Θυμάμαι το περσινό Rockwave. Έφυγα αμέσως από την δουλειά μου και έφτασα περίπου δέκα λεπτά αφού είχαν ξεκινήσει οι Black Rebel Motorcycle Club. Θυμάμαι μια μάζα να δονείται μέσα στην ζέστη και τρεις μαυροφορεμένοι πάνω στη σκηνή να τα δίνουν όλα. Ωραίες στιγμές. Σίγουρα δεν είχαν έρθει κάποιοι να δουν μόνο τους Pixies.
Ο Robert Turner έχει θητεύσει για ένα χρόνο στους Brian Jonestown Massacre και ο Peter Hayes στους Pussy Galore και αμήν τι άλλο είναι μια καλά προϋπηρεσία για να ξεκινήσεις κάτι δικό σου. Αν και από το Frisco (όπως τόσες μεγάλες ψυχεδελικές μπάντες του παρελθόντος, βλέπε Grateful Dead) κατόρθωσαν, αδίκως, να τους εντάξουν οι κριτικοί στο κίνημα του νεο-garage τους Detroit. Οι BRMC όμως είχαν πάντοτε κάτι παραπάνω να πουν από τους 'ομόσταυλούς' τους.
Και ενώ οι Yeah Yeah Yeahs έσβηναν, οι Strokes είχαν σχεδόν αποτύχει και ο κόσμος στρεφόταν προς Σκοτία και Καναδά αποφάσισαν να αφήσουν τις ηλεκτρικές τους, να πάρουν τα ρίσκα τους και να δείξουν τις δυνάμεις τους. Το "Howl" δεν περιέχει ένα φαζαριστό και γκαζομένο ροκ ύμνο όπως το 'Whatever Happened To My Rock'N Roll'.
Είναι ένας δίσκος εσωστρεφής και ακουστικός. Ξεκινάει με ένα σχεδόν gospel νέγρικο blues ύμνο όπως 'Shuffle Your Feet', συνεχίζει με ένα ψυχεδελιασμένο ομόνυμο 'Howl' πιστό στις διδαχές του, ημίτρελου και ψυχοπαθή, Anton Newcombe των Brian Jonestown Massacre, συνεχίζει με ένα σχεδόν παραδοσιακό 'Devil's Waitin'', συναντάνε τους Love στο 'Ain't No Easy Way ', τις πιανιστικές μπαλάντες του πρώιμου Elton John στο 'Promise' και επιτέλους να μας αφιερώσουν το μοναδικό πιασάρικο, κιθαριστικά και ακουστικά συγχορδιακώς συνθετημένο 'Weight Of The World'.
Για την ιστορία, το "Howl" δεν είναι κακό. Είναι απλώς διαφορετικό. Δεν ξέρω αν βρίσκονται σε συνθετικό αδιέξοδο και θέλουν να βρουν νέους, απεγνωσμένους ίσως, τρόπους διαφυγής, αυτό που ξέρω με σιγουριά είναι, ότι θα συναντήσουν καινούργιους, ίσως πιο ώριμους, οπαδούς και θα χάσουν αρκετούς παλαιότερους. Ο χρόνος θα δείξει... προς το παρόν...




