Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχική
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
Altın Gün

Yol

Glitterbeat, 2021

O δρόμος (τουρκιστί yol) για την Ανατολή μπορεί να περνάει και μέσα από την Δύση (ενίοτε και το αντίστροφο). Του Αντώνη Ξαγά

«Τι γυρεύει ο Ευρωπαίος στην Ανατολή;» Από αιώνες ένα σωρό νοματαίοι τράβηξαν τον δρόμο προς τον ανατέλλοντα ήλιο, στρατηγοί με φουσάτα, έμποροι (με και χωρίς φουσάτα), μοναχοί, τυχοδιώκτες, προσκυνητές και περιηγητές (σήμερα τουρίστες), στα χνάρια του Αλέξανδρου, του Γοδεφρείδου, του Σατωβριάνδου, του Φλωμπέρ, του ‘Λώρενς της Αραβίας’, όλους τους τραβούσε το εξ Ανατολών φως, ex oriente lux που λέγανε οι Λατίνοι, μια ιδέα, μια ουτοπία και δυστοπία ταυτόχρονα, ένα μείγμα εξωτισμού και μυστικιστικού ρομαντισμού, μια γοητεία (με flip-side την αποστροφή) για τον αισθησιασμό και τον δεσποτισμό, την χλιδή και την ωμότητα. Σε τέτοιες βάσεις έχει στηριχτεί από αιώνες το φαντασιακό αυτό δίπολο Ανατολή-Δύση, το οποίο όσο κι συρρικνώνει την ανθρώπινη πολλαπλότητα σε δύο «ταυτότητες», όσο ψευδεπίγραφα μανιχαϊστικό και χονδροειδές με κάλυψη θετικιστικής προβιάς κι αν είναι, όσο κι αν εγκλωβίζει (και τελικά πολώνει) την σκέψη σε βαθμό αυτοεκπληρούμενης προφητείας, εν τούτοις το γεγονός ότι πολλά υποκείμενα δρουν υπό την επήρειά του, παράγοντα απτά και ενίοτε τραγικά κι αιματηρά αποτελέσματα, δεν μας επιτρέπει να το αγνοήσουμε. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι πολύτιμη και πάντα επίκαιρη (γράφτηκε το 1977!) η κατεδαφιστικά πολεμική κριτική του Edward Said στον «Οριενταλισμό» του (στα ελληνικά υπάρχει στις εκδόσεις ‘Νεφέλη’ στη μετάφραση του Φώτη Τερζάκη).

Στο βιβλίο αυτό ο σπουδαίος Παλαιστίνιος διανοούμενος ιχνηλατεί και τον τρόπο δημιουργίας των στερεοτύπων αυτών και μέσω της τέχνης, και δη της λογοτεχνίας. Σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον θα ήταν αν είχε ανοίξει την οπτική του και στον χώρο της μουσικής, να ερμηνεύσει υπό το ίδιο σκεπτικό την οριενταλιστική φαντασίωση της δυτικής νεολαίας στα 60s και στα 70s, η οποία καβάλησε τα διάφορα χίππικα «μαγικά λεωφορεία» ξαναπήρε τον δρόμο του μεταξιού και στα πλαίσια μιας αντικουλτούρας αναζήτησε (πυροδοτούμενη αλλά και ετεροκαθοριζόμενη!) στην Ανατολή το αντίπαλον δέος στον κυρίαρχο στυγνά καπιταλιστικό και τεχνολογικό πουριτανικό ορθολογισμό της Δύσης (τα έχει ωστόσο επισημάνει ωραία και εύστοχα ο David Pichaske στο «Μια γενιά σε κίνηση» - και αυτό το βρίσκουμε  στα ελληνικά στις εκδόσεις ‘Κουκκίδα’ σε μετάφραση της δικής μας Χίλντας Παπαδημητρίου). Μια κίνηση μεταξύ δύο κόσμων πιο κοντά στο γεωγραφικό συνεχές του Μπρωντέλ παρά στο συγκρουσιακό του Χάντινγκτον, μια κίνηση η οποία μετέφερε σπόρους ένθεν κακείθεν, επηρεάζοντας καθοριστικά αμφότερα τα μέρη, κι εκφράστηκε και στην μουσική, σε είδη όπως η ψυχεδέλεια, η new age, το κράουτ ακόμη, αλλά και η ίδια η ποπ εν συνόλω (αν θέλετε να κάνουμε την σκέψη μας πιο αιχμηρή, θα σημειώσουμε ότι τον ίδιο δρόμο τράβηξαν και πιο πρόσφατα πολλά ευρωπαιόπουλα αναζητώντας νόημα στην τζιχαντιστική ευδαιμονία και τις υποσχέσεις του DAES/ISIS, μπολιάζοντας το συγχρόνως με μια χαρακτηριστικά δυτική ‘ποπ’ διάσταση).

