Τα soundtracks είχαν πάντα το δικό τους κοινό. Σινεφίλ από τη μία, και άνθρωποι ουσιαστικά αδιάφοροι για τη μουσική σαν ψυχική περιπέτεια, που ζητούν μια ηχητική ταπετσαρία για το χρόνο τους από την άλλη, είναι κυρίως αυτοί που κυνηγούν και συλλέγουν κινηματογραφικές μουσικές. Και συνήθως τους ενοχλεί το τραγούδι, όταν προκύπτει, γιατί τους χαλάει την instrumental αφασία. Όχι ότι δεν υπάρχουν soundtracks που έχουν αξία σαν αυτόνομα μουσικά έργα. Υπάρχουν και είναι και πολλά. Αυτό είναι και το δικό μου κριτήριο όταν έχω να κάνω με το soundtrack σε CD, αποκομμένο από την ταινία. Η λειτουργικότητά του στην ταινία με ενδιαφέρει σαν θεατή. Σαν ακροατή όμως, και υποψήφιο αγοραστή, πρέπει να με κερδίσει η μουσική από μόνη της.
Ο Bruno Coulais δεν τα καταφέρνει απόλυτα κάτω από αυτό το πρίσμα, αλλά δεν αποτυγχάνει και εντελώς. Ο δίσκος ξεκινάει δυνατά με μια αισθαντική και καλογραμμένη μπαλάντα ερμηνευμένη από τον Nick Cave. O Cave είναι ο κορυφαίος crooner της εποχής μας, και όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσει τόσο καλύτερα για όλους. Κρίμα που δεν υπάρχουν σήμερα συνθέτες όπως οι Hammerstein & Rogers ή ο Johnny Mercer για να απογειώσουν την καριέρα του στα ύψη ενός Julio Iglecias και να σταματήσουμε επιτέλους να ασχολούμαστε μαζί του. Είναι κρίμα να κάνει καριέρα τραγουδώντας Sinatra o ...Robbie Williams και ο Cave να τραγουδάει ακόμη το "From Her to Eternity" σε κλειστά γήπεδα. Στο συγκεκριμένο κομμάτι είναι άψογος, βοηθούμενος και από το γεγονός ότι τραγουδάει δικούς του στίχους.
Τα τραγούδια του Robert Wyatt είναι τρία, αλλά στην ουσία δύο. Αυτή είναι και μια από τις μεγαλύτερες πληγές των soundtracks. Οι συνθέτες παίρνουν ένα θέμα που το θεωρούν πετυχημένο (συνήθως το κεντρικό) και το ξεχειλώνουν. Βλέπεις πέντε κομμάτια στη λίστα, και είναι ένα παιγμένο και ενορχηστρωμένο λίγο διαφορετικά κάθε φορά. Αν αυτό το κομμάτι σε συγκινήσει τόσο πολύ και γίνει soundtrack της ζωής σου, όλα καλά. Πόσο συχνά συμβαίνει αυτό όμως; Για να ξαναγυρίσουμε στον Wyatt, το "Masters of the Field" ταιριάζει απόλυτα στην ερμηνευτική του ιδιοσυγκρασία, είναι απόλυτα κινηματογραφικό κομμάτι και αξιοπρεπέστατο. Το "The Highest Gander" με ενθουσίασε. Από τα κομμάτια που σε ταξιδεύουν, με εκπληκτικές εναλλαγές και ατμόσφαιρα, και καθόλου συμβατικό. Το "La Foret Rouge" είναι το "Masters of the Field" λίγο πειραγμένο, με τη λογική που λέγαμε.
Από κει και πέρα, αρχίζουν τα ορχηστρικά κομμάτια και εκείνα με τις Βουλγάρες τραγουδίστριες, που στην καλύτερη περίπτωση είναι συμπαθητικά αδιάφορα και στην χειρότερη εκνευριστικά. Δεν νομίζω να νιώθει κανένας την ανάγκη να ακούσει, για παράδειγμα, ένα χασάπικο παιγμένο με σύνθια και με τα τσιριχτά φωνητικά των κοριτσιών. Οι Βουλγάρες είναι αξιοθαύμαστες, οι φωνητικές τους δυνατότητες εξωπραγματικές, αλλά το όλο εγχείρημα θυμίζει περισσότερο επίδειξη των δυνατοτήτων αυτών παρά μουσική. Επιφυλάσσομαι βέβαια για τη λειτουργικότητά των κομματιών αυτών στην ταινία, μια που δεν την είδα, αλλά να μην επαναλαμβανόμαστε...
Στους σαουντρακοκυνηγούς το συγκεκριμένο προτείνεται ανεπιφύλακτα. Για τους υπόλοιπους, είναι ένα δισκάκι με τρία-τέσσερα καλά κομμάτια στα δεκαεννιά. Χμμμ, δεν είναι και μικρό πράγμα.




