Flyaway Garden
Πώς φτάσαμε εδώ; Βάλε όπισθεν να το πάρουμε απ' την αρχή. Του Πάνου Πανότα
Μιλώντας ξανά για ένα τόσο απαιτητικό θέμα όσο η σύγχρονη ψυχεδέλεια -και σαν αυτό να μην ήταν ήδη αρκετό- χρειάζεται να αποσαφηνιστεί εξαρχής εδώ πως ο δρόμος απ' τον ηλεκτρικό πειραματισμό στην ακουστική φολκ των 60s κι έπειτα από το Paisley Underground στην ατμόσφαιρα του shoegaze και στην ευθύτητα της brit pop έφτασε να είναι πλέον πολύ μακρύς και μερικές φορές να ενώνει ετερόκλητα μεταξύ τους στιλ. Δρόμο που τώρα απαιτείται εμείς λόγω της περίστασης να ξανακάνουμε προς τα πίσω.
Όμως ευτυχώς η ίδια η πορεία της ζωής των Breakfast In Fur μας δίνει ένα κλειδί κατανόησης των αξιοθαύμαστων τούτων φαρσέρ όπως έλαβαν υπόσταση στο New Paltz της Νέας Υόρκης απ' το '07 και μετά. Ιδρυτής κι εμπνευστής τους είναι ο Dan Wolfe. Ονοματοδότης τους ο σουρεαλισμός που υπήρξε κάποτε στον Meret Oppenheim. Το επόμενο μέλος που ανέβηκε στο όχημα ήταν η Kaitlin Van Pelt κι έκτοτε σταδιακά προστέθηκαν άλλα τρία μέχρι το κουϊντέτο που έδωσε φέτος το ντεμπούτο "Flyaway Garden". Ένα άλμπουμ εμφανώς συλλογικής δουλειάς.
Οι Breakfast In Fur αποπνέουν την ενέργεια και την φρεσκάδα κάποιων που θέλουν να πουν τα πράγματα απ' την αρχή. Εντούτοις ξέρουν να επαναδιαπραγματεύονται τις συνθήκες όπως και να παραπλανούν, αφού έστω κι αν οι άφθονες επιρροές τους τούς επιβάλλονται στο τέλος κατορθώνουν να συνυπάρξουν μαζί τους.
Στο "Portrait" και στο "Setting Stone", δύο εξαιρετικά τραγούδια των 3-4 λεπτών έκαστο, τους νιώθεις να αναθερμαίνουν με άφθονη τεστοστερόνη αποφασιστικότητας εποχές που πέρασαν, κι ως ακροατής εκλαμβάνεις μια ευφάνταστη κοινωνία για το ψυχεδελικό ζήτημα που μόνον συμβολικά, όπως αναμενόταν άλλωστε, σφραγίζεται στην ούγια με το έτος 2015. Το πρώτο κομμάτι που αναφέραμε το φανταστήκαμε κι ως την απόλυτη ποπ στιγμή των Bardo Pond. Το δεύτερο σαν ένα χρυσό κατάλοιπο απ' τα συρτάρια της Bam-Caruso που περίμενε ανυπόμονα να εκδοθεί.
Η κατάσταση ενέχει ευρύτερα μια ενδιαφέρουσα ιδιαιτερότητα. Μοιάζει όπως στα μπαρ όπου όποιος δεν είναι πιωμένος νιώθει υπερβολικά μόνος αλλά ελάχιστοι απ' τους άλλους θαμώνες το καταλαβαίνουν, βασικά μόνον όσοι έχουν ζήσει ανάλογες στιγμές. Δεν εξηγείται αλλιώς η πειραγμένη με βαρβιτουρικά διασκευή στο "Cripple Creek Ferry" του Neil Young που με κάθε ρίσκο καταλαμβάνει τη θέση οκτώ του παρόντος.
Πάνω στους Breakfast In Fur κυριαρχεί η τραγουδοποιητική ζωή με ελευθερία, συμμετοχή κι ικανή εγωπάθεια που καταλήγει να γίνεται στάση. Η οποία μπορεί να δημιουργήσει δίχως ελαφρυντικά τις συνθήκες που πιθανόν να λείπουν στην ποπ μουσική ώστε αυτή να 'ναι μοντέρνα μα ταυτόχρονα και φορτισμένη, ιδίως με τρόπους που πιστέψαμε πως έχουν περάσει στην Ιστορία και δεν εντοπίζονται εύκολα πια για να επιστρέψουν.
Ως γνωστόν οφείλουμε να μελετάμε το κάθε γκρουπ σύμφωνα με τους κανόνες της εποχής του και τα μέσα που της αντιστοιχούν. Αν κι εσύ λυπήθηκες λοιπόν τον χρόνο που αφιέρωσες πρόσφατα στο "Panda Bear Meets The Grim Reaper" κι αν θυμάσαι με εθιστική νοσταλγία ονειροπόλησης το πόσο απλά κάποτε καθίσταντο διαφορά μουσικής ποιότητας δίσκοι των The Ladybug Transistor και του Stephin Merritt, το "Flyaway Garden" είναι φτιαγμένο για σένα. Απ' τη μεριά σου φρόντισε τουλάχιστον να το ακούσεις.




