Inferno
Ο Αναστάσιος Μπαμπατζιάς και η Ελένη Φουντή επαναφέρουν στο επίκεντρο έναν δίσκο... ξεχασμένο και καταθέτουν δύο διαφορετικές (ή και όχι τόσο;) οπτικές.

Ο Αναστάσιος Μπαμπατζιάς γράφει:
Ξέρω ότι γίνομαι σχεδόν βλάσφημος,,αλλά εμένα οι Boards of Canada ποτέ δεν μου άρεσαν μέχρι τώρα. Μου φαίνονταν πάντα αναιμικοί, ανεκπλήρωτοι και τελικά βαρετοί. Μια νιουεητζίλα με σκοροφαγωμένα μπήτια. Ξέρω διαφωνείτε. Επίσης ξέρω ότι πολλοί θα διαφωνήσουν με αυτό που νομίζω τώρα αλλά τι να κάνουμε πρέπει να το πω. Οι Boards of Canada με το ‘Inferno’ μοιάζουν σαν να βρήκαν έναν εαυτό που ίσως πάντα να έψαχναν. Έχουν δηλαδή έναν στόχο από παλιά και τώρα τον εκπληρώνουν.
Τα κομμάτια που ακούμε εδώ έχουν χαρακτήρα. Όλα. Ακόμα και τα λιγότερο επιτυχημένα ή αυτά που θεωρούνται από πολλούς αποτυχημένα, όπως για παράδειγμα το ‘Naraka’, όπου κάπου στη μέση ακούμε αυτά τα επαναλαμβανόμενα Χάρε Κρίσνα που όντως σε πρώτη φάση μπορεί και να προκαλέσουν από γέλωτα μέχρι ξίνισμα. Κι όμως όχι μόνο δεν είναι ενοχλητικά τελικά αλλά χρησιμοποιούνται μέσα σε ένα ηχητικό περιβάλλον μυστήριο, άσχετο με αυτά, με αποτέλεσμα να ακούγονται δυστοπικά, σαν ένας μακρινός πεθαμένος απόηχος ενός άλλου πολιτισμού. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό είναι ένας επι τούτου συμβολισμός σχετικά με τα νεκρά πράγματα που ακόμα επιθυμούμε να συγκρατήσουμε ως ανθρωπότητα, πάντως αισθητικά δουλεύει.
Παλιότερα όταν άκουγα τους δίσκους τους νόμιζα ότι άκουγα διαρκώς το ίδιο κομμάτι. Δηλαδή οι διακλαδώσεις των σκέψεων τους και οι ιδέες τους δεν ήταν τολμηρές και περιτριγύριζαν συνέχεια γύρω από την ίδια μανιέρα. Στο ‘Inferno’ αυτές οι σκέψεις και οι ιδέες έχουν διακτινιστεί. Κάθε κομμάτι ξεστρατίζει σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Υπάρχει μια κεντρική βάση, μια αφορμή, ένα θέμα που τα ενώνει όλα, ακόμα και οι μανιέρες τους συνεχίζουν να είναι εδώ, αλλά καταφέρνουν να δίνουν δημιουργικό νόημα ακόμα και σε αυτές, μια ξεχωριστή κάθε φορά εκφραστικότητα. Υπάρχει μια ατμόσφαιρα, διάχυτη παντού, όλα διαδραματίζονται σε έναν τόπο κάπου μεταξύ δυστοπίας και φουτουρισμού ή και αλλούτερου παγανισμού. Μια κόλαση όχι και τόσο εφιαλτική, σκοτεινή παρόλα αυτά.
Υπάρχουν πάρα πολύ καλές στιγμές στο ‘Inferno’. Ξεκινάει με αυτό το μίνι “Introit” που είναι μια παράξενη, ίσως αποπροσανατολιστική, εντυπωσιακή πάντως εκκίνηση, γιατί ακούγοντας νομίζεις ότι το γύρισαν στο 70s space prog! Αλλά μετά μπαίνει αυτό το φοβερό “Prophecy at 1420MHz” που θα μπορούσε να είναι ένα αργό 80s ναρκοληπτικό dark wave που μεταφέρεται στο υπερδιάστημα αλλάζοντας σκουληκότρυπες σαν να ήτανε συρμοί του μετρό. Στο καπάκι μπαίνει το “Hydrogen Helium Lithium Leviathan” (τι τίτλος!), για μένα ένα απίστευτο track, μπορεί και το καλύτερο του άλμπουμ, το οποίο αφήνει μια γεύση μάγματος στον ουρανίσκο έτσι όπως έρπεται στα βάθη.
