Melvins/Redd Kross/Grandmas House
Μια συναυλία ανάδειξη/επίδειξη της δυναμικής και κυρίως του ήθους (με την ευρύτερη έννοια του όρου) του κλασικού αμερικάνικου εναλλακτικού ήχου. Του Στυλιανού Τζιρίτα
Είναι εκ της συμβάσεως λάθος να αποτιμήσουμε τη συγκεκριμένη συναυλία ως μία εμφάνιση των Melvins. Και αυτό διότι για παραπάνω από δύο παράγοντες, οι οποίοι δεν έχουν να κάνουν μόνο με τα δύο μέλη των Redd Kross που έχουν αναλάβει, πέρα από τις ανάγκες του κουαρτέτου που κινείται με την ποδηγεσία των αδελφών McDonald και τις ανάγκες αποπεράτωσης του μονολιθικού αλλά με τόσες καμπύλες και λεπτομέρειες ήχου των Melvins.
Η ίδια η σύμπραξη πέρα από το μοίρασμα παικτών είναι μια πρώτης διαλογής ευκαιρία για να κάνει κάποιος που δεν γνωρίζει -ή θέλει να ιχνηλατήσει εκ νέου- τα μονοπάτια που πήρε το αμερικάνικο ανεξάρτητο κιθαριστικό κύμα στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και στην αυγή της επομένης.
Όχι πως παρακολουθήσαμε κάποιον επιτάφιο του είδους, αντίθετα διατρανώθηκε η απόλυτη ανάγκη ύπαρξής του στη σημερινή δομή του underground ήχου και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την ηχοπλοκή των δύο σχημάτων, αλλά και με το γενικότερο ethos (το χρησιμοποιώ εδώ ασχέτως της ελληνικής ρίζας του, ακριβώς επειδή χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται από τους εκπροσώπους του αμερικάνικου alternative τότε) που διακρίνει αμφότερες τις προαναφερθείσες μπάντες και συμπλέει όχι μόνο με τον ήχο της κιθάρας αλλά και με τους ίδιους τους στίχους, την κινησιολογία πάνω στη σκηνή, την ενδυματολογική πατίνα και τέλος τις ρήσεις και τη στάση των μουσικών προς το κοινό την ώρα της συναυλίας.
Φυσικά δεν πρέπει να ξεχάσουμε τις εκ Μπρίστολ ορμώμενες Grandmas House οι οποίες βρίσκονται όπως αντιλαμβάνομαι σε ανοδική πορεία και οι οποίες άνοιξαν την ημέρα. Μπορεί να μην έχουν την οποιαδήποτε σχέση σε επίπεδο ήχου με τους αμερικανούς συναδέλφους αλλά ακριβώς αυτό το ηλικιακό χάσμα πιστοποιεί ότι υπάρχει και κάτι παραπάνω από τη σημειολογική σύνδεση ήχου που φαινομενικά -αν δεν ξέρει κάποιος- τις έφερε στο να ανοίγουν την περιοδεία Melvins-Redd Kross στη Γηραιά Ήπειρο. Το ξερό και καθόλου ομιχλώδες αγγλικό πανκ που παίζουν έχει κάποιες γωνίες τις οποίες δεν μπορείς να καταλάβεις αν χρειάζονται περισσότερη μουσική παιδεία ή αν είναι απόφαση μίας "είτε σου αρέσει είτε δεν σου αρέσει δεν μας αφορά" νοοτροπίας. Τελικά είχε ενδιαφέρον να μην ξέρεις και να παρακολουθείς το λίαν ενεργητικό κουαρτέτο να σφυροκοπά με την Yasmin Berndt να βάζει τα αρκούντως βαριά (στα όρια του λιμενεργατισμού) φωνητικά της και να ξεσηκώνει μέρος του πανκ κοινού που βρισκόταν από νωρίς εκεί.
