Silver Bleeds the Black Sun
Ένα συγκρότημα (και ένας δίσκος) που δεν θα μπορούσε παρά να είναι εξ Αμερικής. Ο Παναγιώτης Αναστασόπουλος μοιράζεται μια 'ένοχη' του απόλαυση.
Αν οι AFI είχαν φτιαχτεί στα ‘70s, θα τους φανταζόμουν σαν ένα απαγορευμένο για βρώση σοκολατάκι, καλά κρυμμένο στη φοντανιέρα ενός κατά το πρότυπο της εποχής κλειδωμένου και σκοτεινού σαλονιού. Επειδή όμως ξεκίνησαν τη συνεπέστατη μέχρι σήμερα πορεία τους το 1991, τους θεωρώ απλά ως μια από τις ένοχες απολαύσεις μου, που έχει τη θέση της σχεδόν σε κάθε προσωπική rock playlist, αλλά και τη δυναμική να με μαθαίνει να αγαπώ αρκετά από τα τραγούδια τους που αρχικά δε θεώρησα αξιόλογα. Και τότε, θα μου πείτε, γιατί η απόλαυση της μουσικής τους είναι «ένοχη»; Μα, ξέρετε εσείς. Έτσι δεν είναι;
Οι Καλιφορνέζοι A Fire Inside χτύπησαν καθυστερημένα την πόρτα μου -ή ορθότερα εγώ τη δική τους- με το “Decemberunderground” και σύντομα με… μπέρδεψαν. Ευχάριστα όμως. Γυρίζοντας πίσω στη δισκογραφία τους διαπίστωσα πόσο ευέλικτα αντιμετώπιζαν το indie-rock, υπό την ευρύτατη έννοια που είχε αποκτήσει στα ‘90s, κάτι που εξακολουθούν να κάνουν μέχρι και σήμερα, παρά το ότι από το “Burials” (2013) και μετά παραμένουν κατά κανόνα προσηλωμένοι στα λατρεμένα τους goth- rock και post-punk. Πώς είπατε; «Αχ, τι ωραία;» Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ, ιδιαίτερα με την καθαρόαιμη ‘80s αισθητική που εσχάτως τα υποστηρίζουν. Μάλιστα, η «τεχνογνωσία» που τους προσφέρει η όλη hardcore (straight edge), post-hardcore, horror-punk και emo (και screamo) προϊστορία τους, δημιούργησε και εξακολουθεί να συντηρεί δυναμικά μια από τις πιο ετερόκλητες fan bases που περιλαμβάνει punks, hardcore fans, goths και metallers.
Καμία έκπληξη λοιπόν, που το “Silver Bleeds the Black Sun” βγάζει απενοχοποιημένα τις επιρροές του σε ένα σφιχτοδεμένο… goth-punk (μην πιστεύετε τον Jade Puget όταν λέει ότι τέτοιο είδος δεν υπάρχει), που φέρει την υπογραφή του ίδιου, των Hunter Burgan, Adam Carson και φυσικά του αειθαλή frontman Davey Havok, ο οποίος αλλάζει κι αυτός συνεχώς προσωπεία και ερμηνεύει τα τραγούδια με τη γνωστή θεατρικότητα που ανέκαθεν τον διέκρινε κατά το πρότυπο της ευρύτερης Jaz Coleman σχολής. Τα εύσημα όμως στην προκειμένη περίπτωση ανήκουν κυρίως στον… αρνητή κιθαρίστα Puget (XTRMST, Blaqk Audio), που υπογράφει την παραγωγή. Μπορεί αυτός να μην έχει αποκτήσει το εκτόπισμα των Jerry Finn και Butch Vig, που είχαν τη θέση του σε παλιότερες κυκλοφορίες των AFI, αλλά, όπως έχουμε δει στα δύο αμέσως προηγούμενα άλμπουμ τους, οι δουλειές του ήταν σαφώς ποιοτικές, όπως και στις παρελθούσες συνεργασίες του με τους The Cure (“Freakshow”), Marilyn Manson (“Heart-Shaped Glasses (When the Heart Guides the Hand)” και The Dear & Departed (“Something Quite Peculiar”). Εδώ, για μια ακόμα φορά, οι πρωταρχικές hardcore-punk καταβολές του καθώς και η εγκόλπωση της γεννημένης από τα σπλάχνα του straight edge μουσικής και μη ιδεολογίας που πιστά ακολουθεί, τον βοήθησαν να βγάλει έναν πεντακάθαρο, δυνατό και σεβαστικό του παρελθόντος ήχο, που μοιάζει -ιδιαίτερα σε όσους δεν το γνώρισαν στην εποχή που ήταν παρόν- αναζωογονητικά φρέσκος.