Στις μέρες πια τα «ΚΤΕΛ magic bus» δεν κυκλοφορούν πια, τείχη και διαβατήρια και βίζες έχουν πολλαπλασιαστεί, βέβαια από την άλλη ο κόσμος έγινε πιο διαπλεκόμενος και φαινομενικά μικρός και ‘παγκοσμιοποιημένος’, χρήματα και «κουλτούρες» κυκλοφορούν ανεμπόδιστα με το πάτημα ενός κουμπιού, just a click away, όλα δυνητικά διαθέσιμα, ο κόσμος όλος ένα καλλιτεχνικό playground, ένα σύνολο αναφορών (‘references, references’ που λένε και οι εσχάτως προβαλλόμενοι Black Country, New Road).

Η ιστορία του συγκεκριμένου σχήματος ταιριάζει μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένας Ολλανδός τύπος ονόματι Jasper Verhulst, συλλέκτης δίσκων και μουσικός, μπασίστας σεσιονάς μεταξύ άλλων στον πολύ αξιόλογο συμπατριώτη του Jacco Gardner και την (νέο)ψυχεδέλεια του, ανακαλύπτει δίσκους της Selda Bağcan και του Erkin Koray και συναρπάζεται, πέφτει με τα μούτρα στο αποκαλούμενο anadolu rock, βάζει αγγελία σε γνωστό κοινωνικό ‘μύδι’ αναζητώντας τραγουδίστριες οι οποίες να γνωρίζουν τούρκικα, κάπως έτσι συγκροτείται μια εξαμελής παρέα με ρίζες οι οποίες απλώνονται μέχρι την Ανατολία και την Ινδονησία και βαφτίζεται Altın Gün (ήτοι η «χρυσή ημέρα») με κόνσεπτ τις διασκευές σε παλιά τούρκικα λαϊκά τραγούδια από την πολύ πλούσια παράδοση των 60s και τα 70s περνώντας τα μια επίστρωση φανκ, ροκ, 80ίλας, ψυχεδέλειας, γλεντιού και νοσταλγίας (άραγε έχει γράψει κανείς για …οριεντάλ ρετροφουτουρισμό; το… κατοχυρώνω). Η ιδέα καρποφορεί, ο δεύτερος δίσκος τους μάλιστα, το ‘Gece’, πετυχαίνει το σωστό κύμα το οποίο τους φέρνει μέχρι και Grammy υποψηφιότητα στην κατηγορία 'best world music album'.

Σκέφτομαι στο σημείο αυτό ότι είναι λίαν ταιριαστό ότι το πρότζεκτ αυτό (δεν είναι επίσης ταιριαστό να το ονομάσουμε έτσι;) μας έρχεται από την Ολλανδία, αν αναλογιστούμε ότι η χώρα αυτή (ή μήπως πιο πολύ περισσότερο …εταιρεία παρά, για να κλέψω μια εύστοχη Ουελμπέκ ατάκα από την «Σεροτονίνη») υπήρξε μια σκληρή αποικιοκρατική και ιμπεριαλιστική δύναμη (σε ένα όχι τόσο απώτατο- παρελθόν-ταμπού το οποίο μάλλον χαλάει λίγο το σύγχρονο γαλακτερό «φιλελεύθερο» προσωπείο της χώρας), και μπορεί να μην τραγάνισε τα δόντια της στο κουφάρι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως κάτι άλλοι αγγλογάλλοι, ωστόσο οι διεπαφές της με την Ανατολή υπήρξαν έντονες και πλούσιες, στην διαδρομή Άμστερνταμ-Ιστανμπούλ ταξίδευαν κάθε λογής εμπορεύματα, από μπαχαρικά μέχρι εξωτικοί ήχοι (παρενέργειες σαν το σατυρικά κιτς «Turkey Turkey» των Dizzy Man's Band τις παραβλέπουμε) μέχρι και το ίδιο το εθνικό σύμβολο, η τουλίπα (θυμάται κανείς την «μανία της τουλίπας», την ‘tulpenmanie’, μια από τις πρώτες κρίσεις του νεογέννητου καπιταλισμού τον 17ο αιώνα, για την οποία ερίζουν μέχρι σήμερα οι οικονομολόγοι;). Μέχρι σήμερα η χώρα είναι ένα κοσμοπολίτικο χωνευτήρι πολιτισμών, διαμετακομιστικός κόμβος, η εμπορική πύλη της Ευρώπης, τα περισσότερα «έθνικ» προϊόντα αν ρίξετε μια ματιά θα δείτε ότι γράφουν κάπου στην ούγια ‘Netherlands’.