Το “Deep Time” ήταν το πρώτο κομμάτι που ξεχώρισα αμέσως με την πρώτη ακρόαση του δίσκου. Είναι ένα μικρό τρίλεπτο έπος που ξεκινάει σαν ένα πολλά υποσχόμενο dark ambient που θα μπορούσε να εκπέμπεται για πολύ ώρα από τα ηχεία και να βυθίζει τον ακροατή σε έναν σκοτεινό σουρεαλιστικό κόσμο χωρίς μέρα, όμως γρήγορα παίρνει στροφή προς την ανατολή του ήλιου. Το “All Reason Departs” είναι η μουσική που φαντάζομαι ότι θα μπορούσε να παίζει στο Café Del Mar κατά τη δύση του ήλιου αλλά και του κόσμου ή μετά το τέλος του κόσμου.
Άλλο ένα από τα πολύ δυνατά χαρτιά του άλμπουμ είναι το “Arena Americanada”. Σαν να ξεκινάει ένα τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων όπου παρουσιάζονται τεκταινόμενα κατά τη δοκιμασία μετάβασης από την κανονικότητα στην κόλαση. Το “The Process” είναι μια μικρή υπενθύμιση ότι αυτή η μετάβαση μπορεί να γίνει και ειρηνικά. Σαν να μεταμορφώνονται οι δαίμονες σε νοσταλγία που θα μετατραπεί σε πραγματικότητα. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το βασικότερο χαρακτηριστικό των Boards of Canada είναι μια φευγαλέα αίσθηση σχετική με την νοσταλγία. Λέω φευγαλέα γιατί ποτέ δεν είναι νοσταλγία για κάτι συγκεκριμένο αλλά πιο πολύ μια ωδή στη νοσταλγία. Κάτι σαν αίρεση που λατρεύει τη νοσταλγία σαν θεό. Στο ‘Inferno’ κατά τη γνώμη μου αυτό είναι πιο έντονο από ποτέ.
Κάτι που έχει επιτευχθεί σε αυτό το άλμπουμ και επίσης ήταν πάντα πρόθεση των BoC, είναι ότι καταφέρνουν να ξεκολλήσουν τον ακροατή από την electronica κι ας μην μετακινούνται πρακτικά από αυτήν. Δεν πρόκειται για άλλο ένα άλμπουμ της electronica. Δεν είναι idm, δεν είναι ambient. Το έργο καταφέρνει να ξεφεύγει από τα δεδομένα του στυλ εισχωρώντας σε έναν άλλο μυστικό χώρο. Γίνεται μια δυστοπική απόκοσμη ποίηση χωρίς λέξεις. Οι ΒoC προσπαθούν κατά έναν τρόπο να πουν μια ιστορία με όχημα τον ήχο και τη μουσική, κάπως σαν να μην είναι δηλαδή απαραίτητα η μουσική το κυρίαρχό τους μέλημα αλλά αυτή η ιστορία. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητα αρνητικό (εδώ τουλάχιστον - γιατί σε άλλους πολύ συχνά είναι), ειδικά από τη στιγμή που και η μουσική τελικά είναι πολύ καλή και εξυπηρετεί αυτή την ιστορία (που δεν είναι και απολύτως εύληπτη και περιγραφική ευτυχώς) με όλες τις ιδιαιτερότητές της.

Η Ελένη Φουντή γράφει:
Trigger warning: Πολλαπλές αναφορές σε “Tomorrow’s Harvest” και “cult leaders”.
Έγραψα μία μικρή εισαγωγή για να διευκρινίσω ότι εν αναμονή του δίσκου μου θα έκρινα το “Inferno” μόνο από ψηφιακά αρχεία, στο μεταξύ ήρθε ο δίσκος και την τροποποίησα, λίγο πριν τη σβήσω από τύψεις για την τιμή του. Και αφού - συνειδητοποιώντας πόσα βινύλια και CD δεν έχω αγοράσει κατά καιρούς για να πάρω άλλα - ξαναμετάνιωσα, την επαναφέρω με την ελπίδα ότι το επιχείρημα έχει επιτέλους σταθεροποιηθεί. Γιατί ούτως ή άλλως, μία υπενθύμιση να ακούμε πού και πού κανέναν δίσκο σε φυσική μορφή δεν βλάπτει, είναι άλλωστε παραμελημένη παράμετρος στη σύγχρονη δισκοκριτική, αλλά ειδικά στην περίπτωση των Boards Of Canada (“BoC” που λέγαμε παλιά στα chatrooms του soulseek), κατεξοχήν εκφραστών του φαντασιακού μίας αναλογικής ηλεκτρονικής, ίσως μετράει λίγο παραπάνω.
