Kilimanjaro Darkjazz Ensemble
Κι αν η τζαζ είναι η αιτία ή η αφορμή, ο πυρήνας ή η επιφάνεια, ίσως μικρή σημασία να να έχει τελικά... Του Μάνου Μπούρα
“15 χρόνια έχουν να παίξουν στην Αθήνα” ακούω να λένε δύο παλικάρια δίπλα μου, και μάλλον δίκιο έχουν (εντάξει, το έψαξα, όντως έχουν δίκιο. Δεν θα μπορούσα να θυμηθώ την ακριβή ημερομηνία βέβαια, ακόμη κι αν η ζωή μου εξαρτιόταν από αυτό. Καλά που υπάρχει το Google για να μας πει ότι στη σκηνή του Gagarin τους είχαμε απολαύσει στις 11 Νοεμβρίου του 2011, όπου μάλιστα είχαν παίξει και διπλό σετ, αφού εκτός από το σετ που είχαν παρουσιάσει με το όνομα που τους είδαμε και τώρα, είχαν παίξει ένα επιπλέον ενδυόμενοι το αυτοσχεδιαστικό τους παράλληλο project με το όνομα Mount Fuji Doomjazz Corporation).
Από μία άποψη δικαιολογείται το μεγάλο αυτό διάστημα, και δεν είναι να το παίρνουμε προσωπικά: δύο χρόνια αργότερα, το 2013, αποφάσισαν να το διαλύσουν, ποιος ξέρει γιατί. Αντίστοιχα, δεν ξέρουμε τους λόγους που αποφασίστηκε πέρυσι να ξαναβρεθούν μαζί για μία σειρά συναυλιών, και ποιος ξέρει, κάποια δισκογραφική επιστροφή; Το θέμα πάντως είναι ότι βρέθηκαν ξανά μπροστά μας, και ήταν δεδομένο ότι θα βρισκόμαστε εκεί, να ζεστάνουμε ξανά τις εντυπώσεις από τη μουσική τους και να δούμε που το πηγαίνουν πια. Έξι άτομα επί σκηνής που έπαιζαν μια σειρά από όργανα, παρότι φάνηκε εξ αρχής πώς το ηλεκτρονικό κομμάτι της μουσικής τους είναι εκείνο που κυριαρχεί, και οι υπόλοιπες οργανικές πινελιές δίνουν απλώς ιδιαίτερα χρώματα στο σύνολο του ήχου τους.
Πρόκειται επομένως για ένα σχήμα της ηλεκτρονικής μουσικής; Νομίζω ότι όποιος τους παρακολουθήσει ζωντανά (αν δεν το έχει καταλάβει ήδη από τους δίσκους τους δηλαδή), θα έχει σχηματίσει μία ξεκάθαρη εικόνα πως όχι. Δεν ξέρω πώς το καταφέρνουν αλλά η φυσική παρουσία των ακουστικών οργάνων, με τη φωνή από δίπλα, καλύπτουν αβίαστα το ψηφιακό κομμάτι της μουσικής τους και βγαίνουν νικητές στον άτυπο αγώνα υπεροχής επάνω στον χαρακτήρα της ηχητικής τους ταυτότητας. Και πώς θα μπορούσαμε να καθορίσουμε αυτή την τελευταία, ώστε να είμαστε σε θέση να περιγράψουμε τον οργασμικό κόσμο της μουσικής του γκρουπ; Θα αρκούσε άραγε να καταθέσουμε τρεις λέξεις που να λένε όλα όσα θέλουμε να πούμε γι’ αυτή, για να μην κουράσουμε και να μην χρειαστούμε πάλι δύο χιλιάδες λέξεις για να πούμε όσα το μυαλό και η καρδιά ανιχνεύει με ένα απλό, ψύχραιμο άκουσμα;
Η μία λέξη μάλλον θα είναι η “ambient”. Με το ξεκίνημα κιόλας της συναυλίας εκεί ακριβώς κινήθηκαν, χρησιμοποιώντας ευρέως drones που έθεσαν με το καλημέρα το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούταν ένα μεγάλο μέρος της υπόλοιπης συναυλίας. Δημιούργησαν έτσι μία ατμόσφαιρα που αποτέλεσε τροχοπέδη θα λέγαμε για όσα έμελλε να ακολουθήσουν. Βέβαια, εκείνο που έγινε γρήγορα αντιληπτό, κυρίως από εκείνους που δεν είχαν ίσως προηγούμενη επαφή με τη δισκογραφία τους (και κάτι μου λέει ότι δεν πρέπει να ήταν πολλοί αυτοί, είμαι σίγουρος ότι όσοι βρέθηκαν στο θέατρο εκείνο το βράδυ ήξεραν πολύ καλά τι είχαν έρθει να παρακολουθήσουν) είναι ότι δεν ξέρεις ακριβώς τι σε περιμένει με κάθε νέο κομμάτι της μπάντας, με κάθε νέο λεπτό της μουσικής τους, θα ήταν πιο ακριβές να πούμε. Εξ ου και καθόμαστε εδώ και προσπαθούμε να βρούμε τρόπους και κανόνες να μπορέσουμε να δώσουμε μία ιδέα, μία αδρή σκιαγράφηση της μουσικής τους και να μεταδώσουμε ένα ελάχιστο της εμπειρίας μας από εκείνη την εμφάνιση.