Και ήδη κάπου διαισθάνομαι να αναδεύεται σαν φίδι στις λόχμες της σαβάνας η κατηγόρια της ‘πολιτισμικής οικειοποίησης’, ένας όρος που μπορεί ως πασπαρτού να έχει χρησιμοποιηθεί ισοπεδωτικά και για τα πάντα χάνοντας έτσι την εξηγητική του δύναμη, ωστόσο δεν μπορεί να αγνοηθεί σε κάποιες περιπτώσεις, αναπόφευκτα ίσως. Διαβάζω λοιπόν στην ιστοσελίδα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας το σχόλιο για τον δίσκο ενός Τουρκογερμανού DJ, ονόματι Tuncay Acar, ο οποίος δραστηριοποιείται στο ίδιο περίπου ψυχεδελοπόπ πεδίο και με ευμενή άποψη για το γκρουπ. Λέει όμως κάπου ότι το «να πάρεις τον Âşık Veysel και να τον κάνεις ελαφρόμυαλο ποπ τραγουδάκι νομίζω πάει πολύ» Αν γνωρίζεις την ιστορία των τραγουδιών, κάποια πράγματα δεν ταιριάζουν». Ένα το κρατούμενο, αν και ο προβληματισμός του Acar προχωρά και σε άλλο επίπεδο, όταν αναφέρει ότι η επαφή με την τουρκική κουλτούρα «συμβαίνει μόνο με την διαμεσολάβηση λευκών ‘ειδικών’, ελπίζω ότι εμείς στο μέλλον θα αποκτήσουμε φωνή για να μπορούμε να εκπροσωπούμαστε οι ίδιοι» (όπου κάπου συναντάει και τον Σαΐντ, ο οποίος βάζει ειρωνικά στην προμετωπίδα του βιβλίου του, απόσπασμα του Μαρξ από την «Δεκάτη Ογδόη Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»: «δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους˙ πρέπει να εκπροσωπηθούν»). Και δεν μπορεί να μην αναγνωρίσεις ότι τέτοιοι προβληματισμοί έχουν μια βάση, ακόμη κι αν επιχειρηματολογήσεις ότι τα όρια ανάμεσα στην οικειοποίηση και την αλληλεπίδραση είναι θολά (και το ίδιο το ροκ ένα τέτοιο προϊόν δεν είναι;), και ότι όλη η ανθρώπινη ιστορία είναι μια ατελείωτη αλυσίδα αφομοιώσεων και ιδιοποιήσεων.

Από την άλλη κάπου εδώ ξυπνάνε φαντάσματα του αλήστου μνήμης Μένιου Κουτσόγιωργα και της διαβόητης ατάκας του κατά του Μητσοτάκη του Α’ «δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε», ένα επιχείρημα το οποίο όσο γραφικό κι αν ακούγεται στην διατύπωση, στις μέρες έχει αποκτήσει καθολική ισχύ με την επίκλησή του για κάθε δυνατό θέμα το οποίο τίθεται στην δημόσια σφαίρα, όπου το δικαίωμα «δια να ομιλείτε» γίνεται μονοπωλιακό προνόμιο (και ηθικό πλεονέκτημα!) μιας ειδικής τάξης η οποία κάθε φορά μπορεί να αποτελείται από τους έχοντες ειδική γνώση, μήτρα, χρώμα, σεξουαλική επιλογή, κοκ, πρόσφατα πήρε και την διάσταση του… «δεν δικαιούσθε δια να μεταφράζετε αν επικαλεστούμε την περίπτωση της λευκής ολλανδέζας –και μάλιστα «non-binary»- Marieke Lucas Rijneveld η οποία αποκλείστηκε από την μετάφραση του ποιήματος της –μαύρης- Amanda Gorman – ναι αυτό που ακούσαμε στο σώου ορκωμοσίας του νέου wannabe πλανηταρχίδη). Όλα αυτά μετά βίας υποκρύπτουν μια σχεδόν μεταφυσική και πρωτοφασιστικής φύσεως ουσιοκρατία κι έναν τρόπο σκέψης βαθιά και ακραία νεοφιλελεύθερο και ατομοκεντρικό, όπου το δικαίωμα της έκφρασης αν το προεκτείνουμε ad absurdum καταλήγει στο ατομικό Υπερεγώ (τα γράφει ωραία και γλαφυρά στο blog του ο Techie Chan: «κι επειδή οι ταυτότητες είναι πολλές, το intersectional του πράγματος λέει ότι αν είσαι μαύρη λεσβία μουσουλμάνα κομουνίστρια, δεν μπορεί κανείς να μιλάει για εσένα παρά αντίστοιχες μαύρες λεσβίες μουσουλμάνες κομουνίστριες. Κι αν εκτός από όλα αυτά είσαι και βήγκαν, τότε φυσικά η συντρόφισσα μαύρη λεσβία μουσουλμάνα κομουνίστρια που το τρώει το ζαμπονάκι της, δεν μπορεί να σε καταλάβει. Εκεί είναι απλά ένα παιχνίδι εξουσίας για το ποιος έχει δικαίωμα να μιλά. Και αυθαίρετα κάποιοι αρχίζουν να μιλούν εκ μέρους των υπολοίπων και προσπαθούν να σωπάσουν αυτούς με τους οποίους διαφωνούν χρησιμοποιώντας μία από τις κατατμήσεις που τους βολεύουν. Αν είσαι γυναίκα, τότε δεν είσαι και μαύρη, ή δεν είσαι λεσβία ή δεν είσαι ινδή μετανάστρια, πάντα κάτι ΔΕΝ θα είσαι». Και εν προκειμένω, κι εγώ από που κι ως που δικαιούμαι να εκφέρω άποψη για έναν τέτοιο δίσκο. Μιλάω τούρκικα; Είμαι Τούρκος ή έστω Ολλανδός με μεταναστευτικό υπόβαθρο; Δεν είμαι καν μουσικός, δεν γνωρίζω από νότες, αυτό που το πας;