Ως γνωστόν, οι Σκωτσέζοι χρησιμοποιούν τεχνικές εκτεταμένης επεξεργασίας με κασέτες και παλιά συνθεσάιζερ. Οι παραμορφώσεις, το tape hiss κλπ είναι οργανικό μέρος της μουσικής τους. Για ένα σχήμα τόσο συνδεδεμένο με την τεχνολογία του παρελθόντος αξίζει αν μη τι άλλο να επιστρέφει κανείς στην υλική εμπειρία του φυσικού φορμάτ, με το CD ενδεχομένως να πλεονεκτεί κιόλας για την πρώτη φάση της πορείας τους, καθώς αυτή η έλξη για την αναλογικότητα εκδηλώθηκε στην αυγή της ψηφιακής εποχής, όταν το CD ήταν το κυρίαρχο μέσο αναπαραγωγής. Δηλαδή αν δεν βάλουμε ούτε για τους Boards Of Canada ένα βινύλιο ή ένα CD να παίξει πότε θα το κάνουμε; Το “Inferno” από την άλλη, μια που έχω πλέον άποψη για το βινύλιο, περιπλέκει τα πράγματα ως μοναδική περίπτωση τόσο καθαρής παραγωγής στη δισκογραφία τους.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο μηδέν για τις σκέψεις μου για το “Inferno”, καθώς μοιάζει να επιβεβαιώνει μία τάση σταδιακής απομάκρυνσης των BoC από την αισθητική τεχνολογικής φθοράς, που διαφαινόταν από το 2013 και το “Tomorrow’s Harvest”. Και ίσως θα έπρεπε να την περιμένουμε. Ο Mike Sandison και ο Marcus Eoin υπήρξαν πρωτοπόροι της εξιδανίκευσης και της ανάδειξης του ρετρό σε πολιτισμική τάση τριάντα χρόνια πριν, όμως άλλο πράγμα ήταν η νοσταλγία στα τέλη 1990s και άλλο είναι τώρα. Και αυτό οι Boards Of Canada το ξέρουν καλύτερα από όλους, γιατί μας πρότειναν ξεθωριασμένες polaroid πολύ πριν τη ρομαντικοποίηση του αναλογικού κόσμου, όταν όλοι βιάζονταν να ψηφιοποιηθούν. Τι νόημα έχει όμως η polaroid σήμερα, σε μία εποχή που κάθε πιτσιρικάς στη Βρετανία έχει άποψη για τις vintage διαφημίσεις των ψυγείων ΙΖΟΛΑ στην Ελλάδα με ένα search στο youtube;
Διαμορφώνεται λοιπόν όλο και περισσότερο ένα υπαρξιακό ζήτημα για τους BoC, το οποίο πάντως έχουν αντιπαρέλθει υποδειγματικά, χάρη στην επίδειξη θαυμαστής ιστορικής αυτοπεποίθησης ότι παραμένουν οι θεμελιωτές του ambient IDM που κάποτε όλοι αντέγραφαν, αλλά και με το χτίσιμο της αντιτουριστικής εικόνας τους δια της απουσίας από τη δημόσια σφαίρα και του μυστηρίου που περιβάλλει τους δίσκους τους. Πάγια τακτική μεν, εντεινόμενη τα τελευταία χρόνια δε, ιδίως σε αντίστιξη με την τάση για συνεχή έκθεση των μουσικών στα social media τώρα τελευταία. Οι Boards Of Canada δεν είναι μαϊντανοί, δεν μιλάνε για τους εαυτούς τους, δεν βγάζουν σέλφις και δεν δίνουν συναυλίες. Θα μιλήσουν μία και καλή όταν βγάλουν δίσκο, ο οποίος θα διοχετεύεται κάθε φορά εκεί που πρέπει με κατασκευασμένα κανάλια μυστηρίου, είτε μιλάμε για τα listening parties του “Geogaddi” στις εκκλησίες, είτε για τα παράξενα δωδεκάιντσα και τους ακατάληπτους κώδικες του “Tomorrow’s Harvest” κλπ. Δοκιμασμένη μέθοδος που έως τώρα τους έχει δικαιώσει, πλην όμως με τις αρχικές οδηγίες streaming του “Inferno” φοβάμαι ότι διολισθαίνουν στην αυτοπαρωδία: Ακούστε το μια κι έξω / μην το ακούτε δυνατά / να το ακούτε μόνο με ακουστικά και μόνο σε ιδιωτικό χώρο / μην το ακούτε με τους φίλους σας σε σπίτια που μοιράζεστε με άλλους.