Αναπόφευκτα λοιπόν βρισκόμαστε εντός κλίματος κατανυκτικού, σε μία τελετουργία όπου λίγοι (σχετικά) και καλοί έχουμε έρθει να μεταλάβουμε oλλανδικό μουσικό νέκταρ, με ποικίλες ηχητικές απολήξεις και περιπετειώδεις αναπτύξεις και συνθετικές εμπλοκές μέσα σ’ ένα δαιδαλώδες σύμπαν οργανικών αναπτύξεων που σπάνια έχουμε την ευκαιρία να βιώνουμε. Ποια όμως θα μπορούσε να είναι η δεύτερη λέξη που να περιγράψει αυτή τη μουσική; Το δίχως άλλο θα είναι η “post rock”. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι Godspeed! You Black Emperor ήρθαν στο μυαλό μου και κάτι μου λέει ότι το ίδιο συνέβη και στο δικό σας. Θέλετε το στήσιμό τους επάνω στη σκηνή, θέλετε οι απόλυτα καθορισμένοι ρόλοι τους και οι ξεκάθαρα μοιρασμένες αρμοδιότητες σ’ αυτό το άρτια υφασμένο ηχητικό καμβά που παρουσιάζουν, θέλετε το γνωστό παιχνίδι του «ήσυχα-δυνατά-ήσυχα» που έχει χτίσει καριέρες και καριέρες μα που στην περίπτωσή μας η μπάντα δεν το παρακάνει αλλά το χρησιμοποιεί ως βολικό εργαλείο για την πραγμάτωση ενός αισθητικού σκοπού, θέλετε ακόμα ακόμα το ότι ηχογραφούν για λογαριασμό της Denovali Records (απλοϊκό αλλά ισχύει), το σεξτέτο έχει πολλές αναφορές στο ιδίωμα αυτό, και γιατί να το κρύψουμε άλλωστε; Πάντως, είναι μόνο ένα στοιχείο στη συνολική εικόνα και το αφήνουμε κι αυτό στην άκρη και στα υπόψη.
Και η “jazz” που χωράει μέσα σε όλο αυτό; Την έχουν εντάξει και στο όνομά τους εξάλλου, κάπου εκεί υπάρχει αν ψάξετε καλά. Παρούσα είναι κι αυτή, αλίμονο, αν και δε νομίζω ότι είναι τόσο καθοριστική του τελικού αποτελέσματος. Η παρουσία του τρομπονιού είναι που σπρώχνει τον ήχο προς τα εκεί, πιθανώς και κάποια από τα δομικά στοιχεία της μουσικής τους να είναι δάνεια από το αιώνια παρών είδος, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα έβλεπες τους δίσκους τους στο ράφι με τις υπόλοιπες κυκλοφορίες της jazz παραγωγής. Οπότε ναι μεν, αλλά… Τι μένει; Τι θα λέγαμε για ένα σχήμα που αρέσκεται παρόλη την εγκεφαλικότητα του να διαθέτει και γυναικεία φωνητικά που φλερτάρουν έντονα με τη θεατρικότητα της Beth Gibbons (μα ευτυχώς όχι και με το λυγμικό τους χαρακτήρα, γιατί αυτό θα ήταν και αστείο από κάποια στιγμή και μετά…) ή και με μια ακόμη πιο ανάλαφρη χροιά κάποτε (σκέφτηκα τους Hooverphonic φευγαλέα, και γιατί όχι; ), που δυνητικά θα τους έφερνε έως κι έξω από την πόρτα μιας εμπορικής αναγνώρισης; Αλλά ας μην κάνουμε τόσο σκοτεινές σκέψεις…
Ψάχνουμε τρεις λέξεις για να ανακεφαλαιώσουμε μία εμφάνιση που δεν είχε ντράμερ επί σκηνής αλλά ήταν έντονα ρυθμική, που είχε έναν μπασίστα με τεράστια dreadlocks ακόμη, όπως παλιά, και έδινε ένα dub στοιχείο μέσα σ’ ολόκληρο τον ορυμαγδό από ηχητικές αναφορές όμορφα αφομοιωμένες και τακτοποιημένες σ’ ένα σύμπλεγμα μεστό και προσιτό παρά την ποικιλία του, που είχε πολλά να πει και δεν έπεφτε στην παγίδα που έχουν πέσει ανάλογα γκρουπ με μονοδιάστατο εκτόπισμα, και που χαιρόμαστε που είμαστε θεατές του για μία ακόμη φορά, μετά από τόσα χρόνια. Και νομίζω ότι τελικά τις βρήκα τις τρεις αυτές λέξεις, ήταν μπροστά μου όλη αυτή την ώρα:
Kilimanjaro Darkjazz Ensemble.
(Φωτογραφίες: Ελεάνα Γαρίνη)



