(Κάτι δεν μου κάθεται καλά με τους Appliance. Κάτι δεν μου κάθεται καλά με τους Appliance. Κάτι δεν μου κάθεται καλά με τους Appliance. Κάτι δεν μου κάθεται καλά με τους Appliance. Κάτι δεν μου κάθεται καλά με τους Appliance. Κάτι δεν μου κάθεται καλά με τους Appliance ρε γαμώτο!)
Συντάσσομαι με την άποψη του Θανάση Παπαδόπουλου, που τους παρακολούθησε ζωντανά. Οι Appliance έχουν κάτι το χαρακτηριστικό, δεν έχουν κάτι το μοναδικό (και ποιος το έχει στις μέρες μας άραγε;). Διαθέτουν κάτι το προσωπικό, όχι όμως και κάτι το ιδιαίτερο. Χωρίς να αποτυγχάνουν πουθενά, αδυνατούν δραματικά να υψώσουν έστω και ένα εκατοστό το βάθρο της μουσικής που επέλεξαν να υπηρετούν.
Επειδή δε βρισκόμαστε στο 1992 δεν είναι άθλος η κυκλοφορία δίσκων που συνδυάζουν τη στρυφνή πλευρά των Sonic Youth, με τις οδηγίες των Neu! (που κανείς δεν λέει να παραβεί δυστυχώς!). Συνδυάζοντας ηλεκτρονικές ακρότητες με ηλεκτρονικές μετριοπάθειες οι Appliance κατάφεραν να «κάνουν» όνομα χάρις : στο zeitgeist (πνεύμα των καιρών), που συμβατοποιεί ανεξέλεγκτα τις όποιες πειραματικές διαθέσεις και ανησυχίες των σημερινών μουσικών, αλλά και στις ανθρώπινες πινελιές της φωνής και των στίχων του James Brooks, που κάνουν πιο ελκυστική την πρότασή τους από αυτή των Mouse On Mars για παράδειγμα.
Αδυνατώ να βρω ειδικά στοιχεία για να στηρίξω τη μομφή μου. Αν μου ανέθεταν να γράψω ένα δελτίο τύπου για τους Appliance, χωρίς καμία τύψη θα τους παρουσίαζα ως... «μια μπάντα με τη μοναδική ικανότητα να δημιουργεί αρχιτεκτονικά δομημένη μουσική πάνω σε αφηρημένα θεμέλια. Να ψυχεδελίζει τις ανησυχίες των μουσικών της, εκμεταλλευόμενη την τεχνολογία και τις αδυναμίες της. Να μεταφέρει τους ακροατές της στον κόσμο της ελεύθερης μουσικής έκφρασης, μέσα από τα αυταρχικά όρια της αποδόμησης της.». Και ένα-δυο φανατικοί αναγνώστες του Wire σίγουρα θα ψάρωναν, δε μπορεί...
Στο νέο τους δίσκο επανατοποθετούνται απέναντι στην space διάσταση της μουσικής τους σκέψης. Και όσο μεγαλεπήβολο ακούγεται αυτό, άλλο τόσο ανούσιο είναι. Το εναρκτήριο 'Separate animals' κερδίζει προσεχτικά τον εθισμένο ακροατή, καταρρέει όμως μπροστά στο οποιοδήποτε αυθόρμητο και τυχαίο πέρασμα του Echoboy από το studio. Η μουσική των Appliance είναι σαν διδακτορικό πάνω στον ήχο, σαν μια οργανωμένη πτυχιακή, που ναι μεν σου χαρίζει πτυχίο με καλό βαθμό, σε στέλνει όμως κατευθείαν στο ταμείο ανεργίας.
Η τρίτη πλευρά του διπλού βινυλίου σπαταλιέται σε τζαζ ασυμμετρίες και ασφυκτιά από την υπέρμετρη αυτοσχεδιαστική της ελευθερία. Καλεί το Trans Am-ικό παρελθόν της μπάντας -για να σωθεί;- στο μετρημένα βομβώδες 'Α little more information' και προς στιγμήν αποκτά νόημα. Κέρδος για τον ακροατή υπάρχει μόνο όταν ψυχρές μελωδίες κάνουν την εμφάνισή τους. Και πάλι όμως το κέρδος αποκτά τη μορφή της νοσταλγίας.
Ακούω μια τρομπέτα να αποδρά από το 'Sketches Of Spain' και να στρογγυλοκάθεται στα πρώτα δευτερόλεπτα του 'Map of the territory' και ανακαλύπτω σιγά σιγά ξεχωριστές στιγμές στα αυλάκια του 'Imperial metric'.
Ο τελικός απολογισμός είναι όμως πάντα ο ίδιος: με τους Appliance κάτι δεν μου κάθεται καλά! Ο επαγγελματισμός τους μήπως;




