνή. Το σετ κύλισε αργά και βασανιστικά με τον κόσμο να συρρέει περισσότερο και το Gorilla να κερδίζει ακόμα έναν αθηναϊκό παραλληλισμό: πιταρισμένο Floyd στον κλιματισμό. Δυναμώστε το λίγο ρε τσιγκούνηδες να μη σκάσουμε. Όλα old school και γενικότερα. Συντριπτική η κυριαρχία του mullet and stache στους άντρες κάτω των 35, κάτι ανάμεσα σε Ρούντι Φέλερ και Νίκο Τσιαντάκη, μας ταξίδεψαν στα παιδικά μας χρόνια με Δυτική Γερμανία τροπαιούχο Μουντιάλ το 1990 και βέβαια την οδυνηρή για την εθνική μας επόμενη διοργάνωση στις ΗΠΑ παρά τις εκτιμήσεις του συγχωρεμένου Παναγούλια περί το βατό του ομίλου (φοβόταν λίγο την Αργεντινή απ’ ό,τι θυμάμαι, πάλι καλά).

Τέλος πάντων τον δυνάμωσαν τον κλιματισμό, αλλά η ανησυχία ότι πηγαίναμε για φιάσκο ολκής είχε παρεισφρήσει μέσα μου αμετάκλητα, γιατί παρά την οχλαγωγία κατάλαβα ότι ο ήχος των τριών συμπαθών πλην ψιλοάμπαλων Mancunians υπό Κ.Σ. είναι στο pop φάσμα του punk σε σχέση με τις πιο hardcore Die Spitz. Αν οι Σαλάτα τα έκαναν σαλάτα τι θα συνέβαινε όταν θα έβγαιναν τα φρικιά από το Austin; Και τι μου φταίνε οι υπόλοιποι της παρέας στους οποίους ίσως δημιούργησα προσδοκίες ότι πάμε να δούμε το νέο σώσιμο του ροκεντρόλ;

Ευτυχώς οι φόβοι μου εξανεμίστηκαν γρήγορα. Δεν θα καταγράψω τη ροή της συναυλίας, όμως μερικά πράγματα αξίζει να επισημανθούν. Από το 2022 που υπάρχουν οι Die Spitz έχουν δώσει αρκετά λάιβ με χαλασμό από κάτω για συγκρότημα χωρίς δίσκο. Κυκλοφορούν βίντεο από το σετ τους στο περσινό Bonnaroo Festival στο Τενεσί, βάλτε να δείτε τι έγινε στις 3μμ και ενώ η Third Man ΘΑ ΕΒΓΑΖΕ το “Something To Consume” μετά από κάτι μήνες. Πώς γίνεται τέσσερις τύπισσες με δύο αυτοεκδομένα EP, όσο ταλαντούχες κι αν είναι, να ξεσηκώνουν τόσο κόσμο;

Από τη νοερή παρέκβαση στο Μάντσεστερ του Τενεσί πίσω στο Μάντσεστερ της Βρετανίας όπου βρισκόμουν, συνειδητοποίησα ότι το αξιοπρόσεχτο αυτό φαινόμενο τεκμηριώθηκε γρήγορα από τη χύμα αλλά στιβαρή και αντισυμβατική παρουσία των Αμερικανίδων, οι οποίες προτείνουν μία κρυπτογραφημένη έως αποπροσανατολιστική ισορροπία ανάμεσα στο punk και το metal, αρκετά μακριά από τη συνήθη τάση των μεταλοπάνκ σχημάτων να ρέπουν προς το ένα ή το άλλο. Εδώ είναι δύσκολο να εντοπίσεις τι κυριαρχεί και δεν χρειάζεται κιόλας, γιατί με μία πιο προσεκτική ακρόαση το ιδίωμα που κερδίζει έδαφος είναι το grunge. Ουδέν παράξενο στη δήλωση της Ava Schrobilgen που τραγουδάει, παίζει κιθάρα και ντραμς ότι ακούει Black Sabbath και Nirvana. Κάτι τέτοιο ήταν κάποτε αδιανόητο με το grunge να στοχοποιείται λανθασμένα για την παρακμή του metal ενώ βέβαια η ροή των γεγονότων ήταν η ακριβώς αντίστροφη και το grunge ήρθε ως φυσική συνέχεια της υπαρξιακής σύγχυσης του metal στα τέλη 80s. Όποιος σπέρνει Pretty Boy Floyd θερίζει Nirvana. Αν είναι τυχερός. Να χαίρονται οι μεταλλάδες που ήταν.

