Iconoclasts
Η καλλιτέχνιδα κάνει ένα βήμα μπροστά όταν αρχίζει να μάχεται την έξωθεν στερεότυπη εικόνα του Εαυτού της. Του Παναγιώτη Αναστασόπουλου
“Μη προς όλους” έγραφαν στη δεξιά κορυφή τους κάποια έγγραφα, χτίζοντας ένα μεσότοιχο ανάμεσα στους αποδέκτες και μη. Κάτι τέτοιο φέρεται να αφορά και τους αποδέκτες της μουσικής της εκ Σουηδίας ορμώμενης “σκοτεινής” τραγουδοποιού και ερμηνεύτριας Anna von Hausswolff, η οποία συνδέθηκε με τον αποκρυφισμό, εγείροντας διαμαρτυρίες από μερίδες φονταμελιστών της Καθολικής και της Προτεσταντικής εκκλησίας. Κι όμως, έχω την εντύπωση ότι οι δύο παραπάνω αναφορές και διαπιστώσεις μοιάζουν (πλέον) αμφίβολης ορθότητας, ενώ σίγουρα δεν είναι ούτε κατά διάνοια ζητήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν στη νέα κυκλοφορία της με τίτλο “Εικονοκλάστες”.
Για να είμαι ειλικρινής, ομολογώ απερίφραστα ότι δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω. Αυτό βέβαια δεν ισοδυναμεί με ψευτο-συγκαταβατική άνευ όρων υιοθέτηση του φερόμενου δια στόματος Πλάτωνα ως Σωκρατικού «Έν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», αλλά με την αποδοχή του ότι η άποψη που έχω διαμορφώσει για το άλμπουμ αυτό μοιάζει να έχει… “εικονοκλαστικά” κίνητρα. Καταρχάς, εν προκειμένω αντιμετωπίζω με πολλή επιφύλαξη το αξίωμα ότι η μουσική της δεν απευθύνεται προς όλους, όπως και το συναφές περί του πειραματικού χαρακτήρα του ήχου της. Στις μέρες μας είναι πλέον δεδομένο ότι και η mainstream μουσική είναι κατακερματισμένη, οπότε ο χαρακτηρισμός “μη προς όλους” αποδεικνύεται ουσιαστικά ασαφής. Με δεδομένο μάλιστα το ηλικιακό εύρος του ευρύτερου ακροατηρίου της μουσικής και τη διαφορετική εμπειρία του πάνω σε αυτήν, ο έτερος χαρακτηρισμός της ως πειραματικής μπορεί να ακουστεί σωστός στους νεότερους, αλλά υπερβολικός σε εκείνους που την έζησαν στις ηλεκτρονικές απαρχές της. Φαντάζομαι πως στην περίπτωσή της von Hausswolff θα ήταν πιο κοντά στη διαχρονική και εν εξελίξει καλλιτεχνική πραγματικότητα να της αποδοθεί απλά -παρά την εγγενή μερική αοριστία του- ο όρος της avant-gardist μουσικού.
Κάτι ακόμα που ομολογώ είναι ότι ευχαρίστως υπέκυψα στο αριστοτελικό «ἕξις δευτέρα φύσις» και το συναφές βρετανικό “You can’t teach an old dog new tricks”, ακολουθώντας κι αυτήν τη φορά την αγαπητή μου πεπατημένη. Δηλαδή, διάβασα τους στίχους των τραγουδιών, αμέσως μετά την πρώτη αφιερωμένη αποκλειστικά στη μουσική ακρόαση. Γι’ αυτό, παρακάμπτοντας και πάλι το «οὐδὲν οἶδα», διαπίστωσα πως το “Iconoclasts” συντηρεί μεν το μύθο του ήχου της von Hausswolff ως σκοτεινού, αλλά δε δικαιολογεί το χαρακτηρισμό του αποκρυφιστικού. Βρήκα αρκετές αναφορές που, κατά τη γνώμη μου, τεκμηριώνουν την άποψη αυτή και θέτουν υπό αμφισβήτηση παρελθοντικούς χαρακτηρισμούς του τύπου “the high priestess of satanic harmonies”, όπως για παράδειγμα αυτήν: “Find the abundance in life / Love can be cunning and disguised / Be pure and be wild for your soul / And ask for forgiveness / And let things go”. Εδώ το σκοτάδι έρχεται ως αποτέλεσμα μιας αναζήτησης στον ίδιο της τον εαυτό και στους ανθρώπους γύρω της, χωρίς όμως να χάνει τον προσανατολισμό του προς το φως. Αυτή είναι μια πολύ όμορφη... έκπληξη, που αποδεικνύεται κομβική για το ύφος του άλμπουμ. Κι ας βιάστηκαν μερικοί να χαρακτηρίσουν το άλμπουμ πιο pop από τα προηγούμενα. Αν ζωγραφιστεί ένα μειδίαμα αμφισβήτησης στα χείλη σας όταν διαβάσετε τον τίτλο του αληθινά εξαιρετικού τραγουδιού “Struggle With the Beast”, μη βιαστείτε να βγάλετε αντίθετα συμπεράσματα, μιας και η ίδια η Anna έχει μιλήσει για την ταυτότητά του Κτήνους, που δεν είναι εκείνη που εκ πρώτης όψεως συνάγεται. Δεκαετίες και δεκαετίες έχουν περάσει, αλλά συχνά διαπιστώνει κανείς ακόμα και στις μέρες μας το ότι η έλξη για το σκότος θεωρείται απόλυτα συνυφασμένη με την καλλιτεχνική ποιότητα.
