Διαβάζω σε ένα Magnet του 2003 ότι μια μέρα εκείνου του Ιουλίου, ο ωκεανός του San Francisco ξέβρασε στην ακτή μια φάλαινα 10 τόνων. Εκατοντάδες κόσμου έσπευδαν να δουν το θέαμα. Αποφάσισαν να τη θάψουν στην άμμο, και τη μέρα της ταφής, όλοι όσοι ήταν παρόντες δοκίμασαν ένα μεγάλο σοκ: κάποιος είχε πάει την προηγούμενη νύχτα και είχε χαράξει κατά μήκος του κήτους τα αρχικά B.R.M.C., αγνοώντας την αφόρητη μυρωδιά. Δύο χρόνια μετά, βρίσκομαι για βασική εκπαίδευση, είναι μεσημέρι και έχουμε μία ώρα ξεκούρασης, ξαπλώνω για λίγο στο κάτω κρεβάτι και βλέπω ότι ένας φαντάρος κάποιας προηγούμενης σειράς έχει χαράξει σε όλες τις σανίδες του χωρίσματος με το πάνω κρεβάτι τα ίδια αυτά αρχικά. Με σουγιά, προσεκτικά και με ακρίβεια, δεκάδες φορές. Μιλάμε για δουλειά πολλών ωρών.
Πέρα από τους αφοσιωμένους που αισθάνονται μια ανεξέλεγχτη ορμή να αφήσουν το αποτύπωμα "B.R.M.C." όπου βρουν, υπάρχουν και εκείνοι που δεν έχουν εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα. Όταν είχε βγει εκείνο το πρώτο album, ο Μπάμπης έγραφε ότι "είναι σκέτη κοροϊδία να αγοράζεις δίσκους σαν κι αυτόν σήμερα - ήχος από δεύτερο και βάλε χέρι σε τιμή πρώτου". Ο Πάνος βρήκε το δεύτερο δίσκο τους "υπερβολικά ασφαλή, κλειδωμένο και προβλέψιμο". Δε διαφωνώ ούτε με μία λέξη, ούτε στο κείμενο του πρώτου, ούτε στο κείμενο του δεύτερου. Και όλα όσα γράφουν ισχύουν και για το "Baby 81". Είναι ένας δίσκος με ήχο από δεύτερο και βάλε χέρι σε τιμή πρώτου (σε κανένα χρόνο πάντως, θα κάνει 6,99 ευρώ). Και είναι ένας δίσκος υπερβολικά ασφαλής, κλειδωμένος και προβλέψιμος.
Αυτό που μένει να ειπωθεί είναι πως, μέσα σε αυτήν την υπερβολική ασφάλεια και την προβλεψιμότητά τους, οι Black Rebel Motorcycle Club εσκεμμένα φτιάχνουν δίσκους χωρίς κορυφές και εξάρσεις. Θα τούς ήταν ιδιαίτερα εύκολο να φτιάξουν ένα album με 10 φανερά hits, οι πωλήσεις τους θα ανέβαιναν, και η εταιρεία τους θα τούς πρότεινε όλο και ελκυστικότερα συμβόλαια. Αντί για αυτό, οι Black Rebel κάνουν κάτι συνεπές και τίμιο: ηχογραφούν ακριβώς το δίσκο που επιθυμούν οι ίδιοι, και όχι ό,τι θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες εκείνων που, όταν είχε βγει το "Whatever Happened To My Rock'n'Roll", είχαν σπεύσει να τούς βάλουν στο ίδιο τσουβάλι με τους The Strokes. Και αυτό που επιθυμεί το ίδιο το group είναι μια σειρά από στιβαρά, βραδυφλεγή, θορυβώδη και υπνωτισμένα κομμάτια που αναπαράγουν πιστά πολλά πράγματα του παρελθόντος (είπαμε, δεύτερο χέρι), αλλά όχι χωρίς έρεισμα: ακόμα κι όταν ανακυκλώνουν το "Psychocandy" σε βαθμό παρεξηγήσεως, οι Black Rebel είναι παθιασμένοι, εκπέμπουν γερές δονήσεις, αποτυπώνουν το motto "feel so sad" των Spacemen 3 σε ήχους απεγνωσμένους και εξιλεωτικούς, και χάνονται πίσω από τις πνιγηρές τους κιθάρες, δίνοντας την εντύπωση ότι όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από μια θεραπευτική αγωγή που ακολουθούν οι ίδιοι, και απλά την προτείνουν και στον έξω κόσμο: βαριές κιθάρες, ψυχοφθόρες συνθέσεις, ψυχεδελίζοντες τόνοι, επίμονα riffs, ανήσυχα blues, όλα σε γιγαντιαίες δόσεις και χωρίς σκαμπανεβάσματα. Όχι τόσο τραγούδια, αλλά προ παντώς μια συνολική ατμόσφαιρα προορισμένη να σε ναρκώσει. Όχι βέβαια ότι δεν υπάρχουν και τραγούδια. Το ξεσηκωτικό "Cold Wind", το νεφελώδες "Killing The Light", το δεκάλεπτο δράμα του "American X" ή το γεροδεμένο "Took Out A Loan" είναι άριστα δείγματα του ήχου των Black Rebel Motorcycle Club, απλά δεν είναι ο τύπος του δίσκου από τον οποίο απομονώνεις τραγούδια και ψάχνεις να βρεις singles.
"Το νόημα και ο συμβολισμός, ειδικώς του "Whatever Happened To My Rock'n'Roll (Punk Song)" [...] είναι το boomerang αυτού του συγκροτήματος", έγραφε τότε ο Πάνος για το "Take Them On, On Your Own". Δε θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Όχι όμως επειδή δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτόν τον τίτλο και δεν μπορούν να δώσουν την απάντηση στο ίδιο τους το ερώτημα, αλλά επειδή, κυκλοφορώντας ένα τέτοιο single έκαναν κάποιους να πιστέψουν ότι θα ήταν ένα group που θα έμενε για πάντα cool και που θα μάς τροφοδοτούσε συχνά με τραγούδια-anthems. Για αυτή τη δουλειά όμως έχουμε τους The Dandy Warhols. Οι Black Rebel παίζουν σε άλλη πίστα. Και στο περιβόητο whatever happened?, απαντάνε δίνοντας ένα παρόν χωρίς εγγυημένο εμπορικό αντίκρισμα, και με ένα δίσκο απαιτητικό και στρυφνό που δεν αποκαλύπτει απολύτως τίποτα αν ακουστεί πρόχειρα και δειγματοληπτικά. Αλλά που θα κάνει και πάλι κάποιους να συνεχίζουν να χαράζουν τα αρχικά B.R.M.C. ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη.




