The true story of Bananagun
Δίσκος που …ενοποιεί κατά έναν τρόπο ολόκληρο το Νότιο Ημισφαίριο. Από Αυστραλία μέχρι Βραζιλία μέσω Αφρικής... Του Αντώνη Ξαγά
«Φύγε κρατάω… μπανάνα», η ατάκα θα μπορούσε να είναι η κορύφωση σε μια αμφιβόλου αισθητικής παρωδίας της Στέλλας, ένα …banana(d)rama ίσως. Μπορεί και σκετς των Μόντυ Πάιθον (και είναι όντως, αν θυμηθούμε εκείνο το επεισόδιο του τσίρκου τους, όπου ο Τζον Κλιζ δίνει μαθήματα αυτοάμυνας σε περίπτωση επίθεσης με… φρούτα). Όπως και να ‘χει, πόση απειλή να αισθανθεί κανείς από μία μπανάνα; (εκτός αν έχουμε να κάνουμε με μπανανίες τύπου διαχρονικού ελληνικού κράτους –«η Ελλάδα ψηφίζει μπανάνες» τραγουδούσε ο Γερμανός–, το οποίο κάποτε, δεκαετία ’80 εποχή, είχε επιβάλλει μπανανοαπαγόρευση στις εισαγωγές – ακόμη έχω μπροστά στα μάτια μου σκηνή στην συνοριακή διάβαση των Ευζώνων, με έναν τελωνειακό να έχει πάρει στο χέρι χατζάρα και να καταστρέφει τσαμπιά από κατασχεθείσες μπανάνες).
Σε αυτήν ακριβώς την… πασιφιστική διάσταση του συμπαθούς εξωτικού φρούτου βρίσκεται η ευφάνταστη έμπνευση του ονόματος τούτης της πενταμελούς μπάντας από την Μελβούρνη της υποτροπικής Αυστραλίας («It’s like non-violent combat!» δηλώνουν οι ίδιοι). Με λίγη (+) επιπλέον φαντασία μπορεί το όνομα να μας οδηγήσει και σε μουσικολογικές αναφορές, αφού όμως προσπεράσουμε την προφανή παραπομπή που έρχεται στο μυαλό κάθε μουσικόφιλου όταν ακούει την λέξη μπανάνα, ο ήχος των Bananagun λίγη σχέση με εκείνον τον σπουδαίο δίσκο που πούλησε ελάχιστα στην εποχή του και μας άφησε κληρονομιά κάμποσους σημαντικούς επιγόνους και ορδές αφόρητα ατάλαντων μιμητών (για τους Velvet Underground λέμε, σε περίπτωση που δεν…).
Σε εκείνη ωστόσο την εποχή, τέλη 60s-αρχές 70s θα αναζητήσουμε τις δημιουργικές ρίζες του «The True Story of Bananagun» και ειδικότερα στις μουσικές από την ζώνη της …μπανάνας, την Δυτική Αφρική, την Λατινική Αμερική και κυρίως την Βραζιλία, περιοχές τόσο κοντινές αλλά και τόσο μακρινές, με το προ εκατομμυρίων ετών γεωλογικό σχίσμα να γεφυρώνεται κάποτε με το σκλαβεμπόριο αφήνοντας πολλά μαύρα κατάλοιπα (με κάθε εννοιολογική διάσταση της λέξης «μαύρος») αλλά και μια κοινή πολυρυθμική κληρονομιά.
Εκεί ακριβώς πατάει ο δίσκος τούτος, η ραχοκοκαλιά του είναι ο ρυθμός, με βάση αυτόν δομούνται τα κομμάτια, ήδη το πρώτο κομμάτι μας βάζει στο κλίμα και με τον τίτλο («Bang go the bongos»), το «People Talk Too Much» είναι ένας (βαρύς!) φόρος τιμής στον Fela Kuti, συνειρμικά κι άλλες αναπόφευκτες παραπομπές αναδύονται (π.χ. Os Mutantes).
