‘Ρε τους (…) τους Matmos’
Και μια συναυλία εκτός του καλοκαιρινού παραληρήματος της ρετρολάνδης. Όπου το παρελθόν του πειραματισμού αναδεικνύεται ως το παρόν (ίσως και το μέλλον) της ποπ. Του Άρη Καραμπεάζη
Θα τα πούμε για τον τίτλο του κειμένου στο τέλος, καθώς συνιστά μία καταβύθιση στις (χρυσές) πίσω σελίδες του MiC. Τότε που τουλάχιστον 3-4 συντάκτες (ούτε μία συντάκτρια ρε πατριάρχες; δεν ντρέπεστε λίγο…) είχαμε τοποθετήσει επιδεικτικά και πρόσκαιρα τους Matmos στη θέση του αγαπημένου μας συγκροτήματος, αλλά παράλληλα δεν παραλείπαμε να ειρωνευόμαστε την τακτική του να ηχογραφούν ότι έβρισκαν μπροστά στα πόδια τους (σαλιγκάρια) ή και ίσως μέσα τους (χειρουργικά νυστέρια). Ωραίες εποχές. Έπειτα ήρθαν τα μνημόνια και για ένα χειρουργείο έπρεπε να περιμένεις χρόνια, που διάθεση και ζωή για ηχογραφήσεις. Σαλιγκάρια έφαγα πολύ αργότερα στη ζωή μου, ομολογώ.
Η ομάδα Scenius το λοιπόν υπό την διεύθυνση παραγωγής του φίλου μας, Αλέξη Ραπτόπουλου, και με τη σύμπραξη ιστορικών στελεχών της σύγχρονης ιστορίας του αθηναϊκού live-ing, έχει μέχρι στιγμής και σε ενάμιση μόλις χρόνο οργανώσει περιορισμένα ικανό αριθμό πραγματικά σημαντικών συναυλιών, που αν θέλαμε να τις ομαδοποιήσουμε, θα τις κατατάσσαμε στο ανυπότακτο genre της σκεπτόμενης pop μουσικής, που για εμάς είτε προέρχεται από το ζενίθ του αυτοσχεδιασμού (The Necks) είτε από το αφρίζον καζάνι της τρέχουσας ατόφιας jazz που αξίζει τον κόπο και όχι την επικαιρότητα απλώς (Makaya McCraven) είναι μία και η αυτή.
Το live των Matmos όμως υπήρξε εν τέλει και εκ του αποτελέσματος το πιο καίριας σημασίας από όλα μέχρι στιγμής, όχι μόνο επειδή απέβη επιτυχημένο στην χρονική συγκυρία της φρενίτιδας για τα μεγάλα και ανοιχτά live του ακόρεστα διψασμένου θερινού ροκ κοινού, αλλά κυρίως επειδή ανέσυρε στη συνείδηση μας τους πρωταγωνιστές του ως ένα μουσικό φαινόμενο των τελευταίων τριάντα ετών, που ενώ το είχαμε κάπως ξεχάσει, εν τούτοις με ορμή (και κέφι μη παραδόξως) μας υπενθύμισε ότι σε αυτό το διάστημα των τριών δεκαετιών, περισσότερο διαμόρφωσε, παρά υπονόμευσε τελικά το ηχητικό τοπίο στο οποίο έχει καταλήξει σήμερα ακόμη και το πλέον εμπορικό τμήμα της σύγχρονης pop πραγματικότητας. Έστω και δια της υπονομεύσεως.
Όταν λίγο πριν το τέλος o Drew Daniel (όχι αυτός με το λευκό πουκάμισο και την λεπτή μαύρη γραβάτα, ο άλλος) μας δήλωσε ότι το επόμενο κομμάτι είναι κάτι σαν επιστροφή στις glitch pop ρίζες τους, για να ακολουθήσει ένα ατόφια χορευτικό δεκάλεπτο, όχι μόνο για χορευτές της καρέκλας, όπως προλόγισε, τα πραγματικά γεγονότα κατέστησαν πλέον ξεκάθαρα ενώπιον μας.
Οι Matmos έχουν εισφέρει με διάφορους τρόπους, και όχι απαραίτητα υπογείως, στην εξέλιξη της μουσικής παραγωγής και αισθητικής, είτε μιλάμε για την τόλμη του trap να απορρίπτει κάθε γοητευτικό ίχνος της ρυθμολογίας στο δρόμο προς την εξαπάτηση της συνείδησης του ακροατή είτε εντοπίζουμε recordings από κάθε πιθανό και απίθανο field σε τραγούδια που φτιάχτηκαν με μόνο σκοπό να κατακτήσουν τον κόσμο.
Αυτό δεν είναι κάτι παράδοξο. Η pop μουσική πάντοτε επικοινωνούσε με τα άκρα του πειραματισμού, ώστε να διασφαλίσει την επιβίωση και την κυριαρχία της. Αυτοί που έχουν αυτιά ακούνε, αλλά πολύ περισσότερο, αυτοί που έχουν διάθεση μελετάνε. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς για να χειροκροτούμε και να χαζο(χαμο)γελάμε στο ασταθές τοπίο μιας καλά προσδιορισμένης retrolandia, την οποία νομίζουμε ότι δήθεν ελέγχουμε, αλλά είναι βέβαιο ότι μας ελέγχει.