Ανοίξαμε όμως πολύ το θέμα, σε σκέψεις και αναλύσεις που σίγουρα υπερβαίνουν τις προθέσεις του εν λόγω έργου. Ώρα να ασχοληθούμε και με τον εν λόγω, «δύσκολο τρίτο δίσκο» των Altın Gün. Αν και εσχάτως αναφέρεται συχνά ο δεύτερος δίσκος ως ‘δύσκολος’, ωστόσο ο δεύτερος συνήθως κινείται με τα καύσιμα του πρώτου, είναι ο τρίτος αυτός που θέτει πιο επιτακτικά ζητήματα (επανα)κατεύθυνσης. Πόσο μάλλον όταν ο προηγούμενος έχει αναγνωριστεί, βραβευτεί, ακουστεί, ο πειρασμός της κεφαλαιοποίησης της επιτυχίας μπορεί να οδηγήσει και στον (αυτο)εγκλωβισμό. Πόσο μάλλον όταν η ιδέα σου, αυτή που σου χάρισε την δική σου niche είναι εξ ορισμού δευτερογενής και αναβιωτική («κάθε οριενταλισμός είναι αναβιωτικός», διαρκής ο πειρασμός να τσιτάρω Σαΐντ). Και κατ’ ουσίαν διόλου πρωτότυπη, είναι η ίδια που συναντήσαμε και στους Nouvelle Vague (ή στους δικούς μας, Θου Κύριε, Imam Baildi) οι οποίοι την ξεχείλωσαν μέχρι το απόλυτο (ξε)νέρωμα της. Φαντάζομαι οι Altın Gün γνωρίζουν την περίπτωση (όχι των Ιμάμ), και μοιάζει να έχουν επίγνωση των ορίων και των επαπειλούμενων αδιεξόδων, έτσι δεν εγκαταλείπουν μεν την συνταγή που δουλεύει, ήτοι, διασκευές σε παλιά ποπ και φολκ τουρκικά τραγούδια από όλη την έκταση της χώρας, φτάνοντας μέχρι τα μέρη της Θράκης και τον ποταμό Άρδα («Arda Boylari»), αλλά είναι εμφανές ότι μια επανεφεύρεση, μια νέα οδός («Yol» δηλαδή) αναζητείται. Το καταλαβαίνει κανείς από την αρχή-αρχή του δίσκου, όταν μπαίνει ένα βαρυσκότεινο σύνθι τύπου παλιού Vangelis. Η συνέχεια βέβαια θα είναι πιο αλέγκρα με ωραίες φωνές και διφωνίες (ένας ήχος που θυμίζει και την Gaye Su Akyol, ομόσταυλή τους στην εταιρεία του Chris Eckman, ενός ακόμη δυτικού μουσικού που έστρεψε το βλέμμα προς Ανατολάς όταν στέρεψαν τα αμερικανικά λιβάδια). Όσοι είχαν ακούσει και τους προηγούμενους δίσκους θα παρατηρήσουν σίγουρα την αλλαγή, εκεί όπου ήταν το σάζι που χαρακτήριζε τον ήχο, τώρα πλέον έχουν αναλάβει τα ηνία οι συνθετητές, τα ντραμ μασίν, τα πλήκτρα με αναφορά στα νεοκυματικά αλλά και στα λαϊκά mainstream 80s, οι μοροντερικές γκρούβες («Yuce dag basinda») μέχρι και τα ντίσκο τσιφτετέλια («Maçka Yollari»), όλα συνεπικουρούμενα από μια πιο γυαλιστερή και κάπως ισοπεδωτική παραγωγή (από το ηλεκτρονικό ντουέτο των Asa Moto). Μέσα σε όλα ξεχωρίζει σαφώς το «Kara Toprak», ακόμη και σε αυτή την μορφή με την οποία εξανέστη παραπάνω ο Tuncay Acar, που αν ακούσετε την γυμνή όλο άφατη μελαγχολία πρωτότυπη εκτέλεση αυτής της εκδήλωσης αγάπης για το «μαύρο χώμα της ανατολικής πατρίδας, τον μόνο μου φίλο», ίσως να του δώσετε ένα κάποιο δίκιο.

