Συνεχίζουμε να βαδίζουμε προς τα πίσω, με γνώμονα τον βαθμό κορεσμού από την death disco πενταετία, που μας κληροδότησε περισσότερη μετά punk ρουτίνα από όση μπορεί να αντέξει ο μέσος αναγνώστης των βιβλίων του Simon Reynolds. Διαφορετικά πώς να δικαιολογήσεις το ότι ο συνδυασμός των λέξεων οικολογία, ακορντεόν και americana δεν οδηγεί σε άμεσο εκσφενδονισμό του άλμπουμ από το παράθυρο (του υπολογιστή).
Γυαλίζουν ένα jazz folk πάτωμα για να στοιβάξουν επάνω του δεκάδες ανθρωπιστικές, μελωδικές, "πράσινες" και οριακά χίπικες ανησυχίες, τα μέλη τούτου του κάθε άλλο παρά kinky τρίο από την (Oh) North Carolina. Και γύρω τους μοιράζουν μια αντρική κακοφωνία, μία γυναικεία ζεστή φωνή και μια ακόμη απροσδιόριστη πριν αναζητήσεις την ταυτότητά της. Στο, δε, ακορντεόν της Beth Tacular (πολύ "αμερικάνα" επίθετο αυτό, ούτε παραγγελία να το είχε) στρογγυλοκάθονται και η ενισχυμένη ακουστικότητα με τους συνήθεις αδένες συγκίνησης και ο επιδιωκόμενος ηλεκτρισμός που θα ξεχωρίσει τα τραγούδια από το σωρό.
Οι Bowerbirds δεν έχουν το αστέρι των Fleet Foxes, στο βαθμό που οι τελευταίοι με το πρώτο άκουσμα κερδίζουν κάθε ακροατή ανεξαρτήτως προτίμησης στο είδος. Προσφέρουν λίγα ουσιαστικά sing along, για να απαιτήσουν υπομονετικές ακροάσεις στις στιγμές που ο δίσκος περιστρέφεται άκοπα γύρω από τον εαυτό του.
Το λογικό highlight In Our Talons είναι τόσο folk που αγγίζει τα όρια του δικού μας "λαϊκού" (Πάνος Γαβαλάς κ.λπ.). Ακούς τη μελωδία από το ακορντεόν και ασυναίσθητα ψιθυρίζεις "κι αν αλλάξαμε λόγια βαριά, ξέχασε τα και γύρισε πια...". Δοκιμάστε το πιάνει. Ομοίως προς το τέλος το Olive Hearts ακούγεται σαν μία μισοτελειωμένη tarantela που ξεχάστηκε κάπου στην Ιρλανδία και ευτυχή ακροατήρια αισθάνονται ότι η americana δεν είναι και τόσο αμερικάνικη υπόθεση τελικά...
Μακράν η πιο στιβαρή σύνθεση είναι το σχεδόν ομώνυμο του δίσκου Dark Horse, που επαληθεύει την υπόσχεση για έναν ακουστικό ύμνο για τη δύση της ύπαρξης και την αναζήτηση της ανατολής της σε διαφορετικές πρακτικές και συμπεριφορές από αυτές που σήμερα μας θέλγουν. Αλλά εγώ απεχθάνομαι την οικολογία και από το τραγούδι κρατάω την μετά από χρόνια εμφάνιση πραγματικών backing vocals (και όχι συνοδευτικών) και μιας ακουστικής κιθάρας που οδηγεί το τραγούδι στα άκρα σαν να είναι συνδεδεμένη με τις ισχυρότερες παροχές ρεύματος στο στούντιο.
Μέσα στην αθωότητα, την καλοσύνη και την άβουλη αγωνία τους οι Bowerbirds είναι προκλητικά αγαθοί για να προκαλέσουν ακόμη και μία σεισμική αντίδραση στην εμμονή τους να δίνουν ατέλειωτες ευκαιρίες στη μουσική ειρήνη. Προσθέτεις και την ικανότητά τους να συνοδεύουν με πραγματικά τραγούδια το φθινόπωρο της αγάπης που προηγείται του χειμώνα της αποξένωσης που επέλεξε ο Bon Iver και παύεις να αναρωτιέσαι αν σου αρέσει ήδη περισσότερο ο Alex Turner από τον Scott Walker.
Εδώ είναι η ουσία.