Καταρχάς, οφείλω να ομολογήσω ότι ο τελικός ήχος του νέου τους δίσκου είναι (αλλά όχι ακριβώς παραείναι) χαρακτηριστικός AFI. Τι λέγαμε όμως προηγουμένως για απενοχοποιημένες επιρροές; Λοιπόν, αυτές υπάρχουν αφτιασίδωτες και διακριτές, αλλά γρήγορα απορροφώνται από την αισθητική του ήχου της μπάντας. Στο σημείο αυτό είθισται να ξεκινάμε (ακόμα και όταν δεν το ομολογούμε) με το πιο όμορφο κατά τη γνώμη μας τραγούδι, αλλά εδώ κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Ο λόγος είναι πολύ απλός: διότι, ύστερα από τόσες γνώμες που άλλαξα, δεν είμαι τελικά βέβαιος ποιο θεωρώ καλύτερο. Ακόμα κι αν το πάρω αλλιώς, δηλαδή να πω ποιο από τα δέκα τραγούδια είναι το λιγότερο καλό, πάλι δε θα ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Ας το προσπαθήσω όμως: είναι το “Spear of Truth”. Μια στιγμή όμως: αν ένα τραγούδι των AFI που έχει κάτι από την επική διάσταση των In the Nursery και την καταχνιά των Bauhaus και το περιγράφεις λίγο-πολύ ως αδιάφορο, τότε κάτι δε μοιάζει σωστό. Οπότε, ας αφήσουμε τις αξιολογήσεις και ας δούμε κι εμείς απενοχοποιημένα και μακριά από συγκρίσεις το υλικό του νέου τους άλμπουμ.
Η καταχνιά των ‘80s βγαίνει περήφανα μπροστά σε δύο ακόμα τραγούδια που φαντάζομαι πως θα άρεσαν πολύ στους Killing Joke: Στο πρώτο single “Behind the Clock” που εκτός από τον Jaz θα έκανε και τον Perry Farrell να χαμογελάσει, όπως και στο “A World Unmade” που μπλέκεται με το σημείο που οι The Cure τέμνονται με τους OMD. Στο “Bird of Prey” οι Placebo δίνουν το χέρι στους The Mission, ενώ στο “Blasphemy & Excess” οι ένδοξες -πρώιμες, φυσικά- μέρες της προσωπικής καριέρας του Gary Numan ξαναζούν αβίαστα. Τα τρία επόμενα πολύ καλά τραγούδια χαρακτηρίζονται από τις υπέροχες κλασικές AFI basslines και είναι το “Marguerite” (μα, γιατί μου θυμίζει το “A.F.I. Rabbits Are Roadkill on Rt.37”;) που θα έβρισκε θέση στο “Decemberunderground”, το “VOIDWARD, I BEND BACK” που θυμίζει τους Psychedelic Furs και το “Ash Speck in a Green Eye” με τον πρώιμο ήχο της 4AD και τις αναφορές στους The Sound, Chameleons και Sisters of Mercy. Όσοι λατρεύουν τους Sisters, έχουν την ευκαιρία να χαρούν και με το κολλητικό “Holy Visions” που κερδίζει άνετα τον άτυπο τίτλο του hit song με την καταναλωτική έννοια του όρου. Επέλεξα να αναφέρω τελευταίο τον διαφορετικό και εξαιρετικό επίλογο του “Nooneunderground”, που αν δεν έχεις ακούσει και σου ζητήσουν να κλείσεις τα μάτια και να πεις πού βρίσκεσαι όταν το ακούς, θα μπορούσες εύκολα να πεις στον Πήγασο το 1985 (όσοι βρεθήκατε εκεί ξέρετε καλά τι εννοώ). Ένα καταιγιστικό τραγούδι - έμπνευση για τους Regressverbot και τις Hekátē, που σίγουρα θα το έπαιζαν σε ενδεχόμενη επαναλειτουργία (καλά, θα ήθελα) του κλαμπ της Τηλεμάχου.
Το “Silver Bleeds the Black Sun” είναι ένας δίσκος που ακούγεται δυνατά. Και, ναι, μοιάζει περίεργο να γράφεται κάτι τέτοιο στις μέρες μας, για έναν μη μεταλλικό ήχο. Κι όμως είναι αλήθεια!




