Greenfields: The Gibb Brothers' Songbook, Vol. 1
Όσο πιο πολύ μεγαλώνεις, τόσο πιο πολύ κοιτάς προς τα πίσω, μια (σκληρή) πανανθρώπινη αλήθεια. Του Χάρη Συμβουλίδη
Η τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα βρίσκει τον Barry Gibb να κουβαλά μόνος την κληρονομιά των Bee Gees: ο Robin έχασε τη μάχη με τον καρκίνο το 2012, ο Maurice πέθανε το 2003, ο τέταρτος αδερφός Andy (που δεν μετείχε βέβαια στο γκρουπ) είχε ήδη φύγει από το 1988. Όντας επίσης στα 74, είναι φυσικό να νοσταλγεί διάφορα πράγματα, τα οποία ίσως φαντάζουν πλέον ως τα δικά του greenfields, που «are gone now, parched by the sun» –για να αποπειραθούμε να ερμηνεύσουμε τον τίτλο αυτού του δίσκου. Ενθυμούμενος λοιπόν τη νεανική του αγάπη για τους country και bluegrass ήχους, την καθιστά όχημα επιστροφής τόσο στον κατάλογο των Bee Gees, όσο και στο αρχείο του. Yλοποιώντας την επιθυμητή ένωση των δύο κόσμων με την αρωγή του παραγωγού Dave Cobb και 13 καλεσμένων, με τους οποίους τραγουδά ντουέτα.
Αν και ο Barry Gibb έκανε τον κόπο να πάει μέχρι το Νάσβιλ για να φτιάξει το Greenfields όπως του έπρεπε, η φράση-κλειδί «τραγούδια των Bee Gees επανηχογραφημένα με country ερμηνευτές» αντιμετωπίζει δύο θεμελιώδη προβλήματα. Πρώτον, η country ταυτίζεται εδώ με το μουσικό αποτύπωμα του Keith Urban, της Brandi Carlile, του Jason Isbell και συναφών καλλιτεχνών, ενώ στους καλεσμένους βρίσκουμε και φιγούρες που ούτε με τέτοιους αστερίσκους δεν γίνεται να νοηθούν ως country, σαν π.χ. τη Sheryl Crow, την Olivia Newton-John ή τον Jay Buchanan των Rival Sons. Δεύτερον, η όλη ιδέα αποδεικνύεται καλύτερη στα χαρτιά, παρά στην πράξη: το Greenfields παραμένει ένας δίσκος κατά βάση pop, με αχνές μόνο πινελιές από το country σύμπαν. Με δεδομένο λοιπόν ότι η καριέρα των Bee Gees στάθηκε ένας από τους πύργους της pop κατά τον 20ό αιώνα, ακυρώνεται το αφήγημα των δύο κόσμων που συναντιούνται και το άλμπουμ υποχωρεί σε μια υπερβολικά ασφαλή θέση, ενώ θα μπορούσε να εκκινεί από μια πιο περιπετειώδη αφετηρία.
Ταυτόχρονα, βέβαια, λάμπουν και ορισμένες αειθαλείς pop αλήθειες, που λένε π.χ. ότι μελωδίες σαν του "Lonely Days", του "How Deep Is Your Love" ή του "To Love Somebody" θα τις ακούσεις (και ξανακούσεις) ευχάριστα, ακόμα και σε υποδεέστερες διασκευές ή επανεκτελέσεις. Παρά τον μικρό του ορίζοντα, επίσης, το Greenfields αποδεικνύεται μια από καρδιάς κατάθεση, φτιαγμένη με αγάπη και μεράκι. Τη σημαία αυτή κρατά μάλιστα –πρώτα και κύρια– ο ίδιος ο Barry Gibb, ο οποίος μπαίνει σε κάθε μία από τις 12 επιλογές με μια φωνή που φέρει πλέον ευδιάκριτα τα σημάδια του χρόνου, μα την ίδια στιγμή παραμένει χαρακτηριστική, κουβαλώντας μια ασυναγώνιστη θαλπωρή· ίσως και μια συναισθηματικού τύπου σοφία, που προσφέρει επιπλέον πτυχές σε κάποια έστω από τα επιλεγμένα τραγούδια των Bee Gees.
Από εκεί και πέρα, ξέροντας καλά τα κατατόπια της μετρημένης μελαγχολίας που απαιτεί ένα τραγούδι σαν το "Words", η Dolly Parton είναι δεδομένη ίσως, μα άριστη επιλογή για μια επανηχογράφησή του. Πόσο μάλλον όταν υπάρχει και μια αυθεντικά συγκινησιακή παράμετρος στο γεγονός ότι ξανασυναντιέται εδώ με τον Gibb 38 ολόκληρα χρόνια μετά το "Islands In The Stream". Οι Little Big Town, πάλι, τους οποίους δεν βάζει το μάτι σου, αναδιαπραγματεύονται όμορφα το "Lonely Days". Η Alison Krauss στέκεται στο γνώριμο ύψος της στο "Too Much Heaven", η Olivia Newton-John βρίσκεται σε ανέλπιστη φόρμα στο "Rest Your Love On Me" και ο Keith Urban είναι στα πιο απολαυστικά του στο "I've Gotta Get Α Message Τo You". Αλλά την παράσταση κλέβουν η Brandi Carlile, που δίνει ρέστα στη διφωνία της με τον Gibb στο "Run To Me" και ο Jason Isbell, ο οποίος φτάνει σε μία από τις καλύτερες στιγμές όλης του της καριέρας στο άγνωστο "Words Of A Fool", από ένα σόλο εγχείρημα του Gibb (1968) το οποίο δεν πραγματώθηκε ποτέ, μένοντας έκτοτε στα συρτάρια του. Παρεμπιμπτόντως, αυτή είναι και η πιο country (και όχι country pop) στιγμή του άλμπουμ.
Συμπερασματικά, λοιπόν, λείπει η τόλμη από το Greenfields, ενώ υπάρχει ίσως και μια τεμπελιά στην επιλογή μιας υπερβολικά ασφαλούς πλεύσης (τόσο εκ μέρους του Barry Gibb, όσο και εκ μέρους του Dave Cobb), η οποία κάνει το αποτέλεσμα να ηχεί πιο «παλιό» και συντηρητικό απ' όσο χρειαζόταν. Δεν λείπει ωστόσο ούτε η στόφα, ούτε η ουσία, στοιχεία που σε συνδυασμό με τις επιδόσεις ορισμένων καλεσμένων οδηγούν κάποια από τα τραγούδια των Bee Gees σε καλοδεχούμενες νέες (αν και όχι φρέσκιες) εκδοχές. Κι αυτό φτάνει νομίζω και περισσεύει όταν μιλάμε για την καινούρια δουλειά ενός ανθρώπου που βρίσκεται στη δισκογραφία από το 1963.




