Πρωτογνώρισα τους Ballboy ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, ένα πρωινό που προμηνύονταν γκρίζο αλλά δύστυχώς δεν ήταν. Και λέω δυστυχώς, γιατί ένα μη-γκρίζο πρωινό του Σεπτέμβρη στην Ελλάδα είναι συνήθως πολύ μα πολύ ζεστό. Εγώ τότε ονειρευόμουν τη Σκωτία και τα αυθεντικά γκρίζα πρωινά της (γιατί τώρα δηλαδή τι κάνεις; -εκδ.) κι εκείνοι τραγουδούσαν "I hate Scotland". Όπως ήταν φυσικό μου τράβηξαν την προσοχή.
Περαιτέρω έρευνα απέδειξε πως οι Ballboy δεν ήταν τίποτα ηλίθιοι γκρινιάρηδες,αλλά πως μισούνε τη Σκωτία για όλους τους σωστούς λόγους. Για εκείνα, δηλαδή, από τα πράγματα που δεν αφήνουν τους ανθρώπους να ευτυχήσουν, που ανήκουν στη Σκωτία περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Σα να λέμε ότι εσύ μισείς την Ελλάδα για τους ηλίθιους χριστιανούς που μάζευαν υπογραφές για τις ταυτότητες, τους ηλίθιους εθνικιστές που θέλουν να κάνουμε πόλεμο με την Τουρκία, την υποχρεωτική στράτευση, τις πανελλήνιες, τα μικροαστικά όνειρα της οικογένειάς σου που θεωρεί ύψιστο στόχο στη ζωή την αγορά σπιτιού στις δυτικές συνοικίες και το γάμο σε γνωστό λαϊκό κέντρο, κ.ο.κ.
Έτσι γίναμε φίλοι. Δε ξέρω τι πιστεύουν για μένα αλλά εγώ τους αγαπώ πολύ. Μου αρέσει η ευθύτητα και η ειλικρίνειά τους. Μου αρέσουν οι τίτλοι των τραγουδιών τους και η λιγάκι ασυνήθιστη οπτική από την οποία βλέπουν τα πράγματα. Μου αρέσει το γεγονός ότι δείχνουν να πιστεύουν σ' αυτό που κάνουν. Τέλος, και για να μη ξεχνάτε ποιος σας μιλάει, μου αρέσει η ποπ μεταδοτικότητά τους. Ποπ όχι τόσο όπως λέμε "Belle and Sebastian" αλλά περισσότερο όπως λέμε "Wedding Present".
Το "A Guide for the Daylight Hours" το αγόρασα με τη (μάταιη) ελπίδα ότι θα περιέχει το "All the records on the radio are shite", το πιο όμορφο μάλλον τραγούδι των Ballboy (μην ακούσεις τρομπέτες εσύ - εκδ.) το οποίο ευθύνεται για την επανασυνάντησή μας σ' ένα club του Λονδίνου ένα πολύ, μα πολύ κρύο βράδυ του Δεκέμβρη... Αλλά μια και δεν σας ενδιαφέρει τι έκανα στις διακοπές μου, ας περάσουμε καλύτερα στο δίσκο...
Ο δίσκος λοιπόν μπορεί να μην έχει τρομπέτες, έχει όμως άλλα πράγματα. Έχει ψυχή, χιούμορ και δέκα ιστορίες για τη ζωή όπως τη βλέπουν οι Ballboy. Η ζωή όπως τη βλέπουν οι Ballboy είναι δύσκολη, δύσκολα αλλά συναρπαστική.
Μιλάει για το κορίτσι που δουλεύει στο δισκάδικο και λέει ότι ο Gordon δεν είναι αρκετά avant garde αλλά παρολ' αυτά περνάει τις Κυριακές μαζί του. Για το πως μπορείς να πετάξεις ως το San Fransisco μόνο και μόνο για να βρεθείς ξανά με κάποιον και ωστόσο να μη μάθεις τίποτα. Για το πώς η μουσική μπορεί να πάρει τη θέση που άφησε κενή ένα κορίτσι φεύγοντας. Για το πως μια νύχτα σ' ένα τρένο σε κάνει να νιώθεις πως ο κόσμος κινείται μόνο επειδή κινείσαι εσύ. Για το ότι δε μπορείς να περάσεις όλη τη ζωή σου με μαλάκες. Για το ότι τα βιβλία, οι ταινίες και η μουσική μπορεί να μη σου μάθουν τίποτα... και μας εξηγεί γιατί ο Gordon σιχαίνεται το house. Προπάντων όμως μιλάει για την αγάπη -την απελπισία του να τη χάνεις, την ευφορία του να τη βρίσκεις- και για το πως είναι να νιώθεις χαμένος στην ίδια σου τη ζωή.
Όλα αυτά με λίγο κυνισμό, λίγη ειρωνεία, μια μεγάλη δόση αυτογνωσίας και -κατα βάθος- πολλή αγάπη, καθώς κι εκείνη (ας μην ξεχνιόμαστε) την προαναφερθέισα ποπ μεταδοτικότητα... Που κάνουν τα τραγούδια τους ν' ανήκουν σ' εκείνο το είδος της μουσικής που σου θυμίζει τη συγκίνηση του να είσαι ζωντανός.




