Four Ros-es on the rocks
Ας πούμε ένα ποίημα: Οι Σίγκουρ Ρος στο Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη.
Ό,τι δε λέγεται με λέξεις λέγεται με μουσική.
Πάλι θέλει προσοχή και προσπάθεια για να είσαι ακριβής. Αλλά, όπως φάνηκε τελικά από αυτή τη συναυλία, λέγεται. Και όλοι το καταλαβαίνουμε, χωρίς όπως συνήθως να τα καταφέρνουμε μετά στα λόγια και τις περιγραφές. Οι λέξεις τραβιούνται για να είναι ακριβείς αλλά ποτέ δε φτάνουν. Μόνο η μουσική νικάει τη λεξιπενία. Θυμήσου ότι ο τελευταίος δίσκος τους είναι απλά άτιτλος.
Ήταν ένα παραμύθι. Βγήκαν απλά, έπαιξαν και έφυγαν ακόμη πιο απλά: Παιδιά τώρα θα σας τραγουδήσουμε λίγα κομμάτια για τον πόνο του κόσμου, για το μάταιο της ύπαρξης που κρυμμένο μέσα σας είναι σίγουρο ότι σκάει ενίοτε και σας βασανίζει, για την μελαγχολία της απόλυτης χαράς, για την αδυναμία μας να σας πούμε διαφορετικά ότι η ζωή δεν θα είναι ποτέ όπως θα θέλαμε. Αντίο.
Οι τεράστιοι βράχοι του θεάτρου με τις βιντεοπροβολές πάνω στον τραχύ όγκο τους, η απόλυτη επιβολή του χώρου, και από μπροστά, η σκηνή όπου αυτό το μεγαλείο να μεταφράζεται σε μουσική παράσταση.
Ένα κοριτσάκι με ξανθά κοτσιδάκια χαμογελάει πάνω στον κυρίαρχο βράχο. Και ο Γιόνζι από κάτω να βγάζει σπαραξικάρδιους ήχους από το θεϊκό του λαρύγγι. Και να μη χρειάζεται τίποτα άλλο να συμπληρώσεις.
Οι πληροφορίες λένε ότι οι ίδιοι οι ισλανδοί μύστες επέλεξαν το συγκεκριμένο χώρο ανάμεσα σε πολλούς άλλους για να μαγνητοσκοπήσουν ένα πολυαναμενόμενο ντι-βι-ντι με τη συναυλία τους. Δικαιολογημένα. Ο χώρος ήταν φτιαγμένοις γεμάτος «υποδοχές» για να τρυπώσουν τέτοιου είδους συγκλονιστικές μελωδίες. Τιμή μας, ω Έλληνες.
Και τα βιολιά των τεσσάρων μουσών ονόματι Άμινα επί σκηνής σε δεύτερο πλάνο.
Κλασσική μουσική ήταν όλο αυτό. Δεν ήταν ούτε ροκ ούτε ποστ ροκ ούτε ποπ ούτε μακροσκελείς μπαλάντες ούτε πειραματικός ήχος ούτε τίποτα. Ήταν μια βαθειά συγκίνηση σε μορφή ήχων. Και όχι μόνο γιατί οι Σίγκουρ Ρος αποτελούν ένα από τα πιο μεγαλειώδη συγκροτήματα αυτή τη στιγμή, και όχι μόνο γιατί τους είδαμε σε μια από τις καλύτερες στιγμές τους μετά το θρυλικό δίσκο «παρένθεση», και όχι μόνο λόγω της υποκειμενικότητάς μου καθότι φαν. Ήταν και κάτι άλλο πραγματικά μαγικό που συνετελείτο εκειπέρα.
Δεν πειράζει που κάποιος κόσμος εκτός κλίματος έβγαζε άναρθρες κραυγές και διασπούσε την μυσταγωγία. Χώρος και μουσική ήταν τόσο επιβλητικά που δε χρειαζόταν απαραίτητα η συνάφειά σου με το υπόλοιπο κοινό για να παρασυρθείς από τη συγκίνηση (μιλάμε για αυτές τις συγκινήσεις που γεμίζουν αφόρητα το χώρο ανάμεσα στους πνεύμονες και την κοιλιά, που δεν μπορείς να ξεκολλήσεις αυτιά και μάτια από αυτό που διαδραματίζεται ενώπιόν σου, που δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από ένα υφέρπον κλάμα και μία ικανοποίηση ότι «τι ωραια που βρήκαν τον τρόπο να εκφράσουν όλα αυτά τα άφατα που με πνίγουν»). Και εξάλλου εδώ είναι Ελλάδα δεν είναι Ισλανδία, οι μεσογειακού ταμπεραμέντου παρεκτροπές και τα άστοχα σχόλια δικαιολογούνται (λέμε τώρα). Εντάξει δεν θα τις ευχόμουν κιόλας.
