Κάποια στιγμή όλες και όλοι θα πεθάνουμε. Ε, και;
Επεκτείνοντας το αρχαίο σωκρατικό 'φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου' στη ζωή, ακόμη και σε μια συναυλία... Η Μαριάννα Βασιλείου σε στοχαστική διάθεση μεταδίδει από το Βερολίνο
Το “Deathconsciousness” βρίσκεται εδώ και χρόνια αμετακίνητο στη λίστα μου με τα δέκα καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών - και πολύ αμφιβάλλω αν θα φύγει ποτέ από εκεί. Αν το 1982 ο Ρόι Μπάτι στο “Blade Runner” απέδειξε ότι αυτό που μας κάνει ανθρώπους είναι η ικανότητά μας να αγαπάμε και να δημιουργούμε, το 2007 οι Have A Nice Life με το magnum opus αυτό μάς υπενθύμισαν ότι η ανάγκη μας να αγαπάμε και να δημιουργούμε πηγάζει από την ευχή και κατάρα του να γνωρίζουμε ότι κάποτε θα πεθάνουμε. Όσο και να απωθούμε τη σκέψη, υπάρχει πάντα κάπου πίσω-πίσω στο μυαλό μας - κι όταν τη φέρνουμε μπροστά, ο τρόμος είναι τέτοιος που πρέπει να δημιουργήσουμε (άλλους ανθρώπους, τέχνη, λεφτά, δεσμούς, εμπειρίες), μπας και μπορέσουμε να ζήσουμε με αυτόν. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως οι άνθρωποι που δεν έχουμε κάποιο ταλέντο για να δημιουργήσουμε τέχνη και/ή που δεν έχουμε οικογένεια (για τον χ ή ψ λόγο, δεν είναι της παρούσης αυτό), βυθιζόμαστε σε βιβλία/μουσικές/συναυλίες/ό, τι άλλο θέλετε ακριβώς για να αντισταθμίσουμε την έλλειψη ταλέντου και αγάπης και να μπορέσουμε να ζήσουμε με το “deathconsciousness”μας. Όλοι και όλες ξέρουμε ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, αλλά αυτά μας βοηθούν να αντέξουμε αυτή τη γνώση.
Οι Have A Nice Life λοιπόν… Οι Dan Barrett και Tim Macuga δημιούργησαν το σχήμα στο Μίντλτάουντ του Κοννέκτικατ το 2000, έκαναν επτά χρόνια να βγάλουν το “Deathconsciousness”, άλλα επτά να βγάλουν το “The Unnatural World” και πέντε ακόμα για το "Sea of Worry”. Παράλληλα έτρεχαν ένα σωρό άλλο πρότζεκτ και από κοινού και μόνοι τους και με τρίτα άτομα (από Nahvalr και Giles Gorey μέχρι Gate και The Flowers Of St. Francis, έκαναν οικογένειες, δούλευαν σε καθημερινές πεζές δουλειές (ο Barrett έχει… μεσιτικό γραφείο και ο Macuga είναι φιλόλογος) και μόνο πριν από λίγα χρόνια άρχισαν να παίζουν πιο συστηματικά (λέμε τώρα) σε συναυλίες, και μάλιστα με φουλ μπάντα. Κάπως μας καλεί ο σύμπας όταν, μήνες αφού έχουμε κλείσει ταξίδι στο Βερολίνο, ανακοινώνεται (ένα από τα σπάνια) λάιβ των Have A Nice Life σε χώρο που απέχει μόλις ένα τέταρτο με τα πόδια από το σπίτι που θα μένουμε και με εισιτήριο μόλις 35 ευρώ. Αν δεν πάμε, θα το μετανιώνουμε για όλη μας τη ζωή. Όλοι και όλες ξέρουμε ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, και για αυτό για τέτοιες συναυλίες βγάζουμε εισιτήριο αμέσως, καθώς το sold out είναι βέβαιο (όπερ και εγένετο).

Το Φρίντριχσχαϊν, η περιοχή του Βερολίνου στην οποία βρίσκεται το Astra, θυμίζει λίγο Ελλάδα - είναι γεμάτο ζωή, με μικρά μπαρ, κάθε λογής εστιατόρια, ιστορικά λαϊβάδικα και με κόσμο κάθε σχεδόν στιγμή της μέρας. Από ό, τι λένε οι φίλοι μου που με φιλοξενούν, έχει μπει κι αυτό στο μάτι των “επενδυτών” που θέλουν να χτίσουν κι άλλα μπουτίκ ξενοδοχεία (ανάθεμα κι αν κατάλαβα σε τι χρησιμεύουν, όταν το μόνο που χρειάζεσαι από ένα ξενοδοχείο είναι καθαριότητα για ένα μπάνιο κι έναν ύπνο), κι άλλα Airbnb, κι άλλα μπραντσάδικα. Πιο ταιριαστό όνομα από τους Have A Nice Life δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί στην περιοχή υπό τέτοιες συνθήκες. Στο Astra υπάρχει μια αυλή με πάγκους όπου μπορείς να καθίσεις και να πιείς κάτι πριν το λάιβ - απαραίτητη όπως θα καταλάβω στη συνέχεια, με τις τροπικές θερμοκρασίες και την αποπνικτική ατμόσφαιρα μέσα στον χώρο. Φτάνω με σχετική άνεση στο κάγκελο, αλλά στην άκρη - και αυτό από τη μια με εμποδίζει να δω τα visuals που συνοδεύουν τις εμφανίσεις, αλλά αποδεικνύεται σωτήριο γιατί έχω κάπου να στηριχτώ τις επόμενες ώρες ώστε να μην πέσω κάτω από τη ζέστη - μέχρι που μοιράστηκα μπουκάλια νερό με άγνωστα άτομα. Όλοι και όλες ξέρουμε ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε - και κάλλιο να πάμε από κυτταρομεγαλοϊό παρά από αφυδάτωση.