...
Εγώ λέω τον επόμενο δίσκο τους να μην τον ακούσουμε καθόλου για να μην τον ματιάσουμε. Ας τον αγοράζουμε για να τον κοιτάμε από μακριά σαν εικόνισμα.
Πέρα από την πλάκα, είναι αναπόφευκτοι οι παραλληλισμοί με cult leaders που καθοδηγούν τους πιστούς στην τελετουργία της ακρόασης, άλλωστε είναι γνωστό το ενδιαφέρον τους για το θέμα των αιρέσεων και της θρησκοληψίας, αλλά πρώτη φορά αυτή η σχέση εξάρτησης διαπερνά τόσο έντονα τη μουσική. Όμοια με τα “In A Beautiful Place Out In The Country” και “Geogaddi”, η θεματολογία του “Inferno” κινείται γύρω από τη θρησκεία, τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό, όχι όμως ως τελετουργικό μέσο επικοινωνίας με τους ακροατές, αλλά ως μουσική πρόταση καθαυτή, την πιο απαισιόδοξη και ζοφερή που έχουν καταθέσει μέχρι σήμερα.
Ήδη επ’ αφορμής του ιδιαίτερα σκοτεινού “Tomorrow’s Harvest” που εμφορείται από την αποδοχή μίας δυστοπίας, οι Boards Of Canada δήλωναν στις συνεντεύξεις τους νιχιλιστές. Δεν περιμέναμε ξαφνικές αναλαμπές αισιοδοξίας λοιπόν και ιδίως με τις γεωπολιτικές και κοινωνικές δυναμικές που έχουν διαμορφωθεί έκτοτε. Αν το “Tomorrow’s Harvest” είναι η στωική αναμονή του τέλους, με το “Inferno” καταδυόμαστε σε μία μετα-αποκαλυπτική συνθήκη, μετά το τέλος.
Ο δίσκος ξεκινάει με ένα από τα γνώριμα ψυχρά ηλεκτρονικά σήματα που χρησιμοποιούν συχνά ως intros - δεν θα εκπλαγώ αν τα έχουν αλιεύσει από εκπαιδευτική τηλεόραση των 1970s - και αμέσως μετά, με το “Prophecy At 1420 MHz”, ένα από τα καλύτερα IDM κομμάτια που μας έχουν δώσει ποτέ, ξεκαθαρίζει τα της νοσταλγίας: Ωραία τα χιόνια στις τηλεοράσεις όταν δεν έπιανε η κεραία, αλλά το πολύ το hauntology το βαριέται και ο Caretaker. Έχουμε λοιπόν τον πρώτο τεχνικά και ηχητικά “μεγάλο” δίσκο των Boards Of Canada, όχι με την έννοια ότι δεν συναντάμε τις οικείες μελωδικές γραμμές που κάποτε μας έκαναν να αγαπήσουμε το downtempo IDM, τις συναντάμε ευτυχώς, αλλά ως κατάθεση ρεαλισμού και κυνικής προσαρμογής στην πραγματικότητα. Η ψευδής ανάμνηση μίας παιδικής ηλικίας που δεν ζήσαμε έγινε εφιάλτης και τα παιδιά του “Music Has The Right To Children” έγιναν ζόμπι που καίγονται εκεί που υποδεικνύει ο τίτλος, στην κόλαση, εξ ου και το εξώφυλλο μοιάζει με αρνητική αντανάκλαση του “Music..”, εξ ου και η καθαρή παραγωγή.