Οι Redd Kross (πολλά χρόνια απωθημένο του υπογράφοντα να τους δει live) έδειξαν εκείνο το βράδυ την πείρα τους. Εμφανίστηκαν σε ένα κοινό που δεν τους ήξερε, ποτέ δεν είχαν δημοφιλία στη χώρα μας, μήτε καν τους άκουγες σε συζητήσεις που αφορούσαν το αμερικανικό underground και όλοι σε κοιτούσαν περίεργα όταν ανέφερες το ‘Neurotica’ και την ευστοχία του, κι ενώ συνάντησαν μέχρι και απαξίωση (και γομαροσύνη το λες) με επικλήσεις για την έλευση των Melvins την ώρα που έπαιζαν, κάτι που ανάγκασε τον Jeff McDonald (τραγουδιστή και αρχισυνθέτη του σχήματος από τις πρώτες ημέρες της μπάντας) να απαντήσει μέσω μικροφώνου στον ντουγανόβλακα στο κοινό "οι Melvins εμφανίζονται σε περίπου μία ώρα από τώρα. Αυτή τη στιγμή στη σκηνή βρίσκονται οι Redd Kross" και ενώ τα χειροκροτήματα και στα ενδιάμεσα των τραγουδιών τους την πρώτη μισή ώρα ήταν από χλιαρά μέχρι πεθαμενατζίδικα και ακόμα κι όταν ο Jeff McDonald είπε το παραπάνω δεν υπήρξε κάποια αντίδραση του κοινού που να συμπορευθεί με τα λεγόμενα του ανθρώπου πίσω από τα μικρόφωνα (πάλι κάτι ελάχιστα και χλιαρά χειροκροτήματα), εντούτοις στο τέλος της εμφάνισης τους τα πράγματα είχαν αλλάξει και αν νομίζετε ότι ήταν ντουγανοχειροκρότημα του στυλ "άντε τελειώσατε επιτέλους να δούμε τους Melvins" μάλλον δεν ήσασταν εκεί. Μπορεί να μην ήταν της απόλυτης αποθέωσης αλλά ήταν ένα χειροκρότημα πλήρους αποδοχής, συγκρατημένης αλλά σαφώς με την πλάστιγγα να γέρνει υπέρ του κουαρτέτου. Αυτό φυσικά δε συνέβη με κάποιο μαγικό τρόπο μήτε οπωσδήποτε με μια (επι)φώτιση που έλαβε το κοινό από ψηλά. Αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας μπάντας μπαρουτοκαπνισμένης και με πείρα, η οποία ακριβώς επειδή έχει φάει με το κουτάλι το δρόμο και τις τουρνέ ξέρει πως να σταθεί στη σκηνή μη έχοντας μήτε ένα τραγούδι που να είναι γνωστό στο ακροατήριο. Δεμένο παίξιμο, οι πάντα εκεί ως σήμα κατατεθέν μπητλικές, μαστορικά παιγμένες κιθάρες από τους McDonald και Jason Shapiro που κουβαλούν τον ήχο του αμερικάνικου altermative από τα τέλη των 80s αυτούσιο και με ελάχιστες αλλαγές στην ιδιοσυγκρασία του ήχου, μελετημένη σκηνική παρουσία (όλοι με κουστούμια κομμένα θαρρείς από κάποιο πολοκικό καμβά, λευκού όμως υποχρώματος σε αντίθεση με τα περισσότερα έργα του αμερικανού ζωγράφου), τα κλασσικά ψαλίδια στον αέρα από τον αρειμάνιο Steve McDonald στο μπάσο, άρθρωση που δεν μάσαγε λόγω γενέτειρας (βλέπε Καλιφόρνια) τις συλλαβές, οπότε άμα έδινες βάση μπορούσες να αντιληφθείς σε πολλά σημεία και το σαρδόνιο χιούμορ των στίχων τους αλλά και τον σοβαρό προβληματισμό τους για ζητήματα της καθημερινότητας, ακόμα και αν δεν είχες έρθει ποτέ σε επαφή με το υλικό τους, ενώ στα μετόπισθεν ο Dale Crover κρατούσε με τον γνωστό του ήπιο όσο και στιβαρό τρόπο τα ίσια και τα μπόσικα στα τύμπανα.
Οι Melvins έχουν τον δικό τους, σχεδόν απόλυτο, τρόπο να επιβάλλονται όταν εμφανίζονται. Πόσο μάλλον όταν αυτή τη φορά είχαμε να κάνουμε με διπλή batterie πίσω από τους Buzz Osborne και McDonald (που ως γνωστόν κάνει χρέη μπασίστα και στους Melvins και όχι μόνο για τις ανάγκες τις τουρνέ) σε εξάχορδους και τετράχορδους ρόλους αντίστοιχα. Ο Crover (επίσης από τους Redd Kross) μαζί με τον πάντα κτηνώδη Coady Willis στα χτυπήματα του ήταν σε παράλληλη γραμμή στα μετόπισθεν και ήταν απολαυστικό όχι μόνο να τους ακούς αλλά και να τους βλέπεις. Να σημειωθούν δύο μείζονος σημασίας λεπτομέρειες. Ο Willis είχε λάβει τις χαμηλές συχνότητες στη μίξη ενώ στις μεσαίες και στις ψηλές ακούγαμε κυρίως τον Crover, κάτι που δεν είναι μόνο αναγκαίο αλλά και λίαν ενδιαφέρον διότι μπορείς να αντιληφθείς ζητήματα που άπτονται του παιξίματος τους.