Κι αν ωστόσο τους αρέσει να χάνονται στην ζούγκλα (στο «Bird Up!» μάλιστα, ένα ηχητικό ιντερμέδιο ουσιαστικά, ακούμε σαμπλαρισμένους ήχους πτηνών και λοιπών πλασμάτων, οι οποίοι κατά σύμπτωση ταιριάζουν καλά και στο ηχητικό περιβάλλον της… ζούγκλας των αθηναϊκών Αμπελοκήπων και στα περίφημα παπαγαλάκια τους που αυτή την στιγμή στο απέξω δέντρο –μια …μπανανιά που έχουν φυτέψει οι Φιλιππινέζοι της γειτονιάς– δίνουν την δική τους παράσταση) και η μουσική τους θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί μια (neo)tropicalia (ή και… entropicalia για να μνημονεύσουμε και τον ομώνυμο θαυμάσιο και με αρκετές εκλεκτικές συγγένειες δίσκο των Soundcarriers), έχουν και μια ευρωπαϊκή ματιά (τι θα πει είναι Αυστραλοί;), και μια σκευή ένα σωρό άλλων ακουσμάτων, το πολύ όμορφο πρώτο σινγκλ του δίσκου «Out of reach»με τα ααα-ααα φωνητικά να έρχονται κατευθείαν από τον flower pop κήπο με μνήμες Stereolab (εποχής Free Design) αποκαθαρμένων από άλλου τύπου γερμανικές λαχανικές (sic) επιρροές (χωρίς όμως να λείπουν ασφαλώς τα …μανιτάρια, όπως σε κάθε δίσκο που σέβεται τον μύθο της ψυχεδέλειας).
Ασφαλώς κάθε τέτοιος δίσκος μπορεί να δώσει λαβή για ατελείωτες αναλύσεις για τον (αποικιοκρατικό ή μη) εξωτι(κι)σμό της δυτικής κουλτούρας, για το παλαντζάρισμα ανάμεσα στην αναζήτηση του «ευγενούς αναλλοίωτου από το πολιτισμό αγρίου» του Ρουσώ και τους «Θλιμμένους τροπικούς» του Κλωντ Λεβί-Στρως, μέχρι να πέσει στην συζήτηση κι ο όρος cultural appropriation και σκοτώσει την κουβέντα δογματικά εστιάζοντας στο ...δάσος χάνοντας όμως το δέντρο. Εν προκειμένω, έναν όμορφο και όλο ιδέες και κυρίως φαν δίσκο… (ειρήσθω εν παρόδω, σε αντίθεση με τον φετινό δίσκο των Khruangbin).
Πέραν αυτών των ίσως και λίγο βαρύγδουπων και ακαδημαϊκών, δεν ξέρω πόσοι έχουν απομείνει να πιστεύουν στην ιδεαλιστική αποστολή της μουσικής που υπερβαίνει σύνορα και φέρνει κοντά τους πολιτισμούς, ειδικά σε μια εποχή όπου όλες οι επιμειξίες ειδών έχουν εκτελεστεί μέχρι εξαντλήσεως, όπου όμως οι μουσικές μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα και άυλα, όχι όμως και οι ανθρώπινοι φορείς τους. Γιατί ο πραγματικός και ουσιαστικός διάλογος πολιτισμών είναι ένσαρκος και ενσώματος, περιλαμβάνει ανθρώπινη επαφή κι ανταλλαγή, ειδάλλως απομένει μια ελαφρώς εστέτ, σε μεγάλο βαθμό αυτοαναφορική, κορφολόγηση, η οποία το πολύ-πολύ να φέρνει μια ευπρόσδεκτη ανανέωση σε ένα κορεσμένο από ήχους αυτί και μια ταυτοτική αναζήτηση διάκρισης.
Έτσι κι αν ο δίσκος έχει μια εμφανή στόχευση κατ’ ευθείαν στο σώμα και στην χορευτική κινητοποίησή του, κι αν οι στίχοι δεν είναι στο προσκήνιο, ωστόσο έχει ενδιαφέρον να τους προσεγγίσουμε, μεταξύ των «Modern Day Problems» που τους απασχολούν (δεν θυμίζει λίγο το «Taxman» των Beatles μεταξύ μας;) είναι και τα ταυτοτικά, στο «She Now» π.χ. αγγίζουν τα ζητήματα του φύλου και της επιλογής του, ενώ, ίσως και άθελα τους αναδεικνύουν και της εγγενείς αντιφάσεις που ελλοχεύουν στην όλο και πιο εξατομικευμένη επιδίωξη έκφρασης, σε συνέντευξη τους λένε για την μουσική τους το λίαν υπερφιλόδοξο (εν τούτοις δικαιολογημένο έως και απαραίτητα επιθυμητό για κάθε πρωτοεμφανιζόμενο) «we didn't want to do what everyone else was doing», σε έναν χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενο στίχο του δίσκου ωστόσο αποποιούνται την ιδιαιτερότητα, «there is nothing special about me /just another apple on the tree».
Μεταξύ μας, δεν θα ήταν πιο ταιριαστό να λέγανε μπανάνα; Δεν ταίριαζε όμως μάλλον στο μέτρο…