Η εμφάνιση τους δεν κράτησε παραπάνω από μία ώρα, συνιστά όμως κοινή γνώση ότι ένα ατόφια πειραματικό live και δεν υπάρχει λόγος και δεν υπάρχει τρόπος να διαρκέσει περισσότερο. Τουλάχιστον χωρίς να αυτο-υπονομευθεί.
Πέρα από το γνωστό πλέον σε όλους (όσους κατά καιρούς τους έχουμε πετύχει σε διάφορα φεστιβάλ δηλαδή) ‘τραπέζι των Matmos’ με τα ατάκτως ερριμμένα μηχανήματα, καλώδια, πηνία και ανάποδα μικρόφωνα, εύλογη θέση ‘πρώτου βιολιού’, ένεκα και του πρόσφατου ‘Metallic Life Review’, για το οποίο τύποις περιοδεύουν, δόθηκε σε διάφορα μεταλλικά αντικείμενα, μικρά, μικρότερα ή/και ευμεγέθη ακόμη, τα οποία σε σύγκρουση, κρούση, πτώση και έναν συνδυασμό όλων αυτών, προσέφεραν την ηχητική πρώτη ύλη της βραδιάς.
Η υπόλοιπη ύλη συντέθηκε από τα θεμελιώδη ηλεκτρομηχανικά προϊόντα του οπλοστασίου των Matmos, όπως αυτά προσεχτικά (και όχι άτακτα, ασφαλώς) αντλούνται από το εδώ ξεκάθαρα άτακτο φάσμα ανάμεσα στο ambient και την musique concrète
, πάντοτε με τρόπο όμως που φροντίζει το όλον να βρίσκεται έτη ήχου μακριά από τον κάθε λογής ακαδημαϊσμό. Εξ ου και σταθερά βρίσκουν θέση σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ, και δεν καταστάθηκαν ποτέ ένα απομονωμένο πειραματικό σχήμα.
Ο M.C. Shmidt ως γνήσιος ηγέτης του anti pop consortium της γενιάς του, είναι εδώ για να απευθυνθεί ελαφρώς ειρωνικά στον κάθε επόμενο θεατή που ασχολείται με το κινητό του, αντί να σφυρίζει ανέμελα για δύο συφοριασμένα λεπτά, ως αντίπραξη σε όσους θεωρούν ότι μία συναυλία των Matmos δεν μπορεί να έχει τις γνήσιες singalong στιγμές της.
Και οι δύο μαζί δεν θα αρνηθούν μία uplifting ροκ-εν-ρολ αποθέωση στο τέλος ενός set το οποίο με επιτακτικά τελεσίδικο τρόπο έχουν προαποφασίσει να κλείσουν απότομα, εκεί που όλοι πίστευαν ότι θα το απογειώσουν με ένα επιπλέον αντίστοιχης δυναμικής ημίωρο (στο τέλος του οποίου όμως θα είχαμε ξεχάσει ότι βλέπουμε και ακούμε τους Matmos, και θα αποχωρούσαμε όλοι άκρως ικανοποιημένοι με όλα και αυτό οπωσδήποτε δεν έπρεπε να συμβεί).
Και γενικώς, από ένα κοινό ικανό αριθμητικά για τα δεδομένα της φάσης, έστω και στο πλαίσιο του χώρου που κατέλαβαν οι περιορισμένοι καθήμενοι, θεώρησα ως μη τυχαίο το γεγονός ότι δίπλα μου βρέθηκε αυτός που αντιμετώπισε το τελευταίο ημίωρο ως ένα γνήσιο dance act και πριν ψήσει την σύντροφο του να πάνε για μια τελευταία μπύρα καθώς όλα τέλειωσαν νωρίς, και υπάρχει χρόνος, φρόντισε να μου πει «ωραία θα ήταν τώρα να ακούγαμε και ένα μισάωρο black metal για να έρθουμε εντελώς στα ίσια μας».
Παρότι είχα κι εγώ χρόνο στη διάθεση μου, αλλά όχι σύντροφο, παρά μόνο όχημα στο έλεος των σύγχρονων αλκοτέστ, δεν τους ακολούθησα, αλλά στον προβλέψιμα προμεσονύχτιο δρόμο για το σπίτι έφερα απλώς και μόνο στη σκέψη μου τα τελικά σοφά προ εικοσαετίας ακριβώς λόγια του λόγιου εκ των πανκ Βασίλη Παυλίδη επ’ αφορμή του τότε άρτι κυκλοφορημένου Rose/Beast και συμπλήρωσα στο σήμερα «ρε τους πούστηδες τους Scenius».
(Φωτογραφίες: Πάνος Λάμπρου)