Όποιος κατάλαβε το μεγαλειώδες μουσικό μυστήριο που εξετελέσθη το βράδυ της 1ης Ιουλίου σε μια γωνίτσα της Αθήνας μέσα στην πετρώδη αγκαλιά της φύσης, το κατάλαβε. Χωρίς λόγια.
Δεν είχαν συνειδητοποιήσει ίσως ότι κάνουν συναυλία. Γι αυτό και στο τέλος αντί για ανκόρ μας χάρισαν δύο ωραιότατες υποκλίσεις σαν ηθοποιοί που ολοκλήρωσαν το έργο και στη συνέχεια απεκδύονται το ρόλο που υποδύονταν και ευχαριστούν το κοινό που χειροκροτεί ασταμάτητα.
Στιγμές που πρέπει να θυμηθώ να μην ξεχάσω: Τις αλύπητες δοξαριές στην κιθάρα του Γιόνζι. Τον ντράμερ που αφού έχει κάνει τα τύμπανα να εκραγούν τα σκορπάει αποτελειώνοντας την αναδυόμενη ένταση. Τις γλυκές αναπνοές πάλι του μάγου Γιόνζι πριν από κάθε στίχο του Ny Battery (σαν την αναπνοή του αγαπημένου δίπλα σου στον ύπνο του). Τα παιδικά τους πρόσωπα. Τον απαραίτητο επαγγελματισμό τους (δεν είναι εύκολο να παράγει κανείς τόση φόρτιση, δεν μπορεί να γίνει τυχαία, είναι δεξιοτέχνες, έχουν οργανώσει τη συγκίνηση ώστε να την ερμηνεύσουν με ευστοχία προς τους από κάτω). Και την κάθαρση που κουβαλούσα ακόμη μέσα μου στο δρόμο από το Βύρωνα για το σπίτι.
Αναστασία Μουμτζάκη
(Να θυμηθώ να χρησιμοποιήσω τις λέξεις ομορφιά ανάταση μεγαλείο κατάνυξη)
Βρεθήκαμε στιβαγμένοι για δύο ώρες στη σπηλιά του Πλάτωνα κοιτώντας στη σκηνή του Θεάτρου Βράχων να στροβιλίζονται οι σκιές θείας μουσικής παιγμένες από έναν θίασο αλλόκοτο, που εμείς, πιστοί στην ταπεινή υπόστασή μας, γεμίζαμε τις σιωπές του με τις φωνές τα χειροκροτήματα και τα κινητά μας. Μετά άρχιζε πάλι ο στρόβιλος των απόηχων μιας μουσικής μεγάλης και τέλειας και ξαναγινόμασταν πολίτες μιας ιδανικής πολιτείας. Οι ΖσίγκουρΡος έπαιξαν το ρόλο των κοινωνών μεγαλειωδώς - κι η Ισλανδία μάλλον παράγει τα πιο μουσικόφιλα ξωτικά στον πλανήτη.
Κρυστάλλινος θόρυβος από μια παγωμένη συμπαντική έκρηξη έσβηνε τον ιδρώτα μιας ζεστής αθηναικής βραδιάς στον ξερό πάγο της σκηνής. Η φωνή του Γιόνζσι, ανάμνηση από την ομηρική περιγραφή των σειρήνων, έθελγε το θέατρο σε σημείο κατάνυξης -ομορφιά και ανάταση μια που το θυμήθηκα παράχθηκαν ούτως ή άλλως κι όταν ακούγαμε μόνους τους τους υπόλοιπους ΖσίγκουρΡος, μαζί με τις Άμινα, τέσσερεις νεράιδες σε ρόλο κουαρτέτου εγχόρδων.
Κι αν πολλές φορές σφάλαμε για το πότε τελείωνε ένα κομμάτι, διακόπτοντας τον ειρμό του με χειροκροτήματα και παραγγελιές για το επόμενο, το τέλος το νιώσαμε μαζί και ταυτόχρονα, όταν οι οιμωγές της δοξαριάς του Γιόνζσι πάνω στην κιθάρα του έστειλαν το ηχητικό κρεσέντο του θιάσου να γκρεμίσει τα ντραμς και να σωριάσει ταυτόχρονα τα υπόλοιπα όργανα στο πάλκο. Η διπλή υπόκλιση των ευτυχισμένων ξωτικών στο παρατεταμένο μπιζ που ζητούσε κι άλλο, προσωπικά με ανακούφισε. Στην ιδανική πολιτεία οι συναυλίες πρέπει ν' αρχίζουνε με χάδια και να τελειώνουν με σπασμούς.
Γιάννης Πλόχωρας