Τούτος ο εξευγενισμός ωστόσο είναι ίσως και αναπόφευκτος σε τέτοια εγχειρήματα όπου απουσιάζει μεν η πρωτογενής βιωματική σύνδεση υπάρχει όμως η εξωγενής, απαλλαγμένη από βαρίδια ματιά (με όλα όσα αυτή συνεπάγεται). Ζητούμενο άλλωστε δεν είναι πάντα η αυθεντικότητα (η οποία δεν είναι πάντα επιθυμητή και ανεκτή στο έθνικ πλαίσιο, κατ’ αναλογίαν, πόσοι ευαίσθητοι δυτικοί ουρανίσκοι αντέχουν ένα αυθεντικά καυτερό π.χ. ταϋλανδέζικο κάρυ;), αρκεί και μια παιχνιδιάρικη προσέγγιση, οι ίδιοι δεν το κρύβουν ότι ο σκοπός τους είναι το «fun» (είμαι σίγουρος και λάιβ θα είναι λίαν διασκεδαστικοί), ένδειξη είναι ότι και τα τραγούδια που έχουν επιλέξει να διασκευάσουν/διασκεδάσουν μπορεί να μιλάνε για κέφι, σεβντά, νταλκά και άλλες ... αμετάφραστες εχμμ ελληνικές λέξεις, ωστόσο απέφυγαν επιμελώς τις πολιτικές νύξεις από τις οποίες έβριθε το anadolu rock της εποχής. Εν τέλει τέτοια εγχειρήματα έχουν την χρησιμότητά τους, όχι ασφαλώς σε πλαίσια αφελών συνθημάτων τύπου «η μουσική είναι μία», αλλά έστω ως μια στην πράξη υπονόμευση της ακαμψίας των μανιχαϊστικών σχημάτων που περιγράψαμε στην εισαγωγή, έστω και μόνο ως ενθάρρυνση για μια έστω κι εστέτ αναζήτηση των πρωτότυπων, τα οποία μπορεί να αποκτήσουν έτσι μια «ορατότητα» (άλλη μια έκφραση του συρμού) στην σύγχρονη εποχή. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η όποια «ορατότητα» ενός έργου ή ακόμη και ανθρώπου δεν συνεπάγεται κι αυτόματα κατανόηση κι αποδοχή. Ας μην φορτώνουμε την Τέχνη και με απαιτήσεις στις οποίες αδυνατεί να ανταποκριθεί…

7
31/03/2021
Αντώνης Ξαγάς

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

Τραγούδια της Μαρίας

ΘΕΜΑ

David Byrne How (live) music works

LIVE REVIEW

Cabaret Voltaire στο Παρίσι Let’s do it a dada

LIVE REVIEW

Εδώ δεν έχουμε τρένα... Σταθμός ‘Δερβενάκια-Νεμέα’

ΘΕΜΑ

Lost Bodies Στα @ρχίδ#@ μας οι έξυπνοι που πάνε πιο ψηλά

ΒΙΒΛΙΟ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

RECOMMENDED

Wolves and thieves

Goldheart Assembly Wolves and thieves

ΔΙΣΚΟΣ
The Black Angels live στο Μύλο

The Black Angels Live στο Μύλο

LIVE REVIEW
"Είμαστε τρελοί κι ευτυχισμένοι"...

Γιώργος Νικολαΐδης "Είμαστε τρελοί κι ευτυχισμένοι"...

ΒΙΒΛΙΟ
22ο έτος
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2000-2021 MiC, All rights reserved. Designed & Developed by E-Sepia