Και εδώ είναι η δεύτερη λεπτομέρεια που αφορά το ζευγάρι των δύο ντράμερ. Ο Willis παίζει πιο έντονα σηκώνοντας σχεδόν πάντα το χέρι πιο ψηλά από τον ώμο ενώ ο Crover επιλέγει πάντα χαμηλά χτυπήματα δουλεύοντας λεπτομέρειες. Αυτός ακριβώς ο συσχετισμός δυνάμεων κάνει ενδιαφέρον το δίδυμο αυτό. Ασύλληπτος συγχρονισμός και την ίδια στιγμή διαφορές στην τεχνική που χρωματίζουν τη γενική εικόνα της μπάντας. Ο ίδιος ο Osborne ανέβηκε όχι μόνο με την τελετουργική φορεσιά του με τα αιγυπτιακά (;) μάτια (κεντημένη όπως φημολογείται από τη σύζυγό του Lori) και με την επίσης σήμα κατατεθέν του κιθάρα, την King Buzzo Standard της EGC. Η αμερικάνικη (Εξ Αλαμπάμα ορμώμενης) εταιρεία που φημίζεται για τις κατασκευές της έχει φτιάξει το συγκεκριμένο μοντέλο προς τιμή του ηγήτορα των Melvins. Ιδιότυπη κλειδιέρα και λαιμός από αλουμίνιο. Από την άλλη ο McDonald κράτησε το πανέμορφο λευκό Gibson Thunderbird με το οποίο είχε εμφανιστεί και λίγο πριν με τους Redd Kross.
Τους Melvins πρέπει να τους δεις ζωντανά στη σκηνή για να καταλάβεις όλη αυτή τη λατρεία του κοινού, ενώ την ίδια στιγμή αντιλαμβάνεσαι για ποιο λόγο με όλο αυτό τον σκληρό πυρήνα οπαδών για δεκαετίες δεν ανέβηκαν ποτέ σε βάθρα τα οποία κατέκτησαν άνθρωποι και σχήματα που επηρεάστηκαν άμεσα από αυτούς. Ο ήχος τους παραμένει πηκτός, ο όρος sludge δεν φτάνει για να τον περιγράψει, ο λυρισμός τους, ναι ο λυρισμός τους μέσα σε αυτό το φαράγγι ενέργειας και παραμόρφωσης είναι εκεί άμα θέλεις να τον αναγνωρίσεις, υπάρχει αυτό το συμπίλημα ήχων και λόγου που παραπέμπει στο φως και όχι στο σκοτάδι ακόμα και όταν οι στίχοι του Osborne εκρήγνυνται με αυτή την διαπεραστική λαλιά του στα ηχεία, το ιερατικό μονοπάτι των τυμπάνων αναδεικνύει έναν ρυθμολογημένο κώδικα αρχέγονης κοινότητας δυνάμενος να παρασύρει τον σβέρκο ακόμα και ασφαλιστή ζωής με καλοσιδερωμένο λευκό κολάρο, ενώ και ο Steve McDonald είναι πάντα εκεί για να υπενθυμίζει μέσω των κινήσεων του ότι το σεξ απήλ είναι κάτι που ποτέ δεν πρέπει να λείψει από το rock n roll αν αυτό θέλει να ονομάζεται έτσι.
Επί μία ώρα και τριάντα λεπτά σταμάτησαν οι πολλές κουβέντες και όλοι παρακολουθούσαν ένα καλοσχεδιασμένο σετάρισμα (παίζουν ακριβώς το ίδιο σε όλη την ευρωπαϊκή τους τουρνέ, απόλυτα λογικό λόγω των χειρισμών που χρειάζεται η παράλληλη πορεία των δύο τυμπανιστών) με τον ήχο να μη σταματάει σχεδόν ποτέ, χωρίς χαριτωμενιές και χωρίς χειραγώγηση του κοινού με φτηνά κόλπα.
Παραφρασμένη η δηκτική φράση του Ιούλιου Καίσαρα σχολιάζοντας τη νίκη του επί του Φαρνάκη Β’ είναι επιβεβλημένη:
Venerunt, musicam cecinerunt, vicerunt.
(Οι φωτογραφίες είναι του Αργύρη Λιόση)




