Οι Bokomolech "παρουσιάστηκαν" σε αρκετούς από εμάς (αλλά όχι σε όλους, κάποιοι ήξεραν ήδη) από το πουθενά το 1995 (δισκογραφικά εννοώ) για να ευθυγραμμίσουν μάλλον για πρώτη φορά με τέτοια ακρίβεια το αγγλόφωνο εγχώριο ροκ με την εποχή του, όπως σωστά επισημαίνει και ο Θανάσης Παπαδόπουλος, παραλείποντας να χαρίσει στο Xero το 10άρι που του πρέπει (και παραδίδοντας το έτσι σε μια ανώτερη κατηγορία δίσκων). Δεκαεφτά χρόνια μετά, ο αμέσως επόμενος καλύτερος δίσκος τους πάσχει μόνο από το ότι σπάει ανεπανόρθωτα η παραπάνω αρετή τους: οι Bokomolech του 2012 καρφώνουν το ημερολόγιο στο 1995 και αρνούνται να ξεκολλήσουν από εκεί. Τελικά όμως έτσι έπρεπε να γίνει, για να παραδώσουν (επιτέλους και πάλι) τραγούδια που υποσκελίζουν τις δυναμικές ή και τις αδυναμίες του ροκ ιδιώματος, που συνειδητά έχουν επιλέξει να ακολουθούν.
Άπαντα τα τραγούδια του Mass Vulture, είτε κινούνται στην αιχμή της μελωδίας, είτε δίνουν λίγο γκάζι και παρασύρονται και πάλι στις προσταγές του Thurston (μιας και ο ίδιος το άλλαξε το τροπάρι προσφάτως) έχουν ως σήμα κατατεθέν την ιδιότροπη ευαισθησία στα φωνητικά του Δημήτρη Ιωάννου και δεν νιώθουν (ευτυχώς) την ανάγκη να την καλύψουν με περιττές προσθήκες (ή και αφαιρέσεις). Όπως ακριβώς και στο Xero, διηγούνται κάθε φορά την ίδια μισή ιστορία, καταλήγουν στην ίδια αναμενόμενη κορύφωση, κάθονται πάνω σε αυτήν για δύο λεπτά και την απολαμβάνουν (μαζί και εμείς) και αποχωρούν πριν κουράσουν (και κουραστούν) για να επαναληφθεί και πάλι το ίδιο σκηνικό εντός ολίγου. Μοιάζει συνταγή, αλλά είναι πατενταρισμένα δική τους, ορθό μείγμα που στο τέλος καθιστά όσο πρέπει δυσδιάκριτα τα συστατικά του, και στην περίπτωση τους περισσότερο τους έχει στοιχίσει το ότι την ακολουθούν πιστά, παρά έχουν κερδίσει από αυτό. Στο Stitches πετσοκόβουν τη συνταγή στα τέσσερα και μοιάζουν και πάλι σαν ένα συγκρότημα που δεν γεννήθηκε εδώ πέρα. Είναι μια λεπτή διαφορά που την ακούς, ενώ δεν μπορείς να την εξηγήσεις.
Οι κιθάρες των Bokomolech ήταν το μεγάλο τους ατού από τον καιρό που ακόμη και τα σπουδαιότερα των ελληνικών ροκ συγκροτημάτων έψαχναν να βρουν γιατί στο διάολο δεν ακούγονται οι κιθάρες τους όπως Αμερική (το όπως Αγγλία το έψαχναν ελάχιστοι, αλλά κι εκεί μία από τα ίδια γενικώς...). Στην πορεία μάλλον το παράκαναν με δαύτες και αλμπίνι στον αλμπίνι, τις χάραξαν τόσο στις γωνίες, ώστε στο τέλος περισσότερο μάτωναν, παρά έθελγαν. Εδώ αναλαμβάνουν την παραγωγή μόνοι τους και για την πάρτη τους και τις στρογγυλεύουν όσο και όπου χρειάζεται, χωρίς να χάνεται η απαραίτητη κόψη. Οι προσθαφαιρέσεις στο line up δεν θα φέρουν δραματικές αλλαγές, αν κρίνει κανείς όμως από το τελικό βελτιωμένο σε σχέση με την κούραση του παρελθόντος αποτέλεσμα, μόνο καλό έχουν προσφέρει τελικά, ενώ και τα πλήκτρα προσφέρουν πλέον στο να περιοριστεί εκεί που πρέπει το όποιο αιμάτωμα.
Δεν ξέρω αν μένει κάποιο παιχνίδι να κερδηθεί για τους ίδιους τους Bokomolech, ούτε καν αν συμμερίζονται το μούδιασμα όλων ημών όλα αυτά τα χρόνια... αν πάντως ένα συγκρότημα χρωστούσε κάποιο δίσκο στους φανατικούς του, έτσι για την αιώνια πίστη σε ό,τι κάποτε προσφέρανε από το πουθενά, τότε σίγουρα αυτός ο δίσκος μόλις κυκλοφόρησε, έστω και με καθυστέρηση δεκαεφτά ετών, στα όρια της ενηλικίωσης δηλαδή.
Αν μετά από όλα αυτά βγάλουν νέο δίσκο και οι Ziggy Was τότε μάλλον δεν θα υπάρχει λόγος να μην επιστρέψουμε στη δραχμή, ενθυμούμενοι πόσα αριστουργήματα είχαμε αγοράσει με μόλις 2.000 δρχ από την αλησμόνητη Lazy Dog.