Η αντισυμβατικότητα των Die Spitz πάντως δεν έγκειται στη μουσική ρευστότητα, παρότι ιδιότυπη κι αυτή όπως είπαμε, αλλά στην αντίληψή τους για τη λειτουργία μίας μπάντας οντολογικά. Αν και πασιφανώς δυνατές τεχνικά, ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, μοιάζουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την ελευθερία τους στη σκηνή και την ίδια την κοινοκτημοσύνη της μουσικής εμπειρίας αλλά και της φιλίας που τις συνδέει από τα νήπια και λιγότερο για να μας δείξουν ότι το ‘χουν. Το βλέπουμε ότι το ‘χουν. Τους τρέχει από τα μπατζάκια. Αλλά σε μία συναυλία υπάρχουν κι άλλα πράγματα που αξίζει να επικοινωνήσει κανείς πέρα από τα εντυπωσιακά σόλο και τη γροθιά στον αέρα κάθε τρεις και λίγο, που ωραία είναι κι αυτά αλλά τελικά υπακούουν σε μία συγκεκριμένη ροή παραγωγής θεάματος από παίκτες με αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους και θα ήταν επίσης ωραίο να βλέπαμε και καμιά παρέκκλιση πού και πού. Λίγοι το ρισκάρουν όμως. Οι Die Spitz λοιπόν το ρισκάρουν και το δείχνουν εξαρχής για να μην μπλέκουμε και με ψευτοδιλήμματα της κατά Γκι Ντεμπόρ κοινωνίας του θεάματος ως προς το ποια είναι η καλύτερη ντράμερ του γκρουπ, η Ava Schrobilgen ή η Chloe de St. Aubin.

Εξηγούμαι: Δεδομένης της συντριπτικής προτίμησης προς την ίδια μέθοδο, δεχόμαστε ότι ο κύκλος ζωής μίας συναυλίας ξεκινά από τη συγκρότηση μίας μπάντας στη βάση φιξ ρόλων. Βρίσκουμε τραγουδιστή / τραγουδίστρια, κιθάρα, ντραμς, μπάσο, ίσως κάποιος να αναλάβει και πλήκτρα, άντε να εισαγάγουμε και κανένα αναπάντεχο όργανο, δεν λέω το όμποε των Roxy Music αλλά ίσως το σαξόφωνο. Αρχίζουμε τις συναυλίες, σιγά σιγά θα μας ακούσει και κανένας άνθρωπος, ελπίζουμε να βγάλουμε έναν δίσκο και το όλον σταδιακά ραφινάρεται μέχρι να πιάσουμε το status της “κανονικής” μπάντας που παίζει τους δίσκους της σε συναυλίες. Εν τω μεταξύ λόγω των φιξ ρόλων τα μέλη του συγκροτήματος τελειοποιούν την τεχνική τους. Ακούγεται σωστό και ορθολογικό.