Αρκετά όμως με τις οριοθετήσεις και τις (μάλλον αναγκαίες) πρισματικές οπτικές γωνίες. Έχοντας τες κατά νου, μπορούμε να προτάξουμε το συμπέρασμα, που δεν είναι άλλο από το ότι το “Iconoclasts” είναι η πιο ενδιαφέρουσα κυκλοφορία της Anna von Hausswolff, πιο “συμβατική” μεν από τις προηγούμενες, αλλά σαφώς πιο απελευθερωμένη και ίσως γι’ αυτό πιο άμεση. Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι στο αποτέλεσμα αυτό έχουν μερίδιο συμβολής οι συμμετοχές των Iggy Pop, Ethel Cain, Abul Mogard και της αδελφής της Maria von Hausswolff. Μόνο που, αν έκανε κάτι τέτοιο, θα ισοδυναμούσε με μια απλή κίνηση αβροφροσύνης που όμως απέχει αρκετά από την πραγματικότητα. Εδώ η διαφοροποίηση έχει να κάνει αφενός με τις περισσότερο προσανατολισμένες στις συμβατικότερες φόρμες τραγουδοποιίας συνθέσεις της και αφετέρου με τη συμβολή του proggressive jazz σαξοφωνίστα Otis Sandsjö, που κοσμεί και απογειώνει (όλες) τις σημαντικότερες στιγμές του δίσκου. Ακούστε την πειραγμένη funk του στο “Struggle With the Beast” και θα νιώσετε το Θηρίο της ψυχωσικής διαταραχής να σας γοητεύει, το αφοπλιστικά αναγωγικό “Stardust” να μη λέει να σας αφήσει ακόμα κι όταν έχει τελειώσει, τη σπαρακτική ελεγεία του “The Iconoclast” να ψάχνει τρόπο να σβήσει τα λάθη του παρελθόντος, το μεγαλοπρεπές μυθολογικό κατά τα πρότυπα των περασμένων κυκλοφοριών “Facing Atlas” ή το βγαλμένο από τα σπλάχνα των απαρχών της 4AD “An Ocean of Time” με τις αναφορές στους Cocteau Twins και ειδικότερα στην Elizabeth Fraser και θα καταλάβετε.
Αυτή τη φορά τα φωνητικά της Anna είναι πιο ήπια, με περισσότερες ομοιότητες σε εκείνα της Kate Bush, τη στιγμή που οι συγκρίσεις με αυτά της Diamanda Galás μοιάζουν πλέον τελείως ξένες, χωρίς όμως να χάνουν απολύτως τίποτα από τη σημαντικότητά τους. Γενικότερα, τα drones εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά δεν έχουν ποτέ τον πρωτεύοντα ρόλο που είχαν στο παρελθόν, ενώ η όλη ατμόσφαιρα σαφώς παραμένει επιβλητική, έχοντας όμως αποβάλλει ένα μάλλον σημαντικό μέρος του gothic χαρακτήρα της. Οι δε επιρροές από τους Sunn O))) και τους Swans θα βρεθούν μόνο από τους υποψιασμένους γνώστες της προγενέστερης δισκογραφίας της, αφού οι περισσότερες συνθέσεις του “Iconoclasts” είναι βασισμένες σε μελωδίες, που απέχουν όμως πολύ από το να χαρακτηριστούν ως pop. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι υπάρχει διάχυτη μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα που περνά μέσα από την απώλεια, την εμπιστοσύνη και (γιατί όχι;) την αγάπη, αποζητώντας με ειλικρίνεια και αγωνία την κάθαρση. Κι αυτό είναι το διαχρονικό και εσχάτως όλο και πιο σπάνιο στοιχείο που δένει το ποιοτικό μουσικό παρελθόν με το αντίστοιχο παρόν, εγκολπώνοντας όλο το ηλικιακό εύρος των εκλεκτικών ακροατών και δίνοντας τελικά το μόνο αληθινό περιεχόμενο στο χαρακτηρισμό “μη προς όλους” της μουσικής της.