Σε αυτό το αποπνικτικό κλίμα, το παγερό σύμπαν των δίσκων των Have A Nice Life φαίνεται παράταιρο. Δεν είναι όμως, γιατί το ντουέτο και η μπάντα που το συνοδεύει μόνο παγωμένο και παγωμένη δεν είναι. Το ακριβώς αντίθετο - έχουν καταβυθιστεί σε αυτό που έχουν δημιουργήσει και το (επι)κοινωνούν με έντονα ακραίο τρόπο: ουρλιάζουν, χορεύουν (εντάξει… χτυπιούνται) επί σκηνής, σε σημείο που να καταρρέουν στο πάτωμα και να χρειάζονται χρόνο για να επανέλθουν. Κι ενώνουν ένα εντελώς ετερόκλητο πλήθος: μεσήλικες με ή χωρίς παιδιά, μαμάδες που έχουν φέρει τα εφηβάκια τους πλάι μου στο κάγκελο (κυριολεκτικά!), γκοθούδες και γκοθάδες με παχύ άϊλάινερ που μένει άθικτο παρά τον ιδρώτα (κάποια στιγμή θα βρω το θάρρος να ρωτήσω τι μάρκα είναι και δε φεύγει), φανατικές και φανατικοί του shoegaze με μπλουζάκια Slowdive, μεταλλάδες και μεταλλούδες και πολλή πιτσιρικαρία. Όλοι και όλες ξέρουμε ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, ό, τι είδους μουσική και να ακούμε.
Και σίγουρα οι Have A Nice Life το ξέρουν κι αυτοί: Δεν είναι τυχαίο που το λάιβ κλείνει με σειρά κομματιών από το “Deathconsciousnness”. Ο Barrett σταματά να τραγουδά στο “Bloodhail”, ανοίγει τα χέρια του και κλείνει τα μάτια σε κάθε “arrowheads” που τραγουδά το κοινό - “can’t you see it’s all flown out of my hands?”. To wall of sound που χτίζει σταδιακά το ‘A Quick One Before the Eternal Worm Devours Connecticut’ καταπίνει όλο το Astra. Τα γκόλεμ του “Earthmover” κατακυριεύουν τη Γη και παρακαλούν να πεθάνουν. Όλοι και όλες ξέρουμε ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, αλλά σε κάτι τέτοιες συναυλίες σκεφτόμαστε ότι δεν πειράζει και τόσο.
Περπατώντας για το σπίτι, σκέφτομαι ότι η συναυλία θα ήταν μισή χωρίς το “Deep, Deep” και το απελπισμένο “Jesus Christ, oh, Jesus Christ, why is love so lonely? Why is love so lonely?”. Αγαπώ σημαίνει καταστρέφω - καταστρέφω αυτό που ήμουν πριν για να δημιουργήσω κάτι νέο, ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο. Μοναχική πορεία, αλλά αναπόφευκτη για να ζήσουμε μέχρι την ώρα που θα πεθάνουμε. Αναρωτιέμαι αν οι Have A Nice Life έχουν διαβάσει ποτέ Γιάννη Ρίτσο - η “Σονάτα του Σεληνόφωτος” ήταν σαφής από το 1956: “Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα,/ μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο./ Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ./Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου”. Έχω πάντως την αίσθηση ότι αν το ποίημα γραφόταν σήμερα, ίσως να λεγόταν “Η Μουσική Θα Αποσυντονίσει Τον Ουρανό” και από το ραδιόφωνο της Γυναίκας με τα Μαύρα ίσως και να ακουγόταν το “Science Beat” αντί για τη σονάτα του Μπετόβεν. Όλοι και όλες ξέρουμε ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, αλλά ό,τι κάνουμε θα αφήσει κάποιο αποτύπωμα πίσω του - και με κάποιον μαγικό τρόπο, θα επικοινωνεί με όσα έχουν ήδη συμβεί και με όσα θα συμβούν μέχρι το τέλος του κόσμου.