Οι Die Spitz από την άλλη είναι μπάντα τεσσάρων ατόμων όπου οι τρεις μοιράζονται τα lead φωνητικά, οι δύο τα ντραμς και υπάρχουν και δύο κιθάρες. Μόνο η μπασίστρια Kate Halter είναι ίσως μονοσήμαντη που κι αυτή τραγουδάει καμιά φορά. Βλέποντάς τις καταλαβαίνει κανείς ότι η εναλλαγή των ρόλων είναι ταυτοτικό ζήτημα για εκείνες, άλλωστε δεν προκύπτουν τυχαία τέτοιες τράμπες και τεχνικά είναι ιδιαίτερα απαιτητικές. Διάβασα εκ των υστέρων σε μία συνέντευξή τους ότι η Ava, που πέρα από τραγουδίστρια και κιθαρίστρια είναι αυτοδίδακτη ντράμερ, αναγκάστηκε να ξαναμάθει ντραμς από την αρχή με διαφορετικό τρόπο και στήσιμο του kit, όταν αποφάσισαν να αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς η Chloe, για να εξυπηρετηθεί η παροδική εναλλαγή τους στη σκηνή. Μπορούσε απλώς να αφήσει τα ντραμς στην κυρίως ντράμερ αλλά η ρευστότητα των ρόλων φαίνεται ότι είναι ζητούμενο και έχει εφαρμοστεί και με ένα είδος re-engineering, το οποίο ξεκίνησε από τα πολύ μικρά gigs, έχει περάσει στις ηχογραφήσεις τους και ανατροφοδοτεί πλέον και τις μεγαλύτερες συναυλίες.

Μεγαλύτερη ακόμα ρευστότητα ρόλων έχουν η Ava με την Eleanor που παίζουν κιθάρα και τραγουδούν τα περισσότερα lead φωνητικά, με σκόπιμη αμφισημία ως προς το ποια είναι η frontwoman και τη σειρά κυκλοφορίας των βίντεο να προϊδεάζει αναλόγως. Στο “Pop Punk Anthem (Sorry For The Delay)” βγαίνει μπροστά η Ava, στο “Punishers” η Ava γίνεται ντράμερ και τραγουδάει η Chloe και το “Throw Yourself To The Sword” είναι η στιγμή της Eleanor. Τα ίδια είδαμε και στη συναυλία, όπου η Ava μάλλον έμοιαζε να έχει άτυπα και σιωπηρά τον κεντρικό έλεγχο της ροής αλλά η Eleanor έδινε τον τόνο στο κοινό και οργάνωνε το moshing από το οποίο ουδόλως έλειψε και η ίδια. Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα απειλητικό και άγρια όμορφο μαζί στην προτροπή μιας γυναίκας να ανοίξει το πιτ ενώ από κάτω πέφτει ήδη γερό κοπάνημα από άντρες (διστακτικά και ορισμένα κορίτσια από κοντά). “Ορμήστε με το τρία, αλλά φροντίστε τους διπλανούς σας, μην ψάχνουμε κινητά μετά” εξηγούσαν. Και μπασίστριες να συμπληρώσω, καθώς η γρήγορη εκτέλεση του “Grip” (ωραιότερη από τη βερσιόν στο EP “Teeth”), υποχρέωσε την Kate σε ανεξέλεγκτο κοπάνημα με αποτέλεσμα να γλιστρήσει και να πέσει εκτός σκηνής.

Γενικά πέρα από τη δική τους συντροφικότητα, οι Die Spitz έχτισαν από την αρχή ένα παρεϊστικο κλίμα στο Gorilla με διάθεση να μοιραστούν και να συμμετέχουν. Μας είπαν ότι είναι εξαγριωμένες με όσα συμβαίνουν στην Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο, ότι ο ICE έχει συλλάβει τους φίλους τους, καταστρέφει τις γειτονιές τους και τις τοπικές κοινότητες (γνωστή δημοκρατική νησίδα το Austin μέσα στο Texas που είναι και η πολιτεία με τις περισσότερες συλλήψεις μεταναστών από τον ICE), ότι απεχθάνονται το AI γιατί “no way it can write a good song about piss” (και ακολούθησε το “My Hot Piss”), ενώ στο encore ζήτησαν από τους άντρες να αφήσουν τις γυναίκες να βγουν μπροστά για να κάνουν κι εκείνες λίγο moshing με ασφάλεια.

