Everywhere I Go Is Silence
Παλιότερα λεγόντουσαν "Coctail Twins". Το πιάνετε το υπονοούμενο ε; Του Πάνου Πανότα
Το ερώτημα, όντως πιο σύνθετο του αναμενόμενου, αν ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν επακριβώς στον ίδιο (και πρόσφατης κυκλοφορίας) δίσκο καθαρές επιρροές από dreampop, dark synthwave και shoegaze, απαντήθηκε οψίμως το ‘16 από ένα γκρουπ με έδρα την Κολονία, τους Box And The Twins. Μετά το “Everywhere I Go Is Silence” τους, η απάντηση έπαψε να θεωρείται νεφελώδης πιθανότητα ή παθιασμένος στοχασμός. Απέκτησε και την υπόσταση του χειροπιαστού.
Ωστόσο το αξιοθαύμαστο εδώ είναι κάτι άλλο. Το ότι οι εν λόγω επιρροές απέδωσαν υπέρμετρη αξία στην κρυφή ιδιωτικότητά τους, αυτής του χρυσού παρελθόντος. Πρωτίστως μάλιστα με τη μορφή λατρευτικής αρέσκειας κι αρκετά λιγότερο με το ναρκισσισμό ή ακόμη και την αντιγραφή. Είτε καθεμιά ξέχωρα είτε όλες μαζί. Δεν πρόκειται δηλαδή για απλή διαφορά έμφασης, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν θα ήταν από μόνη της αρκετή. Κι υπάρχουν τα δώδεκα τραγούδια στο παρόν άλμπουμ για να στηρίξουν πλήρως τούτον τον ισχυρισμό.
Κουτί και δίδυμοι που αναφέρονται στο όνομα του τρίο πάντως, δεν θα βρεθούν. Το πρώτο συνθετικό οφείλεται ευθέως στην τραγουδίστρια Box von Dü και το δεύτερο είναι κατάλοιπο του αρχικού ονόματος των Γερμανών, Coctail Twins (αν διερωτάστε από πού το σκέφτηκαν, σίγουρα έχετε βρεθεί να διαβάζετε λάθος πόρταλ, χρησιμοποιείστε όσες φορές χρειαστεί το βελάκι back πάνω αριστερά στην οθόνη και θα επιστρέψετε εκεί όπου χαθήκατε), αφού όσο κι αν κοιτάξεις φωτογραφίες των Mike Reichel και Marc Prein σε ομοιότητες δίδυμων αδερφών δεν θα συνηγορήσεις.
Στις ηχογραφήσεις για τον όποιον δίσκο, κρίσιμο πάντοτε είναι και το ποιος ελέγχει την κονσόλα. Στον προκείμενο τις δουλειές της μίξης και της παραγωγής τις έκανε η Hélène de Thoury. Ίσως την γνωρίζετε από τους Minuit Machine και Phosphor. Αλλά για την περίσταση θα ήταν σαφώς πιο χρήσιμο αν είχατε ακούσει πιο πριν το “This Fog That Never Ends”, το άλμπουμ που κυκλοφόρησε πέρυσι με το σόλο της πρότζεκτ Hante, αφού εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ιδιαίτερα κατατοπιστικό των πρακτικών της στις ενορχηστρώσεις των ήχων κι έτσι βοηθάει στο να γίνουν εξηγήσιμες οι παρεμβάσεις της στο υλικό των Box And The Twin.
Τις εικόνες, εντούτοις, που να αποδίδουν αναμφισβήτητα και σωστά το τι συμβαίνει στο “Everywhere I Go Is Silence”, τις εκλαμβάνουμε ακούγοντας τα εξαιρετικά του κομμάτια. Εν ολίγοις απ’ το εναρκτήριο έως και το έβδομο τρακ, κατόπιν εισερχόμαστε σε πιο ήπιες καταστάσεις, με συνολικά κορυφαία τα “This Place Called Nowhere” και “Perfume Well”.
Παρακολουθούμε τις μελωδίες και τις ατμόσφαιρες, τα παράλληλα επίπεδα των πλήκτρων να θεμελιώνουν την ποθούμενη διεισδυτικότητα, τα όλο προσωπικά συναισθήματα μέρη των κιθάρων, τις βαθιές μπασογραμμές, την τραγουδίστρια να γίνεται ολοένα και πιο ουδέτερη ερμηνευτικά μα χωρίς να εγκλωβίζει τον εαυτό της, και εμπεδώνουμε το καθετί λες και πρόκειται για αληθινή ιστορία λυρισμού κι όχι κοινό ακρόαμα.
Αν όπως έχει ήδη ειπωθεί και γραφτεί ο άνθρωπος καταναλώνει μουσική κυρίως για να προσδώσει νόημα και περιεχόμενο στην ευάλωτη ύπαρξή του, σκέψη που θα μας γυροφέρει όλους μας μετά τα πενήντα, θυμηθείτε την στιγμή, τότε ίσως το πιο σημαντικό με τους αναβιωτές είναι αυτοί να μην ταλανίζονται, ιδίως συχνά, από παθολογικά συμπτώματα. Διότι τα μεταδίδουν.
Σύμφωνα με το τι περιέχεται στο ντεμπούτο τους, όμως, οι Box And The Twins φαίνεται να έχουν βρει τι να κάνουν, και πώς, ώστε ενώ γράφουν τη δική τους μουσική, να ενισχύουν συνεχώς και ταυτόχρονα την ομολογουμένως δύσκολη τούτη προσέγγιση δημιουργίας που οι ίδιοι θέλησαν να φέρνει ελεύθερα το παρελθόν στο σήμερα, για να το φέρνει και με την επιθυμητή σε όλους μας έκβαση, προπάντων μια νέα κι εύστοχη. Προσόν βασικό αλλά και πάρα πολύ καταλυτικό τελικά για την επιτυχία του δίσκου τους.