Ευτυχώς, η μεγάλη εικόνα είναι ότι παρότι οι Boards Of Canada ακούγονται λιγότερο συναισθηματικοί και περισσότερο τεχνοκράτες, ή περισσότερο τσατισμένοι έστω, τους πάει. Το “Inferno” είναι βαρύ και απαισιόδοξο άλμπουμ, αλλά είναι αιχμηρό και εντυπωσιακά λεπτομερές, με μεγάλα ambient περάσματα και πολύ πιο επιθετικές κιθάρες, στο όριο του post-rock ενίοτε θα λέγαμε (πχ “Into The Magic Land”), και πιο δυναμικά ντραμς από ό,τι μας έχουν συνηθίσει (πχ “Naraka”, “Arena Americanada” κ.α.). Οι αρπισμοί είναι ευκρινείς, τα keyboards λιγότερο θολά από ποτέ και γενικά εξυφαίνεται μία ατμόσφαιρα αρκετά μακριά από την παραισθησιογόνα ζάλη των πιο abstract δίσκων του παρελθόντος. Το “Inferno” είναι πιο ψυχρός και πραγματιστικός δίσκος αλλά μεγαλύτερου όγκου.
Υπάρχουν άφθονες αναφορές στο παρελθόν, όπως η εισαγωγή του “Deep Time”, τα synths του “Hydrogen Helium Lithium Leviathan”, η μελαγχολία του “Blood In The Labyrinth” και η αισθητική των soundtracks των ταινιών του Carpenter. Δηλαδή, είτε σας έλειψε η αμφίσημη διάθεση του (ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; - με την απορία θα μείνουμε) “Roygbiv”, είτε οι σκοτεινές στιγμές του “Alpha And Omega”, υπάρχει κάτι για όλους.
Βέβαια αν είστε σαν εμένα και επιπλέον θέλατε κι ένα νέο φωτεινό guitar-driven “Dayvan Cowboy” για την επόμενη φορά που θα κοροϊδέψετε τον εαυτό σας ότι μία μέρα θα δείτε ανατολή σε βουνό ακούγοντάς το, δεν πειράζει, δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Και το “Tomorrow’s Harvest” (που ως μοναδικό άμεσα συγκρίσιμο BoC άλμπουμ εξακολουθεί να έχει την τιμητική του στο κείμενό μου) ελάχιστα περιθώρια για φως άφησε, αλλά δεν έχει σημασία γιατί από την αρχή μέχρι το τέλος απηχεί την ιστορική αυτοπεποίθηση που ανέφερα πριν. Μπορεί η ρετρομανία να είχε κωδικοποιηθεί και τότε, μπορεί οι Σκωτσέζοι να είχαν ήδη χάσει την πίστη τους στην ανθρωπότητα, αλλά το ξεπέρασαν ποντάροντας στο βαρβάτο sci-fi, drone, IDM σε μία εποχή που όλοι το είχαν ξεγράψει.
Δεν είμαι καθόλου βέβαιη ότι συμβαίνει το ίδιο και στο “Inferno” όμως, όσες ακροάσεις κι αν δώσω, όσες φορές κι αν ακούσω “I am GOD, the ultimate resonance” από eerie ρομποτικές φωνές. Τεχνικά μεγάλος και στιβαρός δίσκος όπως είπαμε, ο οποίος όμως ξαφνικά, από το γνωστό και μη εξαιρετέο πλέον “Father And Son” και μετά, αρχίζει να βγάζει ανασφάλειες εξηγώντας μας το αφήγημα με λέξεις και υπερτονίζοντας τη σύνδεση με τη θρησκεία, πράγμα κάπως ενοχλητικό.
Έχοντας προσποιηθεί ότι στο βίντεο του “Prophecy At 1420 MHz” δεν είδα για άλλη μια φορά cult leaders όπως ο Jim Jones και ο David Koresh (σε πόσους δίσκους σκοπεύουν να παίξουν αυτό το χαρτί;), και το έκανα επειδή το κομμάτι τα σπάει, δεν μπορώ εντούτοις να δικαιολογήσω και ότι στο πέμπτο κομμάτι κυριολεκτικά ακούμε έναν πατέρα να προσπαθεί να πείσει τον γιο του να φύγει από μία θρησκευτική σέχτα, αλλά με μονταρισμένα funky φωνητικά σαν να παίζει δίσκος των Avalanches. Πιθανόν ο στόχος να ήταν η γελοιοποίηση της θρησκοληψίας, πάντως γύρισε μπούμερανγκ και δεν είναι το μόνο φλερτ με τη μετα-ειρωνεία εδώ. Στη μεγαλύτερη μάλλον διαφωνία μου με τις ενθουσιώδεις κριτικές, βρίσκω επίσης το δημοφιλές “You Retreat In Time And Space” γλυκερό για Boards Of Canada, σαν μία καρικατούρα του “Everything You Do Is A Baloon”. Και δεν ξέρω αν οι μουσικές αρετές του “Age Of Capricorn” υπερισχύουν της θριαμβευτικής πνευματικής αφύπνισης που υπαγορεύεται (με έμφαση στο ρήμα). Δεν με ψήνει να μου λένε τόσο κυριολεκτικά “πρόσεξε, τώρα θα νιώσεις κάτι υπερβατικό”. Ωραίο κομμάτι όμως.