Υποθέτω ότι κάποια πράγματα τα έχουν καθιερώσει, όπως την τράμπα της Ava με την Chloe στα ντραμς, ασυνήθιστη πρακτική έτσι κι αλλιώς, ή το “Riding With My Girls” ως τραγούδι των γυναικών. Και το “fuck ICE” chant λογικά δεν θα ακούστηκε πρώτη φορά από εμάς στο Μάντσεστερ. Δεν είναι πάντως ζητούμενο να νιώθει το κοινό μοναδικό σε μία συναυλία, αλλά είναι ζητούμενο να νιώθει ότι οι μουσικοί παίρνουν ρίσκα και τους βγαίνουν, κάτι που εδώ συνέβη κατά κόρον. Είτε κάνοντας crowdsurf, είτε χοροπηδώντας, είτε σκαρφαλώνοντας στα ηχεία, είτε πίνοντας αδιάκοπα μπύρες ανάμεσα στα τραγούδια, ενίοτε και κατά τη διάρκειά τους, οι Die Spitz έγιναν πολύ πιο ανθρώπινες από τον μέσο performer του συνήθους καλοπροβαρισμένου λάιβ του κουτιού. Πράγμα που είχε και ορισμένες επιπτώσεις βέβαια. Τα φωνητικά της Ava στο “Pop Punk Anthem (Sorry For The Delay)” χανόντουσαν περιστασιακά και η Eleanor ομολόγησε κανα δυο φορές ότι είναι κόκκαλο. “I might fuck this up but do you wanna hear Throw Yourself To The Sword”;

Το αξιοθαύμαστο είναι ότι αυτά συνέβησαν στο πλαίσιο μίας άρτιας γενικά εμφάνισης και τεχνικά. Δεν χρειάστηκε να εκλογικεύσουμε κάποια μουσική κακοποίηση επειδή δήθεν είναι σημαντικότερο να παρτάρει κανείς στο όνομα του αυθορμητισμού. Δεν είναι σημαντικότερο. Όλα σημαντικά είναι. Και οι Die Spitz τα έχουν όλα. Ταλέντο, μουσικότητα, όρεξη, μέλλον. Ξέρουν πολλή μπάλα και το κοινό ακολουθεί. Όταν βλέπεις εκ των υστέρων ότι οι μισές φωτογραφίες σου από τη συναυλία είναι μια θολούρα με ένα πόδι μπροστά από το crowdsurf, άξιζε. Οι πεθαμένοι πέθαναν και οι ημιθανείς ακολουθούν. Χώρο στις ζωντανές τώρα.

23/03/2026
Ελένη Φουντή

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

Up The Hammers XX Legacy Edition Συλλυπητήρια και ελπίζουμε σε ανάσταση νεκρών

LIVE REVIEW

Bilna’es/In The Negative بالناقص Στην Παλαιστίνη οι άνθρωποι που τραγουδούν δεν πεθαίνουν

ΘΕΜΑ

Τρεις γυναίκες του MiC γράφουν

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Γυναίκα στην υπογραφή του κειμένου: Υπάρχω και όσο υπάρχεις ή όχι θα υπάρχω

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Yungwebster II

ΔΙΣΚΟΣ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

RECOMMENDED

Σκίτσα ενός καλοκαιριού

André Kubiczek Σκίτσα ενός καλοκαιριού

ΒΙΒΛΙΟ

Floating Points, Pharoah Sanders & the London Symphony Orchestra Promises

ΔΙΣΚΟΣ
Σώμα cd

ΣΩΜΑ ΣΩΜΑ

ΔΙΣΚΟΣ
22ο έτος
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2000-2021 MiC, All rights reserved. Designed & Developed by E-Sepia