Έχω καταλήξει πια πως όταν κάποιο άλμπουμ, αλλά και έργο γενικότερα, είναι απλά εύκολο ή απλά δύσκολο -απλά στις άκρες της δεκτικότητας, δηλαδή- δεν προσφέρει ούτε και προσφέρεται για πολλά πέρα από την προσωρινή χρήση. Κι αυτή άλλοτε με και άλλοτε χωρίς ευχαρίστηση. Αυτό που του χρειάζεται, θα είναι πάντοτε κάτι πιο πέρα.
Γράφοντας τη μουσική του ο 35-χρονος θεσσαλονικιός Θωμάς Κοσίδης επικεντρώνεται εξαρχής στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, την οποία και προσπαθεί να διατηρήσει μέχρι όσο αυτό πάει. Οπότε η ευχαρίστηση που προανέφερα, μια με το χαλαρωτικό του δισκογραφημένου εδώ αναπτύγματος, μια με το ταξιδευτικό τινά του συνόλου των δώδεκα συνθέσεων, υπάρχει. Ωστόσο, το περιεχόμενο κι η διάρκεια αυτής είναι που παίζουν, όπως θα δούμε παρακάτω.
Πριν, όμως, να πω δυο-τρία πράγματα περί του εμπορικού σκέλους. Όπως το ότι το όνομα του project είναι έξυπνο, το artwork είναι πιασάρικο και προς την ορθή κατεύθυνση, ο γενικός τίτλος του cd, ωστόσο, είναι ατυχής θυμίζοντας σλόγκαν από διαφήμιση αεροπορικής εταιρείας. Έχει και το μάρκετινγκ τα όρια του, για μουσική μιλάμε εξάλλου.
Ηχητικά, τώρα, όσο και υφολογικά και αισθητικά, ο Κοσίδης συνδυάζει τα ηλεκτρονικά, κατά βάση αναλογικά από ό,τι καταλαβαίνω, με ως έχουν ήχους από κιθάρες, μπάσο, τύμπανα, αλλά και άλλους, σε κάτι που ενέχει τις ψυχεδελικές -λόγω του σποραδικού spacey ύφους- επιδράσεις, σε σετ με κείνους τους παρελθόντες ethnic lounge χρωματισμούς, προσπαθήστε και θα τους θυμηθείτε. Και ηχογραφεί, ζωντανά μάλλον, το αποτέλεσμα σε υπολογιστή, όπου και το ενορχηστρώνει.
Αναλογιστείτε ό,τι έκαναν οι Thievery Corporation προ δεκαετίας και βάλε, δηλαδή, προς το ελαφρύτερο και το πιο επιφανειακό. Ιδέες υπάρχουν, δεν διαθέτουν, όμως, αυτό που λέμε δεύτερο ζευγάρι μάτια, το αναγκαίο απέξω σπρώξιμο την κατάλληλη στιγμή, κάποιου είδους πλουραλισμό. Ίσως γι' αυτό κι όλα τα (+) πρόσημα συγκεντρώνονται στο ελκυστικό της επιτυχημένης ατμόσφαιρας του δίσκου, η οποία, εντούτοις, άλλο τόσο όσο είναι δηκτική, είναι και ληξιπρόθεσμη, είναι κι επικίνδυνη. Ειδικότερα, δε, όταν οι ρυθμοί, η άλλη παράμετρος, δεν είναι στο γρήγορο τέμπο που απαιτείται για να θεωρηθούν ευθέως χορευτικοί.
Αν κάτι με εντυπωσίασε στο φετινό "Pocket Symphony" των Air (από τους παρεξηγημένους δίσκους της χρονιάς), ήταν η απόφασή τους να ρίξουν αυτό ακριβώς το ευπαρουσίαστο που μιλάμε τόση ώρα εδώ και να βυθιστούν από κάτω του. Να του δώσουν άλλες προεκτάσεις, άλλον τελικό χαρακτήρα. Προς τα κει πρέπει να 'ναι το επόμενο του "Flight For Everyone" βήμα, να την πω τη σκέψη μου.
Τους Blue Pilots Project του άκουσα για πρώτη φορά με το "Wonderful Acoustic World" (περιέχεται στο παρόν) στη συλλογή "One Nation". Αυτό που μου δημιούργησαν, αναπόφευκτα τώρα που το σκέφτομαι ξανά, ήταν μια αρχική έκφραση ψυχρού ενδιαφέροντος. Ακούγοντας πλέον το δίσκο τους απ' την αρχή ως το τέλος, πέρα από το σαφώς πιο ολοκληρωμένο της άποψης που μπορεί κανείς να σχηματίσει, λαμβάνει και το μήνυμα ότι ο Κοσίδης είχε και πιο ουσιαστικά δείγματα γραφής, δείγματα που περνάνε πίσω από το στιλιστικό του όλου εγχειρήματος, όπως το "African Path", αλλά και το "E.N.D." του φινάλε, πιο περιπλεκτικά και απρόβλεπτα, που δείχνουν σύγχρονα μια διάθεση και τόλμη να ψηλαφίσει ο συνθέτης τους πτυχές πολυεπίπεδες, ίσως και πιο σκοτεινές. Μια διάθεση να προχωρήσει, εν ολίγοις.
Γνώμη μου, να ανοιχτεί με απλωτές μακρύτερα από την, να τη βαφτίσω, παραδοσιοστρέφεια. Αυτή η τελευταία, είναι η παγίδα η τεράστια που στήνει η εποχή και το (night) lifestyle της στον άνθρωπο. Ό,τι παρουσιάζεται στο παρόν, είναι καλό μόνο σαν αρχή. Σχεδόν...