Ομοίως, στο “Naraka” που θα μπορούσε να είναι το καλύτερο κομμάτι του δίσκου πέφτουν βροχή τα “Hare Krishna”. Το “The World Becomes Flesh” αντιπαραβάλλει τη θρησκεία με τη βιολογία, αλλού οι αναφορές είναι περισσότερο occult, νοστράδαμοι και τηλεευαγγελιστές πάνε και έρχονται και κάθε κομμάτι έχει είτε θρησκευτικές, είτε αποκρυφιστικές, είτε κοσμογονικές, είτε εσχατολογικές αναφορές, οι οποίες κάθε άλλο παρά υπαινικτικές είναι και τις οποίες παρά ταύτα μπορούμε όλοι να ερμηνεύσουμε κατά το δοκούν. Ίσως η θρησκοληψία να έφερε το τέλος, ίσως αντίθετα η θρησκειολογία να λειτουργεί ως καταφύγιο για τη νοηματοδότηση της καταστροφής, ή ίσως ακόμα να μας εγκατέλειψε ο θεός. Το βέβαιο είναι ότι οι Boards Of Canada μετά από πολυετή φιξασιόν με όλη αυτή τη θεματική, μοιάζουν πλέον σε κατάσταση εμμονής με τα θρησκευτικά cult, τον Aleister Crowley, τον Λεβιάθαν και το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο. Αλλά βασικά με τα θρησκευτικά cult.
Ευτυχώς και παρά τις επιμέρους αστοχίες του, το “Inferno” εξακολουθεί να εμπνέει τη σιγουριά που νιώθουμε με κάθε δίσκο που έχουν βγάλει οι αδελφοί Sandison μέχρι τώρα. Ότι όσο και αν τελικά ελκύονται από τον άτυπο ρόλο των cult leaders που χειραγωγούν το (not so) underground (anymore) ποίμνιο της electronica με φλεγόμενα εξάγωνα, guidelines ακρόασης (και ενίοτε αμπελοφιλοσοφίες), θα χρειαστεί περισσότερη αυτο-υπονόμευση για να ζήσουμε να ακούσουμε στραβοπάτημα. Δεν προοικονομώ, εξηγώ τι απηχούν οι δίσκοι τους ως αίσθηση. Ισχύει και με το “Inferno”. Φαίνεται στα ambient ανοίγματα του εξαίσιου “Deep Time”, του “Memory Death”, του “I Saw Through Platonia”, αλλά και στα πιο δυναμικά ρυθμικά μέρη, όπως το “Hydrogen Helium Lithium Leviathan”, το “Arena Americanada”, φυσικά το “Prophecy At 1420 MHz” κλπ.
Τι θέλουμε στην τελική από τους Boards Of Canada το 2026; Να συνεχίσουν να μας μιλούν για το μέλλον προβάλλοντάς το σε μία παράξενα οικεία μνήμη από το παρελθόν. Υπό αυτή την οπτική, το “Inferno” εκθέτει απροκάλυπτα τις αδεξιότητές του ενώ μας αφήνει και χωρίς άλλο μέλλον. Είμαστε ήδη στην άλλη πλευρά της καταστροφής με τις polaroid μέσα στις στάχτες. Και πάλι όμως, η μουσική γλώσσα έχει ακόμα τη δυναμική να αιφνιδιάσει και να ανοίξει νέες προοπτικές για την αντίληψη της ηλεκτρονικής ως πεδίου αφήγησης, πέρα από τυπικές αλληλουχίες beats. Θέλουμε και άλλους Boards Of Canada δηλαδή, και άλλο δίσκο, και ας μιλάει ο επόμενος για το μετά το μετά το τέλος. Ελπίζω πως δεν θα περιμένουμε άλλα 13 χρόνια και ότι η διακοπή του χτύπου της καρδιάς μερικά δευτερόλεπτα πριν τελειώσει το “Inferno” ήταν λάθος.
Inferno: 7




